Φραν Λίμποβιτς: Μια αιρετική Νεοϋορκέζα στην Αθήνα
25.03.202207:49
Στη Νέα Υόρκη τα βάζει με τους οδηγούς, στην Αθήνα την εξόργισαν οι πεζοί - Η συγγραφέας που δεν μπορεί να γράψει από το 1982 και η προκλητική δήλωσή της στο ερώτημα τι θα έκανε αν είχε ένα όπλο και τον Πούτιν απέναντί της και πώς θα αντιδρούσε αν είχε μόλις τρεις ώρες ζωής διαθέσιμες - Τι είπε στις δύο ομιλίες της στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση
Hταν το απόλυτο viral. Ενα μάλλον αναπάντεχο sold out. Μια μετάκληση που λίγοι θα φαντάζονταν πως θα προκαλούσε πανδαιμόνιο στους Αθηναίους που έδωσαν γην και ύδωρ για ένα εισιτήριο, ώστε να παρακολουθήσουν διά ζώσης την 71χρονη Φραν Λίμποβιτς. Δηλαδή μια συγγραφέα που έχει δηλώσει με περίσσευμα παρρησίας πως έχει καταβληθεί από writer’s block ήδη από το 1982 - αφού πρώτα πρόφτασε να κυκλοφορήσει τα δύο εμβληματικά βιβλία της. Ευτυχώς, οι άνθρωποι της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση σκέφτονται έξω από το κουτί κι έτσι η αιρετική Νεοϋορκέζα ήρθε όχι για μία αλλά για δύο ομιλίες -στην πραγματικότητα συνομιλίες με τη διευθύντρια Πολιτισμού του Ιδρύματος, Αφροδίτη Παναγιωτάκου- και στην πόλη μας.
Η ανταπόκριση του κοινού που έφερε και τη μετάδοση των ομιλιών μέσω live streaming προσυπέγραψε όχι μόνο ότι η Λίμποβιτς είναι ίσως ο μοναδικός άνθρωπος που αξίζει να ακούσεις σε έναν κόσμο που φλυαρεί ακατάσχετα, αλλά και το γεγονός ότι το ντοκιμαντέρ του Μάρτιν Σκορσέζε για το Netflix με τίτλο «Pretend it’s a city» και πρωταγωνίστρια την Αμερικανίδα συγγραφέα έριξε τον σπόρο της Leibowitz-mania και στα δικά μας νοτιοβαλκανικά εδάφη που αποδείχτηκαν πρόσφορα για λίγο αγνό, παρθένο κυνισμό την εποχή της παντοκρατορίας της πολιτικής ορθότητας.
1. Το ντοκιμαντέρ του Μάρτιν Σκορσέζε «Pretend it’s a city» έριξε τον σπόρο της Leibowitz-mania και στην Αθήνα
Ανάμεσα σε εκείνους που έσπευσαν στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση για να παρακολουθήσουν τη δεύτερη βραδιά της Λίμποβιτς ήταν και η Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας Κατερίνα Σακελλαροπούλου. Η συγγραφέας όταν το πληροφορήθηκε γλίστρησε σχεδόν αυθόρμητα στη γλώσσα της η πικρή παραδοχή πως στις ΗΠΑ ποτέ μια γυναίκα δεν θα κατάφερνε να γίνει πρόεδρος. Αξίζει να θυμόμαστε πως η συγγραφέας που πνέει μένεα για τον Ντόναλντ Τραμπ αλλά και για τον Τζο Μπάιντεν -«αν ήταν πατέρας σας, θα σκαρφιζόσασταν τρόπους για να του πάρετε τα κλειδιά του αυτοκινήτου ώστε να μην οδηγεί», είπε- υπήρξε ένθερμη θιασώτρια της Χίλαρι Κλίντον. Η πολιτική κατάσταση στις ΗΠΑ και οι Αμερικανοί πρόεδροι είχαν ένα γενναίο κομμάτι στη συζήτηση ανάμεσα στην Παναγιωτάκου και τη Λίμποβιτς, η οποία παρεμπιπτόντως βρήκε τις πολυθρόνες που είχαν τοποθετηθεί επί σκηνής της Στέγης αταίριαστα αναπαυτικές για παρόμοια events. Κάτι παραπάνω θα ξέρει σίγουρα, αφού εδώ και καιρό και μέχρι τα τέλη Ιουνίου η πιο διάσημη πολίτης της Νέας Υόρκης βρίσκεται σε παγκόσμια περιοδεία.
Οπως είπε, ο ατζέντης της την υποχρέωσε, παρά την επιθυμία της, να μιλήσει ακόμα και σε ένα αμφιθέατρο στο Τέξας, σε μια Πολιτεία δηλαδή που επιτρέπει την οπλοκατοχή και άρα οποιοσδήποτε παρακολουθεί την εκδήλωση θα μπορούσε να ενσαρκώσει τον εν δυνάμει δολοφόνο της. Οχι δηλαδή ότι η Λίμποβιτς νιώθει ασφαλής με τα μέτρα που τηρούνται για τις μετακινήσεις και τα ταξίδια της. Είναι τόσο πολλά και τόσο κουραστικά, ώστε, όπως είπε, ίσως ήταν πιο χρήσιμο κάποια στιγμή να οδηγεί μόνη της τα αεροπλάνα με τα οποία ταξιδεύει. Αλλά αυτά είναι παράπλευρες απώλειες της ζωής των σταρ.
Η Φραν Λίμποβιτς συνομίλησε για δύο βραδιές με τη διευθύντρια πολιτισμού του Ιδρύματος Ωνάση, Αφροδίτη Παναγιωτάκου, σε μια κατάμεστη Στέγη, ενώ υπέγραψε και αντίτυπα του βιβλίου της
Γιατί πρώτα και πάνω απ’ όλα, η Λίμποβιτς αναγνωρίζεται πλέον ως σταρ με οικουμενική ακτινοβολία. Και μάλιστα η ίδια, ούσα αυταπόδεικτα ευφυής, φροντίζει να καλλιεργεί τη μυθολογία της, αξιοποιώντας ακόμα και τα πιο απλά μέσα. Οπως, για παράδειγμα, τα ρούχα της. Στις εμφανίσεις της στην Αθήνα δεν θα μπορούσε παρά να φορά τις χαρακτηριστικές καουμπόικες μπότες της, το τζιν παντελόνι με το παχύ ρεβέρ, τα κοκάλινα γυαλιά της και βέβαια ένα μπλέιζερ σακάκι, το οποίο -αν η αφήγηση που την ακολουθεί σαν πιστό σκυλί αληθεύει- έφερε την ούγια του αγαπημένου της ραφτάδικου στη Saville Row του Λονδίνου. Τα ράσα μπορεί να μην κάνουν τον παπά, όμως η εμφάνιση είναι κι αυτή μέσο επικοινωνίας. Και η Λίμποβιτς είναι μαστόρισσα του είδους. Ακόμα και την κινησιολογία της να παρατηρούσε κανείς, θα διαπίστωνε -ίσως με έκπληξη- ότι η 71χρονη Νεοϋορκέζα ήταν πολύ λιγότερο νευρική και υπερκινητική απ’ όσο θα περίμενε κάποιος που έχει παρακολουθήσει τα απειράριθμα βίντεό της που κυκλοφορούν στο YouTube και για τα οποία η ίδια πιθανότατα δεν έχει ιδέα, αφού, ως γνωστόν, δεν χρησιμοποιεί υπολογιστή ή κινητό τηλέφωνο. Με περηφάνια λέει πως είναι ίσως ο μοναδικός άνθρωπος στην πόλη της που δεν κυκλοφορεί με το κεφάλι σκυμμένο πάνω από μια οθόνη. Αν πάντως στην πόλη που τη γαλούχησε συγγραφικά προσφέροντάς της ερεθίσματα με το καντάρι η Λίμποβιτς μισεί τους οδηγούς αυτοκινήτων, η σύντομη εμπειρία της από την Αθήνα μετατόπισε κατά τι το αντικείμενο της χλεύης της, μια και στην πρωτεύουσα το αίμα στο κεφάλι τής το ανέβασαν οι πεζοί που ξεπετάγονται άναρχα εκεί που δεν το περιμένεις.
Πάντως, η Λίμποβιτς στις περίπου τρεις ώρες που πέρασε επί σκηνής της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση έκανε μια γενναία, σχεδόν ανήκουστη για τον χαρακτήρα και τους εθισμούς της παραχώρηση. Δεν άναψε ούτε ένα τσιγάρο, παρότι υπήρχε διαθέσιμο τασάκι και μολονότι δήλωσε ότι γνωρίζει πως όλα τα τασάκια που έχουν εξαφανιστεί από τον υπόλοιπο κόσμο έχουν καταλήξει στην Ελλάδα. Ναι, οι αφορισμοί της, όσο πικροί κι αν ακούγονται, είναι που την κάνουν εντέλει αξιολάτρευτη. Εξάλλου, δεν υπάρχουν πολλοί άνθρωποι εκεί έξω που έχουν τα κότσια να ομολογούν πως παρότι ευεργετήθηκαν από τον Αντι Γουόρχολ -ήταν εκείνος που της πρόσφερε θέση εργασίας και βήμα στο περιοδικό «Interview»- δεν είχαν σε μεγάλη υπόληψη την τέχνη του. Η Λίμποβιτς, που είχε πληρωθεί από τον πατριάρχη της ποπ αρτ σε έργα τέχνης, τα πούλησε για να πληρώνει το ενοίκιό της. Λίγο καιρό μετά ο Γουόρχολ πέθανε και οι τιμές των έργων του εκτοξεύτηκαν. «Αν το ήξερε ότι θα αναγνωριζόταν μετά θάνατον, θα είχε φροντίσει να πεθάνει νωρίτερα», υπέθεσε από τη σκηνή της Στέγης. Χειρότερη κατάληξη είχαν οι επιστολές που της είχε αποστείλει η Τζάκι Κένεντι, τις οποίες η ίδια είπε πως πέταξε στα σκουπίδια. «Αφού τις είχα διαβάσει, ποιος ήταν ο λόγος να τις κρατήσω;», λέει πως απάντησε όταν ένας φίλος της ζήτησε να τις αγοράσει.
Εννοείται πως ασχολίαστη δεν άφησε ούτε τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, δηλώνοντας ευθαρσώς πως αν είχε ένα όπλο και τον Πούτιν απέναντί της, θα πατούσε τη σκανδάλη, ενώ στην ερώτηση τι θα έκανε εάν ο Βλαδίμηρος πατούσε το κουμπί (των πυρηνικών) και η ίδια είχε μόλις τρεις ώρες ζωής διαθέσιμες, απάντησε πως δεν θα είχε καμία όρεξη για απολογισμούς ζωής, αλλά θα ξανάρχιζε το ποτό. Αν και βέβαια, για να πούμε την αλήθεια, ο κόσμος θα είχε όσο τίποτε ανάγκη τη νηφάλια και καθάρια έκφρασή της -φυσικά και δεν σκέφτεται πριν μιλήσει, όπως αστειεύτηκε- ακόμα και στην ύστατη στιγμή του.