«Becoming»: Η Μισέλ Ομπάμα αφηγείται την ιστορία της ζωής της στο Netflix

Το ντοκιμαντέρ για τη Μισέλ Ομπάμα διαχειρίζεται άψογα την εικόνα της πρωταγωνίστριας αλλά δεν είναι αγιογραφία

Στην επίσημη ιστοσελίδα του Λευκού Οίκου, υπάρχουν καταχωρισμένα τα λεπτομερή βιογραφικά από τις 42 πρώτες κυρίες της Αμερικής. Τα περισσότεροι είναι πανομοιότυπα με μικρές παραλλαγές. Για παράδειγμα «Η Μέρι Αν Τοντ Λίνκολν του 16ου προέδρου των ΗΠΑ Αβραάμ Λίνκολν», « Η Ζακλίν Μπουβιέ Κέννεντυ ήταν η σύζυγος του 35ου πρόεδρου των ΗΠΑ Τζον Φιτζέραλντ Κέννεντυ» και πάει λέγοντας. Τη ρουτίνα σπάει μόνο η Μισέλ Ομπάμα. Η ανάρτηση που την αφορά γράφει: «Η Μισέλ ΛαΒόν Ρόμπινσον Ομπάμα είναι δικηγόρος, συγγραφέας και σύζυγος του 44ου προέδρου των ΗΠΑ Μπάρακ Ομπάμα».

Πρώτα δικηγόρος, μετά συγγραφέας και τέλος σύζυγος. Στη πραγματικότητα, ανάμεσα σε όλες, αυτή η ψηλή, όμορφη, κομψή, έντιμη, καλοσυνάτη, ευφυής και αξιοπρεπής Αφροαμερικανίδα έκανε μεγαλύτερη διαφορά με τη παρουσία της στο Λευκό Οίκο παρά με το επίσημο βιογραφικό της. Δεν είναι τυχαίο πως στις δημοσκοπήσεις του Ινστιτούτου σφυγμομετρήσεων Γκάλοπ ανακηρύσσεται σταθερά τα τελευταία χρόνια ως η «πιο αξιόλογη γυναίκα» στον κόσμο.


Αναμενόμενο ήταν να γίνει και ένα ντοκιμαντέρ για αυτήν την πρώην πρώτη κυρία των ΗΠΑ. Όχι όμως χάρη μόνο στη δημοφιλία της. Με αφορμή την έκδοση του ογκώδους βιβλίου των απομνημονευμάτων της με τίτλο «Becoming» η σκηνοθέτης Νάντια Χάλγκρεν συνόδευσε τη συγγραφέα στην περιοδεία της σε 34 πόλεις για την προώθηση του πονήματος της. Τουρνέ που θα τη ζήλευε η Μαντόνα και η Λέιντι Γκάγκα. Το ντοκιμαντέρ που προβλήθηκε χθες γυρίστηκε υπό την επίβλεψη της εταιρείας παραγωγής Higher Ground Productions που ανήκει στους Ομπάμα και διανεμήθηκε μέσω του Netflix, το οποίο έχει επιχειρηματική συμφωνία μαζί τους.


Οι πιο καχύποπτοι, πριν καν το δουν στη μικρή οθόνη, το θεώρησαν υπαινικτικά σαν ένα εκτεταμένο διαφημιστικό βίντεο της ίδιας της το οποίο θα μπορούσε να μοιραστεί ως δωρεάν DVD μαζί με την έκδοση των 448 σελίδων του βιβλίου. Δεν είναι καθόλου έτσι. Καμία αμφιβολία ή δυσπιστία. Πρώτον γιατί το βιβλίο είναι ήδη εδώ και δυο χρόνια παγκόσμιο best seller και ακολούθως η φιγούρα της δεν χρειάζεται επί πλέον λουστράρισμα δεδομένης της αναγνώρισης και της αποδοχής που απολαμβάνει, αστραφτερή και συναρπαστική ως περίπου ροκ σταρ. Σαφώς η ταινία παρουσιάζει προσεκτικά, αλλά όχι εξωραϊσμένα, το τρόπο με τον οποίο βλέπει τον κόσμο η ισχυρών πεποιθήσεων Μισέλ Ομπάμα. Και βέβαια η εικόνα της είναι μεν επιμελημένη αλλά όχι καλλωπισμένη ή τεχνικά περιποιημένη. Η κάμερα καταγράφει με ειλικρίνεια τη πορεία αυτής της γυναίκας, απόγονο σκλάβων, που μεγάλωσε στη νότια πλευρά του Σικάγο, σπούδασε στο Πρίνστον και τη Νομική Σχολή του Χάρβαρντ, μέχρι την οκταετή διαμονή και υπηρεσία της στο Λευκό Οίκο. Εκεί όπου δημιούργησε πρωτοβουλιακά τη πιο φιλόξενη, χωρίς αποκλεισμούς, Αμερικανική προεδρική κατοικία στην ιστορία και ταυτόχρονα υπό τον επίσημο ρόλο της καθιερώθηκε ως ισχυρός υποστηρικτής των μειονοτήτων και της φροντίδας των γυναικών. Η αφήγηση της ίδιας με χάρη, ζεστασιά και χιούμορ δεν κάνει αντιληπτή μια σώνει και καλά απόπειρα προώθησης της δικής της οπτικής. Την καταθέτει μεν αλλά δεν επιχειρεί να την επιβάλει στο κοινό ως μανιφέστο. Και όποιος τη καταλάβει... 



Το φιλμ ξεκινάει με την είσοδο της σε ένα θωρακισμένο SUV το οποίο την μεταφέρει στο κλειστό γήπεδο «Γιουνάιτεντ Σέντερ», την έδρα των Σικάγο Μπουλς. Εκεί την περιμένουν 25.000 θεατές για να την ακούσουν να δίνει συνέντευξη επί σκηνής στη διάσημη Όπρα Γουίνφρεϊ με θέμα τα εύγλωττα, αν όχι εμπνευσμένα, απομνημονεύματα της. Είναι η πρώτη της εμφάνιση το Νοέμβριο του 2018 στη γενέτειρα της με αυτό το σκοπό, και κερδίζει το κοινό με την ηρεμία, την νοημοσύνη και την ωριμότητα μιας γυναίκας της οποίας η σημαντική πορεία ζωής βρίσκεται σε μεταβατικό στάδιο.

Η ταινία συνεχίζεται με αλλεπάλληλες συνεντεύξεις της σε αναγνωρισμένους τηλεπαρουσιαστές , πολλά παρασκήνια και παρέλαση αρκετών οικείων προσώπων σαν τη μητέρα της Μαριάν, τον αδελφό της Κρεγκ, τις κόρες της Μαλία και Σάσα, τον προϊστάμενο του προσωπικού ασφαλείας της, ακόμη και της ενδυματολόγου στιλίστριας της. Κάπου στη μέση της εξέλιξης εμφανίζεται και ο σύζυγός της Μπαράκ σε μια πιθανώς σκηνοθετημένη «έκπληξη» κατά τη διάρκεια μιας από τις ζωντανές εκδηλώσεις της, ο οποίος συγκρίνει χιουμοριστικά τον εαυτό του με τον Jay-Z που ανεβαίνει ξαφνικά επί σκηνής σε συναυλία της Beyoncé. Σε όλη τη διάρκεια του σχεδόν 90λεπτου ντοκιμαντέρ η Μισέλ μιλάει για όλα. Εξιστορεί την στιγμή της τελευταίας αναχώρησης από τον Λευκό Οίκο , όταν μέσα στο αεροπλάνο λύγισε και έκλαψε μισή ώρα με αναφιλητά, εν μέρει από την απόλυτη ανακούφιση ότι τα επίσημα καθήκοντά της είχαν τελειώσει. Μιλάει για τον πατέρα της Φρέιζερ, που δούλευε ως χειριστής αντλίας στην υδροδότηση του Σικάγο, ένα λάτρη της ανάγνωσης και της τζαζ, ο οποίος πέθανε από σκλήρυνση κατά πλάκας με τον καημό ότι εξαιτίας φυλετικών και ταξικών προκαταλήψεων δεν πήγε στο Πανεπιστήμιο. Αφηγείται για το πώς εκείνος παρότρυνε τα παιδιά του να σπουδάσουν , και για το θυμό της με μια δασκάλα της στο Λύκειο που της έλεγε, παρότι αριστούχα, ότι δεν ήταν αρκετά έξυπνη για να πάει στο Πρίνστον. 


Εκμυστηρεύεται το πώς γνώρισε τον ισχυρογνώμονα Μπαράκ, στο δικηγορικό γραφείο όπου της ανατέθηκε να τον καθοδηγεί και αυτός την πρώτη μέρα άργησε να πάει στη δουλειά. Για το πώς ο μετέπειτα σύζυγός της έμεινε ένα χρόνο στο σπίτι της οικογένειας της , για το πώς συνταίριασαν τις διαφορετικές και έντονες προσωπικότητες τους με βάση τη αμοιβαία συντροφικότητα , αλλά και το πώς πήγαν σε σύμβουλο γάμου για να εξομαλύνουν τις αντιθέσεις τους κατά την έγγαμη ζωή τους. Θυμάται την οργή της κατά του Τύπου και των λοιπών ΜΜΕ, όταν πριν από τις προεδρικές εκλογές του 2008 προσπάθησαν να την βάψουν εξτρεμίστρια και τζιχάντ τρομοκράτισσα που μισούσε την Αμερική. Και φυσικά εκδηλώνει την αντίδραση της για το «βρώμικο» βομβαρδισμό με θεωρίες συνωμοσίας, ψέματα και μισαλλόδοξες ειρωνείες όταν την αποκαλούσαν παθιασμένη ακτιβίστρια με σινιέ ρούχα, ενώ τον σύζυγο της τον κατηγορούσαν ως μουσουλμάνο και κομμουνιστή την ώρα που τα έδιναν όλα στην εκστρατεία υπέρ της δημόσιας υγείας. Και καταλήγει: «Εμείς κάναμε τη δουλειά μας και την παραδώσαμε μαζί με τη ζωή μας να μιλήσουν από μόνες τους». Η προεδρική θητεία, όμως, του συζύγου της στην Ουάσιγκτον δεν ήταν πάντα ανέφελη, άφησε και τραύματα. Ωστόσο στις δικές της δημόσιες εξομολογήσεις της δεν παρεκκλίνει, παρά τα άφθονα περιστατικά που περιγράφει, διόλου από το βασικό μοτίβο του βιβλίου της Becomig. Στις σελίδες του οποίου τα 24 κεφάλαια μοιράζονται σε τρία μέρη, «γίνομαι εγώ-γινόμαστε εμείς- γινόμαστε περισσότεροι».



Σε διάφορες σεκάνς οι αναγνώστες που αγοράζουν το βιβλίο αναλύονται σε κλάματα καθώς την αντικρίζουν να τους υπογράφει αφιερώσεις. Με την ίδια να αλληλεπιδρά μαζί τους μεταδίδοντας ένα πνεύμα θετικότητας και αυτοπεποίθησης



Όλα αυτά διανθισμένα με ιστορικές λήψεις «επικαίρων» και σκηνές υπό γωνίες λήψεων και καδραρίσματα στις οποίες η ίδια παίζει πιάνο, επισκέπτεται την παλιά οικογενειακή κατοικία της στο Σικάγο όπου μεγάλωσε ή αλλάζει κοστούμια και φορέματα προκαλώντας τα ειρωνικά σχόλια του αδελφού της. Παράλληλα η διήγηση πλαισιώνεται με συναντήσεις της με νεαρές Λατίνες και μαύρες ηλικιωμένες στις οποίες με αμεσότητα εξιστορεί τις εμπειρίες της για το πώς ανακάλυψε τις ρίζες της και βρήκε την αυθεντική προσωπική φωνή της, τον αγώνα που έδωσε για να ξεχωρίσει κατά τις σπουδές της καθώς και για τον διαπαιδαγωγικό ρόλο της ως μητέρα με απειράριθμες υποχρεώσεις λόγω της διαμονής της στο Λευκό Οίκο. Εκεί που για την ίδια πήραν καινούργιο νόημα οι λέξεις «πρώτη» και «μαύρη», στάθηκε στους πρόποδες της ανηφοριάς και αποφάσισε να σκαρφαλώσει στο βουνό που «όσο πιο ψηλά το ανεβαίνεις, τόσο πιο υψηλότερος πρέπει να είσαι». Για να δώσει με το ρόλο της περιεχόμενο και στις λέξεις «ελπίδα» «πρόοδος» και «αλλαγή». Και επιμένει αισιόδοξα ότι οι άνθρωποι θέλουν μια καλύτερη ζωή , αν όχι για τον εαυτό τους τότε για την επόμενη γενιά. Αυτή είναι η βασική μου ελπίδα, λέει με τσαγανό, να μεταφέρω ιδανικά και όνειρα στους επόμενους. Αυτό θα κάνω μέχρι να είμαι πάνω στη σκηνή σε αναπηρικό καροτσάκι και ο κόσμος να λέει «αμάν πια με αυτή τη γριά που εξακολουθεί να μιλάει»


Το ντοκιμαντέρ διαχειρίζεται άψογα την εικόνα της πρωταγωνίστριας αλλά δεν είναι αγιογραφία. Ως καλλιτεχνικό προϊόν υπό την εξουσιοδότηση και την πιστοποίηση της εταιρείας παραγωγής ντοκιμαντέρ του ζεύγους Ομπάμα, αποτελεί μάλλον μια δήλωση παρά μα επίπονη έρευνα. Συνιστά μια κινηματογραφημένη συλλογή από αναμνήσεις, συναισθήματα, προτροπές και συνομιλίες, εικονογραφημένη με οικογενειακές φωτογραφίες και συνυφασμένη με την περιοδείας της πρώην πρώτης κυρίας για το βιβλίο της. Δεν παύει όμως να είναι αυθεντική κατάθεση που αντανακλά με ακρίβεια τις εμπειρίες από τη σπουδαία διαδρομή μια μαύρης γυναίκας από μια τυπική εργατική γειτονιά ως το Λευκό Οίκο. Μιας γυναίκας με αίσθηση της κοινότητας και των τρεχουσών αναγκών της κοινωνίας που δεν δείχνει στα 56της χρόνια παραιτημένη από φιλοδοξίες και στόχους . «Η ζωή μου αρχίζει πάλι να είναι δική μου», λέει στην ταινία. "υπάρχει ένα άλλο κεφάλαιο που με περιμένει εκεί έξω». Ποιος ξέρει; Ίσως δρομολογεί τη παρουσία της στις μεθεπόμενες προεδρικές κάλπες. Ο Μπαράκ έβαλα το πήχη ψηλά ως ο πρώτος μαύρος πρόεδρος των ΗΠΑ. Γιατί το επόμενο στοίχημα να μην είναι πρώτη γυναίκα, και μαύρη, ηγέτης του Λευκού Οίκου; Τότε ενδεχομένως θα γράψει και την επόμενη ενότητα στο βιβλίο της με το τίτλο Becoming President.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr