Όταν έκρυψαν τον Έφηβο των Αντικυθήρων στις καταπακτές: Η μυστική επιχείρηση διάσωσης των αρχαίων από τους ναζί

Οι αρχαιολόγοι έκρυψαν σε καταπακτές τους θησαυρούς της κλασικής αρχαιότητας, όπως τον Έφηβο των Αντικυθήρων, για να μην πέσουν στα χέρια του κατακτητή - Μια συναρπαστική ιστορία πατριωτισμού μέσα από τη διπλή έκθεση «Διαιρεμένο παρελθόν - Ελληνογερμανικές σχέσεις σε σκοτεινούς καιρούς»

Είναι αρκετή μια ματιά στη φωτογραφία από τις δραματικές ημέρες του χειμώνα του 1940, η οποία αποτυπώνει με τον πλέον αδιάψευστο τρόπο την παράδοξη, σχεδόν μεταφυσική συνθήκη της Ιστορίας: αρχαία αγάλματα, αποκαθηλωμένα, στέκονται στο εσωτερικό του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, έτοιμα να επιστρέψουν στη γη από την οποία ανασύρθηκαν έπειτα από αιώνες, προκειμένου να διασωθούν από μια επερχόμενη καταστροφή.

Είναι σαν οι αρχαίοι θεοί, οι μαρμάρινοι έφηβοι και οι χάλκινοι ήρωες, έχοντας ήδη διανύσει τη μακρά διαδρομή από την αρχαιότητα στον μεταπολεμικό κόσμο, να υπόκεινται σε μια δεύτερη, αναγκαστική κατάβαση στον Αδη, αυτή τη φορά με την πολύτιμη συνδρομή των ίδιων των ανθρώπων που είχαν αφιερώσει τη ζωή τους στην ανάσυρσή τους στο φως.

Πράξη αντίστασης

Γιατί εκείνες τις πρώτες, άκρως δραματικές εβδομάδες του 1940, η Ελλάδα δεν είχε να αντιμετωπίσει μόνο το κακό που ενέσκηψε εξαιτίας της γερμανικής κατοχής, αλλά και την απειλή των καταστροφών και των βομβαρδισμών, που απλώνονταν σαν μαύρη σκιά πάνω από τους ανθρώπους και τους θησαυρούς μας. Ως εκ τούτου, λίγες ημέρες μετά την 28η Οκτωβρίου του 1940, η Διεύθυνση Αρχαιολογίας του υπουργείου Παιδείας εκδίδει ειδικές τεχνικές οδηγίες για τη διάσωση των μουσειακών εκθεμάτων και μια πρωτοφανής επιχείρηση αρχίζει να εξελίσσεται πίσω από τις κλειστές πόρτες του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου.

Αρχαιολόγοι, συντηρητές, τεχνίτες και εργαζόμενοι αναλαμβάνουν να αποσυναρμολογήσουν ολόκληρο τον εκθεσιακό κόσμο του Μουσείου, να εγκιβωτίσουν τα μικρότερα αντικείμενα και να καταχώσουν τα μεγάλα γλυπτά σε ειδικά ορύγματα, καλύπτοντάς τα με προστατευτικά υλικά και άμμο. Πρόκειται για μια σχεδόν αντιστροφή της αρχαιολογικής διαδικασίας, μια συμβολική ακύρωση της ανασκαφής: αντί να αποκαλύπτουν τα αρχαία, οι επιστήμονες τα θάβουν, τα αποσύρουν από την κοινή θέα, έχοντας συνειδητοποιήσει ότι η επιβίωση της πολιτιστικής μνήμης προϋποθέτει, σε ορισμένες ιστορικές συγκυρίες, την προσωρινή εξαφάνισή της. Η Σέμνη Καρούζου, έφορος της Συλλογής Αγγείων και Μικροτεχνίας, θα περιγράψει αργότερα με συγκλονιστική παραστατικότητα εκείνες τις ημέρες, θυμούμενη πως οι εργαζόμενοι συγκεντρώνονταν στο Μουσείο πολύ νωρίς, πριν ακόμη χαθεί το φως της Σελήνης, και επέστρεφαν στα σπίτια τους όταν είχε ήδη νυχτώσει.

Η μαρτυρία της, δημοσιευμένη στα πρακτικά του πρώτου συνεδρίου του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων, αποδίδει τη σωματική εξάντληση αλλά και τη συλλογική αυταπάρνηση εκείνων που εργάζονταν επί μήνες για να ολοκληρώσουν την απόκρυψη: «Η φύλαξη των γλυπτών έγινε ανάλογα με τη σημασία του καθενός, μέσα σε κάθε κιβώτιο ή πάνω στο χώμα. Αρκετά σπουδαία αγάλματα μεταφέρθηκαν σε φυσικά κρησφύγετα της Αθήνας για να αποφευχθεί η συγκέντρωση σ’ έναν τόπο. Τα μεγάλα χάλκινα αγάλματα σκεπάστηκαν πριν να ταφούν με μαύρα πισσόχαρτα, με πίσσα αλείφτηκαν μέσα και έξω οι κάσσες, μια αναγκαία προφύλαξη από την υγρασία. Ολο το πλήθος των μικρών χάλκινων φωτογραφήθηκε πριν από τον εγκιβωτισμό τους», έγραφε χαρακτηριστικά.

Οταν, επομένως, τα γερμανικά στρατεύματα εισέρχονται στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 1941, το έργο έχει ουσιαστικά ολοκληρωθεί. Οι αίθουσες είναι άδειες, τα σημαντικότερα εκθέματα αθέατα και ο αρχαιολογικός πλούτος της Ελλάδας δείχνει να έχει προστατευθεί τουλάχιστον από την άμεση απειλή της αρπαγής. Στο επίκεντρο αυτής της επιχείρησης βρίσκεται ο Χρήστος Καρούζος, διευθυντής του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, μία από τις σημαντικότερες μορφές της ελληνικής αρχαιολογίας, ο οποίος μαζί με τη σύζυγό του Σέμνη θα ταυτίσει την επιστημονική του ιδιότητα με μια βαθιά αίσθηση ιστορικής και ηθικής ευθύνης.

Χρήστος Καρούζος, ο ηρωικός διευθυντής του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου

Η στάση τους απέναντι στις κατοχικές αρχές υπήρξε εξαρχής κατηγορηματική. Την επομένη της εισόδου των Γερμανών στην Αθήνα, οι δύο αρχαιολόγοι αποχωρούν από το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο ως μέλη, απορρίπτοντας την ιδέα ότι θα μπορούσαν να διατηρηθούν αδιατάρακτες οι παλαιές επιστημονικές σχέσεις μέσα στις συνθήκες της στρατιωτικής κατοχής. Ο ίδιος θα επανέλθει στο ζήτημα μετά την Απελευθέρωση, σε συνέντευξη που παραχώρησε τον Ιούνιο του 1945 στο περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα», περιγράφοντας τις πιέσεις που ασκήθηκαν από Γερμανούς αρχαιολόγους για την επαναλειτουργία των μουσείων. Σύμφωνα με την αφήγησή του, τα επιχειρήματα άλλαζαν ανάλογα με τις περιστάσεις: άλλοτε προβαλλόταν η πεποίθηση ότι ο πόλεμος είχε ουσιαστικά τελειώσει, άλλοτε η υποτιθέμενη ανάγκη να προσφερθεί στους ανθρώπους, μέσα στη γενικευμένη δυστυχία, η παρηγοριά της τέχνης. Ο Καρούζος ως διορατικός άνθρωπος και επιστήμονας με σθένος είχε δει ότι πίσω από τους επιφανείς αρχαιολόγους, των οποίων το επιστημονικό έργο εκτιμούσε και σεβόταν, υπήρχε μια στρατιωτική δύναμη που εκ των πραγμάτων θα λειτουργούσε εναντίον και όχι υπέρ του αρχαιολογικού πολιτισμού και πλούτου. Η σύγκρουση γίνεται ακόμη πιο συγκεκριμένη τον Ιούνιο του 1941, όταν ο Γερμανός αρχαιολόγος Χανς Ούλριχ φον Σένενμπεκ, επικεφαλής της γερμανικής υπηρεσίας προστασίας των μνημείων τέχνης, απαίτησε να ανοίξει ξανά το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.

Οι γερμανικές αρχές προχώρησαν μάλιστα την κατάρτιση ενός καταλόγου με 103 αγάλματα που επιθυμούν να εκτεθούν, μεταξύ των οποίων ο χάλκινος θεός του Αρτεμισίου, ο Εφηβος των Αντικυθήρων και ο Εφηβος του Μαραθώνα. Ο Καρούζος αρνήθηκε τότε να συμμορφωθεί γνωρίζοντας ότι εκτός από επιστημονικό είχε και ανθρωπιστικό καθήκον απέναντι στην τεράστια κληρονομιά την οποία καλούνταν να προστατεύσει - μια ηθική διάσταση που αποτυπώνεται με ακρίβεια στην παραδοχή του από τη συνέντευξη του 1945, ότι οι Γερμανοί προσπαθούσαν να προσεταιριστούν τους Ελληνες συναδέλφους τους μέσω φαινομενικά αθώων πρωτοβουλιών, όταν υπογράμμιζε ότι «από πολλά χρόνια είχε πάψει (το Ινστιτούτο) να έχει σχέση με την επιστήμη».

Ο Εφηβος των Αντικυθήρων δεμένος με σχοινιά προκειμένου να μεταφερθεί στην κρύπτη του

Οι Γερμανοί αρχαιολόγοι

Απέναντι στον Καρούζο και τους Ελληνες συναδέλφους του αναπτύσσεται, ως αντίθετος, τελικά τότε πόλος, ο κόσμος της γερμανικής αρχαιολογικής παρουσίας στην Ελλάδα, που ωστόσο είχε ξεκινήσει ήδη από τον 19ο αιώνα και είχε συμβάλει καθοριστικά στην έρευνα της ελληνικής αρχαιότητας. Παρότι το γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους επιστημονικούς θεσμούς της χώρας, άμεσα συνδεδεμένος με ανασκαφές, δημοσιεύσεις και ερευνητικά προγράμματα διεθνούς ακτινοβολίας, δεν μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστο από την άνοδο του εθνικοσοσιαλισμού και τη μετέπειτα κατοχική κυβέρνηση.

Μετά την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων, το 1944, το κτίριο του γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου τίθεται υπό ελληνική διαχείριση, κατάσταση που θα διαρκέσει έως το 1951. Στο πλαίσιο της κατάσχεσης, αρχαιολογικά αντικείμενα, έγγραφα και φωτογραφικό υλικό μεταφέρονται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, ενώ το καλοκαίρι του 1945 κατάσχεται επιπλέον υλικό από την κατοικία του Βρέντε στη Φιλοθέη. Το μεγαλύτερο, ωστόσο, μέρος των ανεξάντλητων θησαυρών θα παραμείνει επί δεκαετίες στις αποθήκες του μουσείου, σαν μια δεύτερη, λιγότερο γνωστή αρχαιολογική κατάχωση, όχι πλέον εξαιτίας της απειλής του πολέμου, αλλά ως αποτέλεσμα των περίπλοκων μεταπολεμικών διαδικασιών διαχείρισης. Ανάμεσα στα κατασχεθέντα συγκαταλέγονται περίπου χίλιες αρχαιότητες, κυρίως θραύσματα αγγείων, καθώς και νομίσματα που φυλάσσονται στο Νομισματικό Μουσείο. Στο αρχειακό υλικό περιλαμβάνονται αρχαιολογικές σημειώσεις, σχέδια, χειρόγραφα, φωτογραφίες και αλληλογραφία, τεκμήρια που επιτρέπουν στους σημερινούς ερευνητές να ανασυνθέσουν όχι μόνο την ιστορία των αντικειμένων, αλλά και τις προσωπικές διαδρομές των ανθρώπων που τα διαχειρίστηκαν.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η μεταπολεμική στάση του Καρούζου, ο οποίος, παρά την κατηγορηματική αντίθεσή του στις κατοχικές αρχές, υπερασπίστηκε τη σημασία της διατήρησης των επιστημονικών συνόλων και των πληροφοριών που συνόδευαν τα αρχαιολογικά αντικείμενα. Η στάση αυτή φανερώνει τη διάκριση που έκανε ανάμεσα στην καταδίκη των πολιτικών επιλογών ενός θεσμού και στην ανάγκη προστασίας του ίδιου του επιστημονικού υλικού.

Η λευκή λήκυθος

Αυτή την πολυεπίπεδη και συχνά αντιφατική ιστορία αναδεικνύει επομένως η έκθεση «Διαιρεμένο παρελθόν - Ελληνογερμανικές σχέσεις σε σκοτεινούς καιρούς», που εγκαινιάστηκε στις 12 Οκτωβρίου 2026 και παρουσιάζεται παράλληλα στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο και στο γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο έως τις 31 Ιανουαρίου 2027. Η επέτειος της Απελευθέρωσης της πόλης της Αθήνας αλλά και του επικείμενου εορτασμού του ηρωικού Οχι στους κατακτητές δεν είναι τυχαία, καθώς η έκθεση αναμετριέται με την προβληματική σχέση αρχαιολογικής έρευνας και κατοχικής εξουσίας, τη διαχείριση των πολιτιστικών αγαθών και τις μεταπολεμικές διεκδικήσεις. Ενδεικτικό και άκρως παραστατικό είναι το παράδειγμα της αττικής λευκής ληκύθου, με τις λεπτές ανάγλυφες παραστάσεις της, που μαρτυρά όλη την ιστορία της σύνδεσης με τις αρχαιολογικές συλλογές του Μεσοπολέμου, τη γερμανική κατοχή και την επακόλουθη κατάσχεση της περιουσίας του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου αμέσως μετά τον Πόλεμο: χάρη σε δύο φωτογραφίες του 1927 και του 1929 από τα φωτογραφικά αρχεία του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου κατάφερε να γίνει η ταύτισή της και να διαπιστωθεί ότι είναι από αυτές που είχαν περάσει στην κατοχή του τότε διευθυντή του ινστιτούτου Ερνστ Μπούσορ.

Η αφήγηση της έκθεσης, που ξεδιπλώνεται ανάμεσα λοιπόν σε επιλεγμένες αρχαιότητες, φωτογραφίες, έγγραφα και καταλόγους, προκύπτει ακριβώς από τις σχέσεις των δύο αρχαιολογικών οργανισμών έως την απόκρυψη των εκθεμάτων το 1940-1941, την περίοδο της Κατοχής, την κατάσχεση του 1944 και τη σύγχρονη προσπάθεια διερεύνησης των αρχείων. Στο Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο, η έκθεση συνεχίζεται στο φουαγιέ και στη βιβλιοθήκη, στους ίδιους χώρους όπου διαδραματίστηκαν ορισμένα από τα γεγονότα που αφηγείται. Εκεί, αρχαιολογικά θραύσματα, ιστορικά τεκμήρια και ερευνητικές περιπτώσεις φωτίζουν τη συγκρότηση της συλλογής και τις διαφορετικές διαδρομές των αντικειμένων της.

Η έκθεση αποτελεί καρπό ενός κοινού ερευνητικού προγράμματος της περιόδου 2024-2026, το οποίο επιχειρεί να αποκαταστήσει την ιστορία της κατάσχεσης και να διερευνήσει τη διαμόρφωση των σχέσεων των δύο ιδρυμάτων σε δύσκολες ιστορικές συνθήκες. Η συνεργασία αποκτά έτσι μια ιδιαίτερη συμβολική σημασία καθώς προσπαθεί να βει έναν κοινό χώρο επιστημονικής έρευνας και κριτικής αναμέτρησης με το παρελθόν, ξεπερνώντας τα προφανή σημεία των συγκρούσεων και της μαύρης περιόδου της Κατοχής εστιάζοντας στο κοινό επιστημονικό ενδιαφέρον για τον κόσμο της Αρχαιότητας.

Η επιμονή

Η ιστορία, ωστόσο, έχει και μια άλλη, λιγότερο γνωστή συνέχεια. Τον Δεκέμβριο του 1944, στη διάρκεια των Δεκεμβριανών, το κτίριο του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου υφίσταται σοβαρές ζημιές. Η Σέμνη Καρούζου θυμάται ότι βόμβες έπληξαν την ξύλινη στέγη του παλαιού κτιρίου, χωρίς όμως να φτάσουν στα αρχαία μάρμαρα, που παρέμεναν προστατευμένα βαθιά μέσα στο χώμα. Η πραγματική επιστροφή τους στο φως θα πραγματοποιηθεί σταδιακά μετά τον πόλεμο. Το 1947 ανοίγουν ξανά οι τρεις πρώτες αίθουσες του Μουσείου, στη νέα πτέρυγα με είσοδο από την οδό Τοσίτσα, και ανάμεσα στα έργα που παρουσιάζονται βρίσκεται ο Κούρος του Αριστοδίκου. Ο Χρήστος Καρούζος θα επιμείνει, ακόμη και μέσα στη μεταπολεμική αναστάτωση, στην ανάγκη αποκατάστασης της λειτουργίας του Μουσείου ως χώρου δημόσιας παιδείας και επιστημονικής έρευνας.

Η επιστροφή των αρχαιοτήτων στις αίθουσες δεν αποτελούσε απλώς την αποκατάσταση μιας μουσειακής κανονικότητας, αλλά και μια συμβολική επανασύνδεση της χώρας με το ιστορικό της παρελθόν, ύστερα από μια σκοτεινή περίοδο υψηλού ρίσκου και δοκιμασίας.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr