Από τα «ταμπού» στην καθιέρωση της κυπριακής διαλέκτου: Πώς τα Greeklish και τα social media άλλαξαν τα δεδομένα

Τι αποκαλύπτει νέα έρευνα για τη χρήση της κυπριακής διαλέκτου στον δημόσιο λόγο και τον ρόλο της ψηφιακής επικοινωνίας στην εξάπλωσή της

Το τραγούδι «Το Όνειρο» που συνέθεσε ο Ευαγόρας Καραγιώργης -ένα λυρικό κομμάτι αφιερωμένο στην κατεχόμενη Κερύνεια που απέσπασε το 1ο βραβείο στον Διαγωνισμό Σύνθεσης Κυπριακού Τραγουδιού το 1992-, αποτέλεσε ορόσημο για τη χρήση της κυπριακής διαλέκτου στην έντεχνη μουσική.

Ο δημιουργός του, ωστόσο, δέχθηκε απειλητικά τηλεφωνήματα και μηνύματα, καθώς είχε σπάσει ένα «ταμπού», αφού μέχρι και στα μέσα της δεκαετίας του 1990 η χρήση της κυπριακής διαλέκτου στη δημόσια σφαίρα υπαγόταν σε αυστηρούς κοινωνικούς περιορισμούς.

Η ελληνική κυπριακή θεωρείτο αποκλειστικό «κτήμα» της προφορικότητας και της λαϊκής κουλτούρας, σήμερα, όμως, έχει απενοχοποιηθεί, διεκδικώντας ενεργό ρόλο στην κάλυψη των σοβαρών δημόσιων ζητημάτων.

Η διεύρυνση των λειτουργιών της κυπριακής διαλέκτου στον γραπτό λόγο και προφορικό δημόσιο λόγο αποτυπώνεται στα αποτελέσματα έρευνας των Σπύρου Αρμοστή και Μάνου Βραχίμη με τίτλο «Τα παραδοσιακά όρια της κοινωνικής διγλωσσίας: η κυπριακή ελληνική στη σύγχρονη δημόσια σφαίρα», που παρουσίασε ο κ. Αρμοστής στο 11ο Διεθνές Συνέδριο «50 χρόνια από την επίσημη άρση της διγλωσσίας στην Ελλάδα: επαναπροσεγγίσεις με την ευκαιρία μιας επετείου», το οποίο διοργάνωσε το Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών [Μ. Τριανταφυλλίδη] του ΑΠΘ, στο Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών.


Τα ευρήματα της έρευνας, όπως εξήγησε ο κ. Αρμοστής, ο οποίος είναι Επίκουρος Καθηγητής Γλωσσολογίας στο Τμήμα Αγγλικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου, δείχνουν μια σταδιακή επαναδιαπραγμάτευση των γλωσσικών ορίων, όπου η τοπική ποικιλία αποκτά μεγαλύτερη ορατότητα και κύρος, συνυπάρχοντας παράλληλα με την κυριαρχία της τυπικής γλώσσας.

Από τις απαντήσεις των συμμετεχόντων στην έρευνα προκύπτει η χρήση της ελληνικής κυπριακής εντός του πλαισίου της διγλωσσίας σε σχέση με τα τυποποιημένα ελληνικά, αναδεικνύοντας πως έχει επεκταθεί σε σύγχρονα μέσα, όπως τα social media, η διαφήμιση και οι δημόσιες διαμαρτυρίες, αποτυπώνοντας έτσι την αποδοχή της διαλέκτου σε διαφορετικά θέματα και κοινωνικά πεδία.

Συγκεκριμένα, τα αποτελέσματα της έρευνας δείχνουν ότι, αν και η Κοινή Νέα Ελληνική διατηρεί το προβάδισμα στα σοβαρά θέματα, η Αστική Κυπριακή (Μεσόλεκτος) καταγράφει πολύ υψηλά ποσοστά αποδοχής, ενώ σημαντική αποδοχή συγκεντρώνει και η Χωριάτικη Κυπριακή σε συγκεκριμένους τομείς.

Σε ό,τι αφορά τον προφορικό λόγο το 89,0% των συμμετεχόντων στην έρευνα υποστηρίζει την επέκταση της Κυπριακής διαλέκτου (38,4% επιθυμεί επέκταση σε ορισμένους πρόσθετους τομείς και 50,6% επιθυμεί επέκταση σε όλους τους τομείς και τα θέματα) και μόλις το 11,0% τάσσεται υπέρ της διατήρησης των παραδοσιακών περιορισμών.


Για τον γραπτό λόγο το 79,6% τάσσεται υπέρ της επέκτασης της Κυπριακής διαλέκτου (46,5% σε ορισμένους πρόσθετους τομείς και 33,1% σε όλους τους τομείς) και μόνο το 20,4% θεωρεί ότι πρέπει να παραμείνουν οι περιορισμοί.

Όπως επισήμανε ο κ. Αρμοστής, «η διεύρυνση των λειτουργιών της κυπριακής διαλέκτου δεν προϋποθέτει την άρση της διγλωσσίας ούτε την κατάργηση της κοινής ελληνικής».

Η Κοινή Ελληνική παραμένει ο βασικός θεσμικός κώδικας και το σημείο αναφοράς για τα επίσημα δελτία ειδήσεων και τα διοικητικά έγγραφα. Παράλληλα όμως, η Κυπριακή Ελληνική διαθέτει «αφανές κύρος», καθώς χαρακτηρίζεται από φυσικότητα, ειλικρίνεια, άνεση και αυθεντικότητα, λειτουργώντας ως ισχυρός δείκτης αλληλεγγύης και τοπικής ταυτότητας. Παράλληλα, η αναδυόμενη αστική μεσόλεκτος προσφέρει τη «χρυσή τομή», καθώς επιτρέπει στους ομιλητές να εκφράζονται δημόσια με σοβαρότητα και κύρος, διατηρώντας τα κυπριακά γλωσσικά στοιχεία χωρίς να εγκλωβίζονται στο φολκλόρ ή να αφομοιώνονται πλήρως από την πρότυπη ελληνική.

Το αυστηρό μοντέλο της κοινωνικής διγλωσσίας και η επανάσταση των Greeklish

Περιγράφοντας τη γλωσσική πραγματικότητα που είχε επικρατήσει για δεκαετίες στην Κύπρο, ο κ. Αρμοστής εξήγησε πως κινούνταν εντός τους αυστηρού μοντέλου της κοινωνικής διγλωσσίας (diglossia), όπως το διατύπωσε το 1959 ο γλωσσολόγος Τσαρλς Φέργκιουσον, σύμφωνα με τον οποίο δύο διαφορετικές ποικιλίες της ίδιας γλώσσας συνυπάρχουν σε μια κοινότητα, έχοντας αυστηρά διαχωρισμένους κοινωνικούς ρόλους.

Στο διγλωσσικό αυτό περιβάλλον, η Κοινή Νέα Ελληνική λειτουργούσε ως η «υψηλή ποικιλία» (High variety) και κυριαρχούσε στη διοίκηση, την εκπαίδευση, τους θεσμούς, τη δικαιοσύνη και τα επίσημα μέσα μαζικής ενημέρωσης, ενώ η Κυπριακή Ελληνική περιοριζόταν ως η «χαμηλή ποικιλία» (Low variety) στην καθημερινή προφορική επικοινωνία, την οικογένεια και τις ανεπίσημες συναναστροφές.


Όποια προσπάθεια καταβλήθηκε για να χρησιμοποιηθεί η διάλεκτος σε σοβαρά, τραγικά ή εθνικά θέματα συναντούσε έντονες κοινωνικές αντιδράσεις, καθώς θεωρείτο αδιανόητη η εκφορά «σοβαρού λόγου» στη ντοπιολαλιά. Η κυπριακή διάλεκτος θεωρείτο κατάλληλη μόνο για το αστείο, το γραφικό και το παραδοσιακό, ενώ η Κοινή Νέα Ελληνική θεωρείτο ο μόνος επεξεργασμένος κώδικας ικανός να εκφράσει υψηλά νοήματα.

Τη μεγάλη ανατροπή στη σχέση των Κυπρίων με τον γραπτό διαλεκτικό λόγο έφεραν στα τέλη της δεκαετίας του 1990 και τις αρχές της δεκαετίας του 2000 οι τεχνολογικές εξελίξεις της εποχής, με την εισαγωγή των γραπτών μηνυμάτων SMS, των δωματίων συνομιλίας (IRC), των πρώτων ιστολογίων (blogs) και του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, τα οποία δημιούργησαν ένα νέο είδος επικοινωνίας που οι γλωσσολόγοι ονομάζουν «πληκτρολογούμενη προφορικότητα», όπου οι χρήστες πληκτρολογούν όπως ακριβώς μιλούν.

Στο πλαίσιο αυτό τα Greeklish έδωσαν λύση στο αδιέξοδο της γραφής της κυπριακής διαλέκτου, επιτρέποντας την εύκολη καταγραφή ιδιομορφιών και φωνημάτων της Κυπριακής που δεν αποδίδονται άμεσα στο αλφάβητο της νέας ελληνικής.

Η ψηφιακή τριβή αύξησε κατακόρυφα την ορατότητα της διαλέκτου και εδραίωσε τη «νομιμοποίηση» της στη δημόσια σφαίρα και σταδιακά η χρήση της μεταπήδησε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, σε αναρτήσεις σε ιστολόγια, σε συνθήματα στους τοίχους και τελικά στην πεζογραφία και τη λογοτεχνία, χρησιμοποιώντας πλέον και το ελληνικό αλφάβητο.

Σήμερα, όπως επισήμανε ο κ. Αρμοστής, η κυπριακή διάλεκτος έχει απενοχοποιηθεί πλήρως και έτσι τα πανό και τα πλάκατ των διαδηλώσεων γράφονται στην κυπριακή διάλεκτο, ενώ και η εγχώρια ραπ και hip-hop σκηνή υιοθέτησε πλήρως την κυπριακή διάλεκτο -ένας Κύπριος ράπερ θεωρείται μη αυθεντικός αν εκφράζει τα βιώματά του σε μια γλωσσική μορφή που δεν είναι η φυσική του-, αλλά και στη διαφήμιση χρησιμοποιείται η διάλεκτος για να δημιουργήσει οικειότητα.

Τέλος, η κυπριακή διάλεκτος χρησιμοποιείται ακόμη και σε σύγχρονα μυθιστορήματα, στο θέατρο και τον κινηματογράφο, αλλά και στη μετάφραση κλασικών και πολιτικών κειμένων υψηλής διανόησης, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το Κομμουνιστικό Μανιφέστο.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr