Διαμαρτυρία για τους περιορισμένους διορισμούς θεολόγων στο ΑΠΘ, τι ζητά η Θεολογική Σχολή

Συμπαρίσταται στους αδιόριστους θεολόγους, διαμαρτύρεται για την απουσία του μαθήματος της θρησκευτικής εκπαίδευσης από τα σχολεία του Διεθνούς Απολυτηρίου

Τον έντονο προβληματισμό και τη διαμαρτυρία της για τον διαχρονικά περιορισμένο αριθμό μόνιμων διορισμών και προσλήψεων αναπληρωτών εκπαιδευτικών του κλάδου ΠΕ01 (Θεολόγων) στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση εκφράζει η Θεολογική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ).

Με ψήφισμα που εκδόθηκε στις 23 Οκτωβρίου 2026, τα Τμήματα Θεολογίας και Κοινωνικής Θεολογίας και Χριστιανικού Πολιτισμού, διά της Κοσμητείας της Σχολής, αναδεικνύουν το ζήτημα της στελέχωσης των σχολικών μονάδων με εκπαιδευτικούς, που διαθέτουν την κατάλληλη επιστημονική και παιδαγωγική κατάρτιση.

Παράλληλα, επισημαίνουν τις συνέπειες, που μπορεί να έχει η περιορισμένη απορρόφηση αποφοίτων θεολογικών σχολών, τόσο για την εκπαιδευτική διαδικασία, όσο και για τη διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών. Η παρέμβαση της Θεολογικής Σχολής συνδέει το ζήτημα των διορισμών με ευρύτερα ερωτήματα για την ποιότητα της εκπαίδευσης, την αξιοποίηση της επιστημονικής εξειδίκευσης των εκπαιδευτικών και τη θέση της θρησκευτικής εκπαίδευσης στο σύγχρονο σχολείο.

Τα κενά στα σχολεία και η επιστημονική εξειδίκευση των εκπαιδευτικών

Η Θεολογική Σχολή υπογραμμίζει, ότι η περιορισμένη απορρόφηση θεολόγων με εξειδικευμένη επιστημονική και παιδαγωγική κατάρτιση εγείρει σοβαρά ζητήματα ως προς τη σύνδεση της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης με τις πραγματικές ανάγκες του εκπαιδευτικού συστήματος. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, η συγκεκριμένη πολιτική στελέχωσης συνιστά «μη αποδεκτή εκπαιδευτική πρακτική», καθώς συμβάλλει στη διατήρηση σημαντικών κενών στις σχολικές μονάδες και οδηγεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, στην ανάθεση διδακτικών αντικειμένων σε εκπαιδευτικούς χωρίς την απαιτούμενη επιστημονική εξειδίκευση στη θρησκευτική εκπαίδευση.

Η Σχολή εκτιμά, επομένως, ότι το ζήτημα δεν αφορά αποκλειστικά τις επαγγελματικές προοπτικές των αποφοίτων των θεολογικών τμημάτων. Συνδέεται, παράλληλα, με την ανάγκη να διασφαλίζεται ότι το μάθημα διδάσκεται από εκπαιδευτικούς με τις κατάλληλες γνώσεις και την αντίστοιχη παιδαγωγική προετοιμασία. Η θέση αυτή επαναφέρει στο προσκήνιο τη συζήτηση για τον σχεδιασμό των προσλήψεων στην εκπαίδευση, την καταγραφή των πραγματικών αναγκών των σχολείων και την αντιστοίχιση των διαθέσιμων εκπαιδευτικών με τις ειδικότητες που απαιτούνται.

Τα στοιχεία για τους διορισμούς θεολόγων

Το ζήτημα των διορισμών μπορεί να εξεταστεί και μέσα από τα επίσημα στοιχεία του Υπουργείου Παιδείας για τις προσλήψεις εκπαιδευτικών. Ενδεικτικά, πέρσι, στην ανακοίνωση της 8ης Αυγούστου 2025 για τους 10.000 νέους διορισμούς εκπαιδευτικών για το σχολικό έτος 2025-2026, το Υπουργείο περιέλαβε 90 θέσεις θεολόγων ΠΕ01 στη Δευτεροβάθμια Γενική Εκπαίδευση και πέντε θέσεις του ίδιου κλάδου στη Δευτεροβάθμια Ειδική Αγωγή και Εκπαίδευση.

Σημειώνεται, ότι τα συγκεκριμένα στοιχεία αφορούν στους μόνιμους διορισμούς, χωρίς ωστόσο, να αποτυπώνεται το σύνολο των αναγκών σε θεολόγους. Το ψήφισμα της Θεολογικής Σχολής δεν περιορίζεται σε έναν απολογισμό των διαθέσιμων θέσεων. Θέτει ως βασικό ζητούμενο την επανεξέταση της πολιτικής στελέχωσης με βάση τις πραγματικές ανάγκες των σχολικών μονάδων και την επιστημονική συνάφεια μεταξύ των προσόντων των εκπαιδευτικών και του αντικειμένου που καλούνται να διδάξουν.

Γιατί η θρησκευτική εκπαίδευση θεωρείται σημαντική σήμερα

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο ψήφισμα στον ρόλο της θρησκευτικής εκπαίδευσης σε μια περίοδο, κατά την οποία οι διεθνείς εξελίξεις, οι γεωπολιτικές ανακατατάξεις και η αυξανόμενη πολιτισμική πολυμορφία επηρεάζουν την καθημερινότητα των κοινωνιών.

Η Θεολογική Σχολή επισημαίνει, ότι η διάδοση στερεοτύπων και παραπληροφόρησης καθιστά ακόμη πιο σημαντική την παροχή επιστημονικά τεκμηριωμένης γνώσης σχετικά με τις θρησκείες και τον ιστορικό, κοινωνικό και δημόσιο ρόλο τους. Σύμφωνα με το ψήφισμα, η γνώση αυτή συμβάλλει στην κατανόηση του σύγχρονου κόσμου, στην καλλιέργεια της κριτικής σκέψης, στην προαγωγή του διαπολιτισμικού διαλόγου και στην αντιμετώπιση του φανατισμού και της μισαλλοδοξίας.

Η προσέγγιση αυτή τοποθετεί τη θρησκευτική εκπαίδευση σε ένα ευρύτερο κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο. Η μελέτη των θρησκειών δεν αφορά μόνο την κατανόηση των επιμέρους δογμάτων και παραδόσεων, αλλά και την εξέταση της επίδρασής τους στην ιστορία, στις κοινωνικές σχέσεις, στον πολιτισμό και στη διαμόρφωση αντιλήψεων και συμπεριφορών. Η επιστημονική προσέγγιση του αντικειμένου μπορεί, συνεπώς, να συμβάλει στην κατανόηση διαφορετικών πολιτισμικών αναφορών και στην ανάπτυξη της ικανότητας των μαθητών να αξιολογούν πληροφορίες, να αναγνωρίζουν στερεότυπα και να προσεγγίζουν με κριτικό πνεύμα σύνθετα κοινωνικά ζητήματα.

Υπό αυτό το πρίσμα, η Θεολογική Σχολή υποστηρίζει, ότι η συστηματική διδασκαλία του αντικειμένου από εκπαιδευτικούς με την κατάλληλη επιστημονική εξειδίκευση αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την αποτελεσματική εκπαιδευτική του λειτουργία.

Το αίτημα για επανεξέταση της πολιτικής στελέχωσης

Με βάση τα παραπάνω, η Θεολογική Σχολή του ΑΠΘ ζητά την επανεξέταση της πολιτικής στελέχωσης της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, με γνώμονα δύο βασικές αρχές: την κάλυψη των πραγματικών εκπαιδευτικών αναγκών και τη συνάφεια ανάμεσα στα επιστημονικά προσόντα των εκπαιδευτικών και στο αντικείμενο διδασκαλίας.

Το αίτημα αφορά τον τρόπο, με τον οποίο σχεδιάζονται και υλοποιούνται οι διορισμοί και οι προσλήψεις αναπληρωτών, αλλά και την ανάγκη να αξιοποιείται η εξειδικευμένη γνώση που παρέχεται από τα πανεπιστημιακά τμήματα. Μάλιστα, η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τους αποφοίτους, που διαθέτουν τα απαραίτητα προσόντα για τη διδασκαλία του μαθήματος, αλλά αντιμετωπίζουν περιορισμένες δυνατότητες επαγγελματικής απορρόφησης.

Παράλληλα, η Σχολή συνδέει το ζήτημα με τη λειτουργία των σχολικών μονάδων, επισημαίνοντας ότι η παρατεταμένη διατήρηση κενών και η ανάθεση διδακτικών αντικειμένων χωρίς την αντίστοιχη επιστημονική εξειδίκευση δημιουργούν προβληματισμό για τον τρόπο οργάνωσης της εκπαιδευτικής διαδικασίας.

Συμπαράσταση στους αδιόριστους θεολόγους

Στο ψήφισμά της, η Θεολογική Σχολή εκφράζει ρητά τη συμπαράστασή της στους αγώνες των αδιόριστων θεολόγων για την αποκατάσταση, όπως αναφέρει, της αδικίας που απορρέει από τον εξαιρετικά περιορισμένο αριθμό διορισμών στον κλάδο.

Η Σχολή αναδεικνύει την ανάγκη να αντιμετωπιστεί το ζήτημα όχι μόνο ως θέμα επαγγελματικής αποκατάστασης, αλλά και ως ζήτημα εκπαιδευτικού σχεδιασμού. Η αξιοποίηση επιστημονικά καταρτισμένων εκπαιδευτικών, σύμφωνα με τη θέση της, πρέπει να συνδέεται με την καταγραφή των αναγκών των σχολείων και την κατάλληλη στελέχωσή τους.

Η απουσία του μαθήματος στα σχολεία του Διεθνούς Απολυτηρίου

Ένα ακόμη ζήτημα, που αναδεικνύεται στο ψήφισμα αφορά στην απουσία διδασκαλίας του μαθήματος της θρησκευτικής εκπαίδευσης στα σχολεία, που προσφέρουν το πρόγραμμα του Διεθνούς Απολυτηρίου, γνωστό ως International Baccalaureate (IB).

Η Θεολογική Σχολή εκφράζει τον έντονο προβληματισμό και τη διαμαρτυρία της για το συγκεκριμένο θέμα, εντάσσοντάς το στη συνολικότερη συζήτηση για τη θέση της θρησκευτικής εκπαίδευσης στο σχολικό περιβάλλον.

Επισημαίνεται, ότι το Διεθνές Απολυτήριο αποτελεί διεθνές εκπαιδευτικό πρόγραμμα με συγκεκριμένη δομή μαθημάτων και απαιτήσεων. Στο πρόγραμμα Diploma Programme του οργανισμού International Baccalaureate περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, το μάθημα «World Religions» («Θρησκείες του κόσμου»), το οποίο έχει σχεδιαστεί για τη συστηματική, αναλυτική και αντικειμενική μελέτη διαφορετικών θρησκευτικών παραδόσεων.

Σύμφωνα με την επίσημη περιγραφή του οργανισμού, το μάθημα αποσκοπεί στην κατανόηση του τρόπου με τον οποίο οι θρησκείες επηρεάζουν τη ζωή των ανθρώπων, καθώς και στην ενίσχυση του σεβασμού απέναντι στη θρησκευτική και πολιτισμική πολυμορφία. Ο οργανισμός έχει, επίσης, ανακοινώσει ότι το νέο μάθημα «Religion and Society» («Θρησκεία και Κοινωνία») θα εισαχθεί τον Φεβρουάριο του 2027, με την πρώτη διδασκαλία να προγραμματίζεται για τον Αύγουστο του ίδιου έτους και την πρώτη αξιολόγηση για τον Μάιο του 2029.

Ωστόσο, η ύπαρξη αυτών των μαθημάτων στο διεθνές πρόγραμμα, δεν σημαίνει ότι προσφέρονται αυτομάτως από κάθε σχολείο, που εφαρμόζει το IB. Αναδεικνύει, όμως, ότι η ακαδημαϊκή μελέτη των θρησκειών αποτελεί αντικείμενο που εντάσσεται στο ευρύτερο εκπαιδευτικό πλαίσιο του οργανισμού.

Η θέση της Θεολογικής Σχολής

Το ψήφισμα της 23ης Οκτωβρίου 2026 καταλήγει σε μια συνολική παρέμβαση για την πολιτική διορισμών, την αξιοποίηση των θεολόγων με εξειδικευμένη επιστημονική και παιδαγωγική κατάρτιση και τη θέση της θρησκευτικής εκπαίδευσης στο σύγχρονο σχολείο.

Σε κάθε περίπτωση, το ζητούμενο είναι, η εκπαιδευτική πολιτική να ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες των μαθητών και των σχολικών μονάδων, διασφαλίζοντας παράλληλα την αξιοποίηση της επιστημονικής γνώσης και της κατάλληλης παιδαγωγικής κατάρτισης.

Ψήφισμα της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκη, 23/10/2026


«Τα Τμήματα Θεολογίας και Κοινωνικής Θεολογίας και Χριστιανικού Πολιτισμού διά της Κοσμητείας της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου εκφράζουν τον έντονο προβληματισμό και τη διαμαρτυρία τους για τον διαχρονικά περιορισμένο αριθμό μόνιμων διορισμών και προσλήψεων αναπληρωτών εκπαιδευτικών του κλάδου ΠΕ01 (Θεολόγων) στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση.

Η περιορισμένη απορρόφηση θεολόγων με εξειδικευμένη επιστημονική και παιδαγωγική κατάρτιση εγείρει σοβαρά ζητήματα ως προς τη σύνδεση της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης με τις πραγματικές ανάγκες του εκπαιδευτικού συστήματος. Παράλληλα, η συγκεκριμένη πολιτική στελέχωσης συνιστά μη αποδεκτή εκπαιδευτική πρακτική, καθώς συμβάλλει στη διατήρηση σημαντικών κενών στις σχολικές μονάδες και οδηγεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, στην ανάθεση διδακτικών αντικειμένων σε εκπαιδευτικούς χωρίς την απαιτούμενη επιστημονική εξειδίκευση στη θρησκευτική εκπαίδευση.

Οι συνέπειες είναι ιδιαίτερα κρίσιμες για τη θρησκευτική εκπαίδευση στη χώρα, ιδίως σε μια εποχή έντονης γεωπολιτικής ρευστότητας, αυξανόμενης πολιτισμικής πολυμορφίας και διάδοσης στερεοτύπων και παραπληροφόρησης. Η επιστημονικά τεκμηριωμένη γνώση των θρησκειών και του ιστορικού, κοινωνικού και δημόσιου ρόλου τους συμβάλλει στην κατανόηση του σύγχρονου κόσμου, στην καλλιέργεια της κριτικής σκέψης, στην προαγωγή του διαπολιτισμικού διαλόγου και στην αντιμετώπιση του φανατισμού και της μισαλλοδοξίας. Καθίσταται, επομένως, αναγκαία η διασφάλιση της συστηματικής διδασκαλίας του αντικειμένου από εκπαιδευτικούς με την κατάλληλη επιστημονική εξειδίκευση.

Στο πλαίσιο αυτό, η Θεολογική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου ζητά την επανεξέταση της πολιτικής στελέχωσης της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, με γνώμονα τις πραγματικές εκπαιδευτικές ανάγκες και την επιστημονική συνάφεια μεταξύ των προσόντων των εκπαιδευτικών και του αντικειμένου διδασκαλίας.

Παράλληλα, εκφράζει τη συμπαράστασή της στους αγώνες των αδιόριστων θεολόγων για την αποκατάσταση της αδικίας που απορρέει από τον εξαιρετικά περιορισμένο αριθμό διορισμών στον κλάδο. Τέλος, εκφράζει τον έντονο προβληματισμό της και διαμαρτύρεται για την απουσία διδασκαλίας του μαθήματος θρησκευτικής εκπαίδευσης στα σχολεία που προσφέρουν το πρόγραμμα του Διεθνούς Απολυτηρίου».

Θεολογική Σχολή Αριστοτελείου Πανεπιστημίου
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr