Serial killer σκότωσε τη ζωγράφο στη Νάξο; Η εξομολόγηση του γιου της

Σοκ από τις αποκαλύψεις - Ο 19χρονος γιος του θύματος μιλάει αποκλειστικά στο protothema.gr για τη γνωριμία του με τον Αλβανό εργάτη που κατηγορείται για τη δολοφονία

Λίγες μέρες μόνο έχουν περάσει από την είδηση της φρικτής δολοφονίας της 59χρονης εικαστικού Κατερίνας Ζαζάνη, η οποία συγκλόνισε την κοινωνία της Νάξου αλλά και όλους όσους τη γνώριζαν από τον καλλιτεχνικό κόσμο.

Τα τελευταία στοιχεία γύρω από την υπόθεση συγκλονίζουν. καθώς ο βασικός ύποπτος της δολοφονίας φαίνεται πως είναι κατά συρροή δολοφόνος.

Ο 31χρονος Αλβανός εργάτης -με τα χίλια (!) ονόματα- εμφανίζεται να έχει πλούσιο «βιογραφικό» στην παρανομία, ενώ έχουν εκδοθεί εναντίον του εντάλματα σύλληψης για δολοφονίες ηλικιωμένων.

Σύμφωνα με την «Espresso», ο δράστης αφήνει την προσωπική του σφραγίδα σε κάθε έγκλημα, αφού τα θύματα, για τα οποία είχε δουλέψει, βρέθηκαν καθισμένα σε καρέκλα, δεμένα χειροπόδαρα και έχοντας περασμένα στον λαιμό τους σαν θηλιές υφάσματα, ενώ είχαν υποστεί κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις.

Από τις έρευνες των διωκτικών αρχών προκύπτει ότι στη Νάξο κυκλοφορούσε με το όνομα Ηλίας. Μάλιστα όχι μόνο είναι γνώριμος της αστυνομίας αλλά εμπλέκεται σε τουλάχιστον δύο ληστείες ηλικιωμένων μετά φόνου, στη Μεσσηνία το 2011 και στην Αρκαδία το 2013. 

Η εξομολόγηση του γιου

Το νήμα της ζωής της άτυχης γυναίκας κόπηκε ξαφνικά προκαλώντας θλίψη και πόνο στον μοναδικό άνθρωπο που είχε ως οικογένειά της, τον γιο της Δημήτρη ο οποίος προσπαθεί ακόμη να συνειδητοποιήσει τι έχει συμβεί.

Η γλυκομίλητη πάντα Κατερίνα Ζαζάνη, η χαμογελαστή νησιώτισσα με το απαράμιλλο ταλέντο γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Νάξο. Μία καλομεγαλομένη κοπέλα, η οποία από νεαρή ηλικία εκδήλωσε τις καλλιτεχνικές της τάσεις και ειδικότερα το ταλέντο της στη ζωγραφική. Καλή μαθήτρια αλλά ακόμη καλύτερη στο μάθημα της ζωγραφικής όπου το φυσικό της ταλέντο την έκανε να ξεχωρίσει από το δημοτικό ακόμη κάνοντας τους δασκάλους της να μιλούν για ένα παιδί με λαμπερό μέλλον και με δυνατότητες να κάνει ακόμη και καριέρα στο εξωτερικό. Η Κατερίνα μεγαλώνοντας θα αποχαιρετίσει προσωρινά το νησί της για να βρεθεί στην Αθήνα και προκειμένου να φοιτήσει στη Σχολή Καλών Τεχνών για την περίοδο 1974 - 1979. Καθηγητές της ο Μυταράς και ο Κοκκινίδης, οι οποίοι την ξεχωρίζουν αμέσως και διακρίνουν ένα ταλαντούχο πλάσμα που έχει γεννηθεί καλλιτέχνης.

Για εκείνη πλέον η ζωγραφική δεν είναι απλά κάτι που ξέρει να κάνει καλά και σπουδάζει δίνοντας πια βαρύτητα και στις λεπτομέρειες είναι το σημαντικότερο κομμάτι της ζωής της. Είναι η ανάσα της, το χαμόγελο, λύπη, η χαρά η δεξαμενή συναισθημάτων που η ίδια τα αποτυπώνει στα σημαντικά της έργα. Γίνεται μητέρα και όμως δε σταματά να είναι ερωτευμένη και αφοσιωμένη στη δουλειά της. Συμμετέχει σε πολλές εκθέσεις και γνωρίζει σταδιακά επιτυχία που συνεχώς μεγαλώνει. Άτομο με ιδιαίτερη κουλτούρα και διευρυμένους ορίζοντες καθώς τα ταξίδια που κάνει σε πολλές χώρες τις δίνουν νέες ιδέες τις οποίες και αποτυπώνει στα έργα της. Τα τελευταία χρόνια δημιουργίας της ακολουθεί τον εξπρεσιονισμό στα έργα της και πραγματικά ξεχωρίζει. Τη Νάξο δεν την αφήνει και για εκείνη είναι η βάση της, το νησί που από πολύ νεαρή ηλικία την ενέπνευσε στο να κάνει όλες αυτές τις εικόνες που έβλεπε Τέχνη.

Μάλιστα το επόμενο χρονικό διάστημα αναμένεται να γίνει μία μεγάλη έκθεση με τις δικές της δημιουργίες όπως μας ενημερώνει ο γιος της Δημήτρης ο οποίος μιλά πρώτη φορά στο protothema.gr για το φρικτό θάνατο της μητέρας του.


Η συνέντευξη του 19χρονου γιου της δολοφονημένης ζωγράφου στο protothema.gr
 
-Υποθέτω σε βρίσκω στη Νάξο, συλλυπητήρια πρώτα από όλα για το χαμό της μητέρας σου.

«Ευχαριστώ… Δεν ξέρω τι να πω… Ακόμη προσπαθώ να συνειδητοποιήσω τι έχει συμβεί. Δε μπορείς να το φιλτράρεις αυτό που έγινε τόσο απλά. Δεν ξέρω… Δεν ξέρω αν μπορώ να πω τι νιώθω αυτή τη στιγμή που μιλάμε… Δε ξέρω πραγματικά. Σκέφτομαι ότι έχασα το μοναδικό άνθρωπο που είχα όλα αυτά τα χρόνια στο πλευρό μου, τη γυναίκα που με μεγάλωσε με στερήσεις προκειμένου να μη μου λείψει ποτέ και τίποτα, τη γυναίκα που μέχρι πριν λίγες ημέρες ήταν και μάνα και αδελφή και φίλη και τα πάντα για μένα. Και τώρα είμαι μόνος μου…».
 
-Είναι μία πολύ δύσκολη κατάσταση που φαντάζομαι ότι δεν μπορεί κανείς να τη διαχειριστεί απλά, μιλάμε για την απώλεια μίας ανθρώπινης ζωής με ένα φρικτό τρόπο και μάλιστα ο άνθρωπος αυτός ήταν η μάνα σου. Πώς το πληροφορήθηκες αλήθεια;

 «Ένας οικογενειακός φίλος από το νησί έψαχνε να τη βρει και δεν την έβρισκε. Της τηλεφωνούσε εκείνη την μοιραία ημέρα και εκείνη δεν απαντούσε. Πήγε από το σπίτι δε απαντούσε κανείς. Μου τηλεφώνησε διότι όπως μου είπε την ήθελε για κάτι, για μία δουλειά. Μου είπε ότι ψάχνει και δεν τη βρίσκει. Χωρίς να βάλω κάτι συγκεκριμένο στο μυαλό μου κάτι κακό άρχισα να τηλεφωνώ. Δεν απαντούσε. Μου φάνηκε περίεργο. Προσπάθησα μία δυο φορές τίποτα. Άρχισα να ανησυχώ. Τελικά λέω σε κάποιον γνωστό μου να πάει από το σπίτι. Εκείνος τη βρήκε νεκρή. Λίγο μετά θα χτυπούσε το τηλέφωνό μου και θα με πληροφορούσαν ότι η μάνα μου δε ζούσε πια. Πάγωσα…».
 
-Πώς η αστυνομία έφτασε στον άνθρωπο αυτό που έχει συλληφθεί για τη δολοφονία της μητέρας σου;
«Το μόνο που θυμάμαι από εκείνη την ημέρα είναι πως έφτασα στο νησί, πήγα να μπω μέσα και οι αστυνομικοί δε με άφησαν. Υποθέτω ήθελαν να με προστατέψουν από αυτό το θέαμα και έτσι δε με άφησαν να τη δω. Μετά θυμάμαι μηχανικά να γίνονται κάποιες ερωτήσεις, ποιος έμπαινε και έβγαινε στο σπίτι, ποιοι ήταν ατοί που πιθανόν να είχαν πρόσβαση στο σπίτι. Ε, και κουβέντα στην κουβέντα είπα στους αστυνομικούς ότι ο άνθρωπος ο οποίος μπαινόβγαινε στο σπίτι στη λογική ότι δούλευε για την μητέρα μου ήταν αυτός. Τους είπα ότι έμενε σε ένα χωριό λίγο πιο μακριά από το σπίτι μας. Το ψάξανε, το ψάξανε τελικά το βρήκαν όπως μάθατε υποθέτω».
 
-Άρα αυτός ο άνθρωπος δούλευε για εσάς, εδώ και πολύ καιρό να υποθέσω;
«Ναι, τον είχε προσλάβει η μητέρα μου για διάφορες δουλειές. Εργάτης ήταν για κάποιες εξωτερικές δουλειές αλλά και δουλειές του σπιτιού. Ήταν καλογυμνασμένος και πιάνανε τα χέρια του σε δύσκολες χειρωνακτικές εργασίες. 
 
-Πώς έγινε η γνωριμία μαζί του;
«Τον είχαμε γνωρίσει το καλοκαίρι. Είχε έρθει στη Νάξο για να βρει δουλειά, ό,τι δουλειά να είναι μου είχε πει χαρακτηριστικά θυμάμαι όταν τον είχα γνωρίσει. Ήταν ένα 30χρονο παλικάρι από την Αλβανία, μου φάνηκε μια χαρά που να βάλω στο μυαλό μου το ο,τιδήποτε, δεν είχα κανέναν λόγο. Ούτε υπήρχε το θέμα αυτό τύπου, α, είναι Αλβανός μήπως αυτό μήπως το άλλο… Δεν το είδα, ούτε εγώ ούτε η μητέρα μου καθόλου έτσι. Δε σκεφτήκαμε κάτι κακό, κάτι περίεργο. Ήθελε δουλειά, του δώσαμε δουλειά. Πού να φανταζόμασταν…».
 
-Εσύ βέβαια σπουδάζεις στην Αθήνα άρα είχες φύγει υποθέτω στο τέλος του καλοκαιριού, στις συνομιλίες σου με τη μητέρα σου, είχε εκείνη εκφράσει κάποιο παράπονο; Σου είχε πει ότι δεν τα πήγαιναν καλά;
«Η μητέρα μου όντως τον τελευταίο καιρό στο τηλέφωνο μου ακουγόταν κάπως δυσαρεστημένη στη λογική ότι μου έλεγε συνεχώς ότι εκείνος έχει κάπως αλλάξει συμπεριφορά και πως είχε και άλλες απαιτήσεις οικονομικές και πως επιπλέον γκρίνιαζε συνεχώς ότι κουραζόταν για ψίχουλα». 
 
-Όταν ρωτούσαν οι αστυνομικοί να μάθουν για το ποιος μπαίνει και βγαίνει στο σπίτι, η πρώτη σου σκέψη ήταν ότι εκείνος έφταιγε για αυτό που συνέβη;
«Όχι. Η πρώτη σκέψη μου ήταν πως ίσως να έπεσε μέσα στο σπίτι και να χτύπησε ή να έπεσε θύμα ληστείας όχι κάτι συγκεκριμένο πάντως, νομίζω».
 
-Θυμάσαι την ημέρα εκείνη που φτάνεις στη Νάξο;
«Όχι δε θυμάμαι και πολλά πράγματα. Ήμουν και δεν ήμουν εκεί. Σου είπα και πιο πάνω ότι οι αστυνομικοί δε με άφησαν να τη δω νεκρή… 
 
-Η επόμενη ημέρα πώς είναι, οι επόμενες μέρες μετά από αυτό που συνέβη;
«Τίποτα. Έχασα το μόνο άνθρωπο που είχα στη ζωή, είναι σα να έχασα τα πάντα. Αλλά, όπως λένε πρέπει να καταλάβω ότι η ζωή συνεχίζεται. Είμαι μοναχοπαίδι, δεν έχω κάποιον άλλο στον κόσμο. Δεν ξέρω, δεν ξέρω αν θέλω ή αν μπορώ να πω κάτι άλλο…Προς το παρόν θα παραμείνω στο νησί, χρειάζομαι ηρεμία. Μετά θα πρέπει να επιστρέψω κάποια στιγμή στην Αθήνα, να συνεχίζω τις σπουδές μου. Τι να σου πω. Βλέποντας και κάνοντας. Αν σκέφτεσαι και πολύ στο τέλος μάλλον χάνεσαι…Ας αφήσουμε τη ζωή να μας πάει όπου εκείνη θέλει».


Το χρονικό της δολοφονίας

Η άτυχη 59χρονη ζούσε μόνη λίγο πιο έξω από τον οικισμό στην περιοχή του Γαλανάδου. Όλα ξεκίνησαν το περασμένο Σάββατο όταν ο γιος της, που διαμένει στην Αθήνα, την αναζητούσε επίμονα στο τηλέφωνο χωρίς αποτέλεσμα. Ο Αλβανός κακοποιός, που δούλευε για τη ζωγράφο, φέρεται να είχε διαπληκτιστεί αρκετές φορές μαζί της, με αφορμή το μισθό του. Η ζωγράφος, σύμφωνα με πληροφορίες που έχουν δει τος φως της δημοσιότητας, είχε μιλήσει για τον καβγά τους στον γιο της που σπουδάζει στην Αθήνα και γι’ αυτό εκείνος ανησύχησε όταν δεν απαντούσε στις αλλεπάλληλες κλήσεις του.

Έτσι, ειδοποίησε έναν έμπιστο κάτοικο της περιοχής και του ζήτησε να δει αν η μητέρα του βρισκόταν στο σπίτι, με αποτέλεσμα να τη βρει νεκρή. Ο δολοφόνος είχε παλέψει με τη ζωγράφο πριν τη δέσει και τη στραγγαλίσει και η 59χρονη έφερε αμυντικά τραύματα και μώλωπες στα χέρια. Μάλιστα, αναστάτωσε όλα τα δωμάτια προσπαθώντας να σκηνοθετήσει ληστεία.

Ο 31χρονος, ο οποίος κρατείται, φέρεται να αρνήθηκε κατ’ αρχήν ότι στραγγάλισε την άτυχη γυναίκα για να εκδικηθεί επειδή διέκοψε τη συνεργασία τους. Ωστόσο, και μόνο το γεγονός ότι έφυγε βιαστικά από τη Νάξο πριν αποκαλυφθεί το έγκλημα, είναι επιβαρυντικό γι’ αυτόν. Η προανάκριση βρίσκεται σε εξέλιξη και επίσημες ανακοινώσεις αναμένονται όταν ολοκληρωθεί. Στο μεταξύ, το θύμα του στυγερού εγκλήματος κηδεύτηκε την Τρίτη στο νησί μετά την ολοκλήρωση της νεκροτομής.










Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr