Κεχαγιόγλου: Η ισχύς της Δικαιοσύνης αποτυπώνεται και στην προσήλωσή της στους κανόνες του κράτους δικαίου

Σε διεθνές συνέδριο για το οργανωμένο έγκλημα και το ξέπλυμα μαύρου χρήματος που οργανώθηκε στη Νάπολη πήρε μέρος ο γνωστός Έλληνας ποινικολόγος

Η αποφασιστική αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος δεν μπορεί να επιτυγχάνεται εις βάρος των εγγυήσεων της δίκαιης δίκης και της εξατομίκευσης της ποινικής ευθύνης: Αυτός ήταν ο βασικός άξονας της τοποθέτησης του ποινικολόγου Σάκη Κεχαγιόγλου, στο διεθνές νομικό συνέδριο της Ενωσης Ποινικολόγων Ιταλίας, της Ένωσης Ποινικολόγων και Μαχομένων Δικηγόρων Ελλάδος και του Δικηγορικού Συλλόγου Κέρκυρας, που έγινε την Παρασκευή 16 Οκτωβρίου, στη Νάπολη. Αντικείμενο του συνεδρίου ήταν το οργανωμένο έγκλημα και η νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα.

Το συνέδριο πραγματοποιήθηκε στη ιστορική Βιβλιοθήκη «A. De Marsico» του Castel Capuano, ενός εμβληματικού χώρου της ιταλικής δικαιοσύνης, με τη συμμετοχή διακεκριμένων Ελλήνων και Ιταλών ποινικολόγων, πανεπιστημιακών και εκπροσώπων δικηγορικών φορέων.

«Η ισχύς της Δικαιοσύνης αποτυπώνεται όχι μόνο στην ικανότητά της να αντιμετωπίζει σοβαρές μορφές εγκληματικότητας, αλλά και στην προσήλωσή της στους κανόνες του κράτους δικαίου», επισήμανε ο γνωστός ποινικολόγος και Άρχων Μέγας Λογοθέτης του Νόμου και Δικαιοφύλαξ των Πατριαρχείων Κωνσταντινουπόλεως και Αλεξανδρείας, στην εισήγησή του, με τίτλο «Από τη Νάπολη στην Αθήνα: Οργανωμένο Έγκλημα και Δικαιοσύνη», που αποτέλεσε μια συγκριτική προσέγγιση της ελληνικής και της ιταλικής εμπειρίας στην αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος, συνδυάζοντας την ιστορική αναδρομή με τη δικαστηριακή πράξη και τις σύγχρονες προκλήσεις του ποινικού δικαίου.


Ο Έλληνας ποινικολόγος αναφέρθηκε στις εμβληματικές δικαστικές αναμετρήσεις της Ιταλίας με τη Μαφία, στο ιστορικό Maxiprocesso του Παλέρμο και στην παρακαταθήκη των δικαστών Τζοβάνι Φαλκόνε και Πάολο Μπορσελίνο, οι οποίοι δολοφονήθηκαν εξαιτίας της δράσης τους κατά του οργανωμένου εγκλήματος.

Παράλληλα, ανέδειξε σημαντικές πτυχές της ελληνικής δικαστικής εμπειρίας, με ιδιαίτερες αναφορές στην υπόθεση της τρομοκρατικής οργάνωσης «17 Νοέμβρη», στη δίκη της οποίας είχε συμμετάσχει ως συνήγορος υποστήριξης της κατηγορίας, καθώς και στις ιδιαίτερες νομικές προκλήσεις που ανέκυψαν από τη δικαστική αντιμετώπιση εγκληματικών οργανώσεων στην Ελλάδα.

Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε στη διάκριση ανάμεσα στη συλλογική εγκληματική δράση και την ατομική ποινική ευθύνη, με τον κ. Κεχαγιόγλου να αναδεικνύει την ανάγκη κάθε κατηγορία να θεμελιώνεται σε συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία και όχι σε γενικεύσεις που απορρέουν από τη βαρύτητα ή τη δημοσιότητα μιας υπόθεσης.

Στην εισήγησή του εξετάστηκε επίσης η σημασία της Σύμβασης του Παλέρμο για την καταπολέμηση του διεθνικού οργανωμένου εγκλήματος, καθώς και η αναγκαία ισορροπία ανάμεσα στην αποτελεσματική ποινική καταστολή και στον σεβασμό των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου.

Η συμμετοχή του Σάκη Κεχαγιόγλου σε αυτή τη διεθνή επιστημονική συνάντηση ανέδειξε τη συμβολή της ελληνικής ποινικής δικηγορίας στον ευρωπαϊκό διάλογο για το οργανωμένο έγκλημα, την τρομοκρατία και τις εγγυήσεις της ποινικής δικαιοσύνης, σε μια εποχή κατά την οποία η διεθνής συνεργασία αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της διασυνοριακής εγκληματικότητας.

Στην αρχή του συνεδρίου απηύθυναν χαιρετισμούς ο Πρόεδρος της Ένωσης Ποινικολόγων και Μαχόμενων δικηγόρων Ελλάδος, Δημήτριος Γκαβέλας, ο Πρόεδρος της Ένωσης Ποινικολόγων Ιταλίας, Francesco Petrelli, ο Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Κέρκυρας, Ιωάννης Κοντός και οι Πρόεδροι των Δικηγορικών Συλλόγων Νάπολης και Μιλάνου, Carmine Foreste και Antonino La Lumia.

Μετά την εναρκτήρια ομιλία του Σάκη Κεχαγιόγλου, τον λόγο έλαβαν κατά σειρά με εισηγήσεις τους, από μέρους των Ελλήνων προσκεκλημένων οι καθηγητές του Ποινικού Δικαίου, Αθανάσιος Ζαχαριάδης, Άρης Χαραλαμπάκης και Παναγιώτης Χριστόπουλος. Από μέρους δε των Ιταλών εισηγητών μίλησαν οι ποινικολόγοι και καθηγητές Carlo Morace, Attilio Belloni, Marco Muscariello, Antonio Nappi συμβάλλοντας σε έναν υψηλού επιπέδου επιστημονικό διάλογο για την αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος και τις σύγχρονες προκλήσεις της ποινικής δικαιοσύνης.


Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της ομιλίας του Σάκη Κεχαγιόγλου.

Αγαπητοί συνάδελφοι, κυρίες και κύριοι,

Buongiorno a tutti, cari colleghi. Vi ringrazio di cuore per l'invito e per la calorosa ospitalità. È un onore per me essere oggi qui, a Napoli. Continuerò in greco, ma sono certo che ci capiremo, perché condividiamo la stessa arte della difesa e le stesse preoccupazioni per la giustizia. (Σας ευχαριστώ θερμά για την πρόσκληση και τη θερμή φιλοξενία. Είναι τιμή μου να βρίσκομαι σήμερα εδώ, στη Νάπολη. Θα συνεχίσω στα ελληνικά, είμαι όμως βέβαιος ότι θα συνεννοηθούμε, γιατί μας ενώνει η ίδια τέχνη της υπεράσπισης και οι ίδιες ανησυχίες για τη δικαιοσύνη.)

Ο Γκαμπριέλε Σαλβατόρε, με τη «Μεσόγειο» που γύρισε στο Καστελλόριζο, χάρισε στους δύο λαούς μας τη φράση που τους συνοψίζει: una faccia, una razza. Η συγγένειά μας όμως δεν είναι μόνο πολιτισμική· είναι και νομική. Ελλάδα και Ιταλία αντιμετώπισαν τα τελευταία πενήντα χρόνια τις ίδιες μορφές συλλογικής εγκληματικότητας —την πολιτική τρομοκρατία, την μαφία, τη διείσδυση του εγκληματικού κεφαλαίου στη νόμιμη οικονομία— με τα εργαλεία του ποινικού δικαίου. Δύσκολα θα βρίσκαμε καταλληλότερο χώρο για να το συζητήσουμε από το Castel Capuano, επί αιώνες έδρα της Δικαιοσύνης για ολόκληρο τον ιταλικό Νότο.

Η εισήγησή μου οργανώνεται γύρω από τρία νομικά ερωτήματα, που θα εξετάσω μέσα από ελληνικές και ιταλικές υποθέσεις, σε ορισμένες από τις οποίες συμμετείχα ως συνήγορος. Πρώτον, πότε μια συλλογική εγκληματική δράση συνιστά εγκληματική και πότε τρομοκρατική οργάνωση. Δεύτερον, πώς αποδεικνύεται η ιδιότητα του μέλους, χωρίς η ύπαρξη της οργάνωσης να γίνεται τεκμήριο ενοχής για όσους απλώς συνδέθηκαν μαζί της. Τρίτον, πότε η περιουσία που κινείται μέσα από νόμιμες επιχειρήσεις αποτελεί αντικείμενο νομιμοποίησης εσόδων. Κοινός παρονομαστής και των τριών: η ατομική ποινική ευθύνη και η εξατομικευμένη απόδειξή της.

I. Εγκληματική και τρομοκρατική οργάνωση: ο ειδικός σκοπός

Ρώμη, 16 Μαρτίου 1978. Οι Ερυθρές Ταξιαρχίες απάγουν στη via Fani τον πρώην πρωθυπουργό Άλντο Μόρο, σκοτώνοντας τους πέντε άνδρες της συνοδείας του. Ύστερα από μια «λαϊκή δίκη», πενήντα πέντε ημέρες αργότερα, το σώμα του βρίσκεται σε ένα κόκκινο Renault στην οδό Καετάνι. Στην Αθήνα, η 17 Νοέμβρη υιοθετεί το ίδιο σχήμα: με τις προκηρύξεις της κατηγορεί, «δικάζει» και εκτελεί η ίδια την «ποινή». Στις 8 Μαΐου 1989 στόχος της γίνεται ο πρώην Υπουργός Δημοσίας Τάξης Γιώργος Πέτσος. Επιζεί, και το 2003, στην ειδικά διαμορφωμένη αίθουσα των φυλακών Κορυδαλλού, τον εκπροσώπησα ως συνήγορος της πολιτικής αγωγής, της υποστήριξης της κατηγορίας, όπως λέγεται σήμερα.

Νομικά, και οι δύο πληρούν τα στοιχεία κάθε εγκληματικής οργάνωσης: δομή, διάρκεια, πλήθος προσώπων, επιδίωξη σοβαρών εγκλημάτων. Αυτό που τις διαφοροποιεί δεν είναι η ένταση της βίας· είναι ο σκοπός της. Οι Ερυθρές Ταξιαρχίες δεν απήγαγαν τον Μόρο για λύτρα· επέλεξαν το πρόσωπο που ενσάρκωνε το πολιτικό σύστημα, για να εκβιάσουν το κράτος. Η 17 Νοέμβρη δεν στράφηκε κατά του Γιώργου Πέτσου ως ιδιώτη· μετέτρεψε την απόπειρα κατά της ζωής του σε δημόσιο μήνυμα εκφοβισμού.

Αυτό ακριβώς το στοιχείο αποτύπωσαν και οι δύο έννομες τάξεις, υπό το βάρος της εμπειρίας τους. Στην Ιταλία, μετά την υπόθεση Μόρο, το διάταγμα-νόμος 625 του 1979 εισήγαγε το άρθρο 270-bis για τις ενώσεις με σκοπό την τρομοκρατία ή την ανατροπή της δημοκρατικής τάξης, αυτοτελώς έναντι του γενικού άρθρου 416. Στην Ελλάδα, η αυτοτελής τυποποίηση ήρθε το 2001 με το άρθρο 187Α ΠΚ· έως τότε, όπως υπενθυμίζει ο Άρειος Πάγος, η τρομοκρατική δράση αντιμετωπιζόταν με το γενικό άρθρο 187 (ΑΠ 622/2019, ΑΠ 756/2023).

Σήμερα το άρθρο 187Α απαιτεί, πέρα από την τέλεση ορισμένου κακουργήματος, δύο πρόσθετα στοιχεία. Αντικειμενικά, η πράξη πρέπει, από τον τρόπο, την έκταση ή τις συνθήκες της, να μπορεί να βλάψει σοβαρά τη χώρα ή διεθνή οργανισμό. Υποκειμενικά, απαιτείται ειδικός σκοπός: σοβαρός εκφοβισμός του πληθυσμού, παράνομος εξαναγκασμός δημόσιας αρχής ή διεθνούς οργανισμού, ή σοβαρή βλάβη ή καταστροφή των θεμελιωδών συνταγματικών, πολιτικών ή οικονομικών δομών. Είναι έγκλημα υπερχειλούς δόλου, και ο Άρειος Πάγος επιμένει ότι ο σκοπός πρέπει να αποδεικνύεται in concreto· η βιαιότητα ενός κοινού εγκλήματος δεν αρκεί για να το κάνει τρομοκρατικό (ΑΠ 756/2023). Στην τρομοκρατία, λοιπόν, ο φόβος δεν είναι απλώς αποτέλεσμα της βίας· είναι στοιχείο της νομοτυπικής μορφής. Και ό,τι είναι στοιχείο της νομοτυπικής μορφής, πρέπει να αποδειχθεί.

Ως συνήγορος υποστήριξης της κατηγορίας, αποστολή μου ήταν να μην υποβαθμιστεί η απόπειρα κατά του εντολέα μου στα είκοσι επτά χρόνια δράσης της οργάνωσης· πίσω από τις προκηρύξεις υπήρχε ένας άνθρωπος που κάποιοι αποφάσισαν να σκοτώσουν. Και εδώ αναδύεται ένα ζήτημα κοινό για κατηγορία και υπεράσπιση. Η συγκρότηση ή ένταξη σε οργάνωση τιμωρείται αυτοτελώς και συρρέει αληθινά με τα κακουργήματα που τελούνται στο πλαίσιό της (ΑΠ 1058/2022). Για κάθε πράξη πρέπει να αποδειχθεί χωριστά ποιος επέλεξε τον στόχο, ποιος σχεδίασε, ποιος εκτέλεσε. Ο Άρειος Πάγος δέχθηκε, για τη 17 Νοέμβρη, ότι η συμμετοχή είναι διαρκές έγκλημα και ότι η αδράνεια ενός μέλους δεν ισοδυναμεί αφ' εαυτής με αποχώρηση (ΑΠ 835/2012, ΑΠ 422/2013). Η ιδιότητα του μέλους έχει διάρκεια· η ευθύνη όμως κρίνεται πράξη προς πράξη.

II. Η μαφιόζικη μέθοδος: ο φόβος ως μέσο

Λίγα χρόνια πριν από την επίθεση κατά του Γιώργου Πέτσου, στο Παλέρμο, οι δικαστές Giovanni Falcone και Paolo Borsellino, με τους συναδέλφους τους, οδήγησαν την έρευνα στη δίκη που ονομάστηκε Maxiprocesso, με συνέπεια την δολοφονία και των δύο. Το διακύβευμα ήταν να αποδειχθεί ότι δεκάδες ανθρωποκτονίες, εκβιασμοί και διακίνηση ναρκωτικών δεν ήταν ασύνδετα εγκλήματα, αλλά εκδηλώσεις μιας ενιαίας, ιεραρχικής οργάνωσης, της Cosa Nostra. Ο νομοθέτης είχε προηγηθεί: ο νόμος Rognoni–La Torre του 1982 εισήγαγε το άρθρο 416-bis για την ένωση μαφιόζικου τύπου, μαζί με την κατάσχεση και δήμευση περιουσίας. Το 1992 το Corte di Cassazione (Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο) επικύρωσε τις καταδίκες, αποδεχόμενο τη λογική της ενιαίας δομής.

Το άρθρο 416-bis τυποποιεί κάτι που ο ελληνικός νόμος δεν προβλέπει αυτοτελώς: τη μαφιόζικη μέθοδο, δηλαδή τη δύναμη εκφοβισμού που πηγάζει από τον δεσμό της ένωσης, και την υποταγή και σιωπή —την omertà— που προκαλεί. «Θα του κάνω μια πρόταση που δεν θα μπορεί να αρνηθεί», λέει ο Βίτο Κορλεόνε στον «Νονό» (Gli farò un'offerta che non potrà rifiutare). Η φράση αυτή περιγράφει με ακρίβεια αυτό που τιμωρεί ο νόμος. Ο έμπορος που δεν τολμά να αρνηθεί, ο μάρτυρας που δεν τολμά να μιλήσει: για τον Ιταλό νομικό αυτά δεν είναι κοινωνιολογία, αλλά στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης.

Εδώ βρίσκεται και η ειδοποιός διαφορά από την τρομοκρατία: εκεί ο εκφοβισμός είναι ο σκοπός, στραμμένος προς την κοινωνία και την πολιτεία· στη μαφιόζικη ένωση είναι το μέσο ελέγχου της οικονομίας και της καθημερινής ζωής. Η ελληνική έννομη τάξη, αντίθετα, υπάγει όλη τη μη τρομοκρατική οργανωμένη εγκληματικότητα στο ενιαίο άρθρο 187 ΠΚ.

III. Η Σύμβαση του Παλέρμο και τα στοιχεία του άρθρου 187 ΠΚ

Το 2000 το Παλέρμο έδωσε το όνομά του στη Σύμβαση του ΟΗΕ κατά του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος, που κυρώθηκε στην Ελλάδα με τον ν. 3875/2010. Κατά το άρθρο 2, οργανωμένη εγκληματική ομάδα είναι η δομημένη ομάδα τριών ή περισσότερων προσώπων, που υφίσταται για ορισμένο διάστημα και ενεργεί συντονισμένα για τη διάπραξη σοβαρών εγκλημάτων, με σκοπό άμεσο ή έμμεσο οικονομικό ή άλλο υλικό όφελος.

Το άρθρο 187 ΠΚ ακολουθεί το πρότυπο με δική του διατύπωση: επιχειρησιακά δομημένη οργάνωση τριών ή περισσότερων προσώπων, με διαρκή εγκληματική δράση, που επιδιώκει την τέλεση περισσότερων κακουργημάτων. Η νομολογία διακρίνει τρία κριτήρια, τη δομή, τη διάρκεια και τα τρία τουλάχιστον πρόσωπα (ΑΠ 12/2024, ΠλημΠατρ 30/2016), και προσθέτει τον πραγματοπαγή χαρακτήρα: η οργάνωση επιβιώνει της εναλλαγής των προσώπων. Όταν η ένωση είναι προσωποπαγής και εξαντλείται στη σύμπραξη συγκεκριμένων δραστών, πρόκειται το πολύ για συμμορία της παραγράφου 3 (ΕφΑθ 1270/2003, ΕφΑθ 4518/2015)· αλλιώς κάθε συναυτουργία σε σοβαρό έγκλημα θα βαφτιζόταν εγκληματική οργάνωση.

Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και ο καθηγητής Αριστοτέλης Χαραλαμπάκης, που μας τιμά σήμερα και ως ομιλητής. Όπως εύστοχα επισημαίνει, το κλειδί είναι η επιχειρησιακή δομή: διακριτοί ρόλοι και πραγματική λειτουργική οργάνωση, που τη διακρίνουν από την περιστασιακή συνεργασία προσώπων. Ούτε το πλήθος των δραστών ούτε η μεταξύ τους επικοινωνία αρκούν από μόνα τους.

IV. Από την οργάνωση στο μέλος, η έννοια της εξατομίκευσης της ευθύνης

Εδώ βρίσκεται το μεγάλο στοίχημα της ποινικής δίκης: άλλο να αποδειχθεί ότι υπήρξε οργάνωση και άλλο ότι ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος ήταν μέλος της. Μέλος, κατά τον Άρειο Πάγο, είναι όποιος υποτάσσει τη βούλησή του στην ενιαία βούληση της οργάνωσης και αναλαμβάνει καθήκοντα που υπηρετούν τον σκοπό της σε βάθος χρόνου, χωρίς να μετέχει απαραίτητα σε κάθε πράξη (ΑΠ 1058/2022, ΑΠ 12/2024). Η ιδεολογική συμπάθεια, η γνωριμία ή η περιστασιακή διευκόλυνση δεν αρκούν. Τον εξωτερικό υποστηρικτή ο νομοθέτης τον τιμωρεί αυτοτελώς, με την αξιόποινη υποστήριξη των άρθρων 187 και 187Β ΠΚ, όπως και η ιταλική νομολογία διακρίνει το μέλος, τον partecipe, από τον concorrente esterno.

Η βαρύτητα των εγκλημάτων, τα χρόνια δράσης, ο φόβος που σκόρπισε μια οργάνωση έχουν τη δική τους απαξία· δεν αποδεικνύουν όμως ποιος συμμετείχε και τι ευθύνη φέρει. Πώς εξετάζουμε, λοιπόν, τη συλλογική δράση χωρίς να καταλήξουμε σε συλλογική ευθύνη; Με εξατομικευμένη απόδειξη, κατηγορούμενο προς κατηγορούμενο και πράξη προς πράξη.

V. Ordine Nuovo - Χρυσή Αυγή: πότε απαιτείται ο οικονομικός σκοπός

Η Ιταλία γνώρισε και μια άλλη όψη του ζητήματος. Η Ordine Nuovo διαλύθηκε το 1973 με διάταγμα του Υπουργού Εσωτερικών, αφού δικαστήριο έκρινε ότι επρόκειτο για ανασύσταση του διαλυμένου φασιστικού κόμματος, κατά τον νόμο Scelba του 1952, που εξειδικεύει τη XII μεταβατική διάταξη του Συντάγματος. Η Ιταλία ακολούθησε τον δρόμο του ειδικού δικαίου προστασίας της δημοκρατίας, με αντικείμενο την ίδια την οργάνωση.

Η Ελλάδα, σαράντα χρόνια αργότερα, στην υπόθεση της Χρυσής Αυγής, ακολούθησε τον δρόμο του κοινού ποινικού δικαίου: στο εδώλιο κάθισαν συγκεκριμένα πρόσωπα, και το ερώτημα ήταν αν πίσω από ένα νόμιμο κόμμα λειτουργούσε εγκληματική οργάνωση κατά το άρθρο 187 ΠΚ. Το δικαστήριο απάντησε καταφατικά.

Πριν φτάσουμε εκεί, τέθηκε ένα αμιγώς νομικό ζήτημα. Στο παραπεμπτικό βούλευμα ο εισηγητής εφέτης Νικόλαος Σαλάτας μειοψήφησε: η Σύμβαση του Παλέρμο, υποστήριξε, απαιτεί σκοπό οικονομικού ή άλλου υλικού οφέλους, που δεν διαπιστωνόταν. Η πλειοψηφία έκρινε ότι το άρθρο 187 δεν απαιτεί τέτοιο σκοπό και καλύπτει κάθε οργανωμένη εγκληματικότητα, ανεξαρτήτως ιδεολογικού ή άλλου κινήτρου, ενώ η Σύμβαση θέτει ένα ελάχιστο κοινό πρότυπο και επιτρέπει ρητά στα κράτη, με το άρθρο 34 παράγραφος 3, αυστηρότερα μέτρα. Έτσι κρίνει και ο Άρειος Πάγος (ΑΠ 1413/2010, ΑΠ 1377/2020).

Το ζήτημα, πάντως, δεν έχει κλείσει στη θεωρία. Ο καθηγητής Αριστοτέλης Χαραλαμπάκης αναδεικνύει τον ισχυρό αντίλογο που θεμελιώνεται στη Σύμβαση του Παλέρμο, η οποία, ως κυρωμένη διεθνής σύμβαση, υπερισχύει του νόμου κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος. Γιατί, όπως εύστοχα καταλήγει, η αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος κρίνεται όχι μόνο από την αυστηρότητα των κυρώσεων, αλλά και από την ακρίβεια με την οποία οριοθετείται η αξιόποινη συμπεριφορά.


Αν όμως στις ιδεολογικές οργανώσεις το οικονομικό όφελος είναι ζητούμενο, στο οικονομικό έγκλημα είναι ο λόγος ύπαρξης. Και εκεί γεννιέται το τρίτο ερώτημα: τι γίνεται με τα προϊόντα του εγκλήματος;

VI. Νομιμοποίηση εσόδων: αυτοτελές αδίκημα με αποδεικτική δυσχέρεια

Αν φτάσεις μόνο σε εκείνον που άσκησε τη βία και αφήσεις ανέγγιχτη την οικονομική δύναμη που τη στηρίζει, έχεις αποκαλύψει μόνο ένα μέρος του μηχανισμού. Πώς τα χρήματα του εγκλήματος γίνονται έσοδα επιχείρησης, επένδυση ή περιουσία τρίτου, και πώς χρηματοδοτούν τη συνέχεια της οργάνωσης; Γιατί το οργανωμένο έγκλημα έχει σχεδόν πάντα αυτή τη συνέχεια: τη νομιμοποίηση των εσόδων του, ένα πεδίο που θα αναπτύξουν διεξοδικά οι εκλεκτοί συνάδελφοι που θα μιλήσουν γι' αυτό. Όπως έχει επισημάνει ο καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ Θ. Παπακυριάκου, η μετατόπιση της ποινικής καταστολής από τον δράστη στην περιουσία ξεκίνησε με το οργανωμένο έγκλημα, επεκτάθηκε όμως σε όλο και ευρύτερο φάσμα συμπεριφορών, με αναπόφευκτο κόστος για τις ατομικές ελευθερίες.

«Σε πέντε χρόνια η οικογένεια Κορλεόνε θα είναι απολύτως νόμιμη», υπόσχεται ο Μάικλ Κορλεόνε στην Κέι. Η φράση περιγράφει με ακρίβεια το έννομο αγαθό που προστατεύουν οι διατάξεις για τη νομιμοποίηση εσόδων: την ακεραιότητα της νόμιμης οικονομίας απέναντι στη διείσδυση του εγκληματικού κεφαλαίου.

Για τον δικαστή, η προέλευση των χρημάτων δεν είναι γνωστή από την αρχή. Μια επιχείρηση που πουλά ψωμί, λάδι, κρασί μπορεί να είναι απολύτως αληθινή. Για να κρίνει αν μέσα από αυτήν ξεπλένονται χρήματα από έγκλημα, δεν αρκεί η φήμη ή η εικόνα· χρειάζεται να ακολουθήσει τη ροή των κεφαλαίων και να δει τι αποδεικνύεται για τον καθένα.

Ψωμί, λάδι, κρασί. Δεν διάλεξα τυχαία αυτά τα παραδείγματα. Ιανουάριος του 2018: πάνω από χίλιοι Carabinieri συλλαμβάνουν μέσα σε λίγες ώρες 169 ανθρώπους της ’Ndrangheta, από την οικογένεια Farao-Marincola του Cirò, τόπου γνωστού για το κρασί του. Η επιχείρηση ονομάζεται Stige, από τη Στύγα, το ποτάμι του Άδη. Στο επίκεντρο δεν βρίσκονται μόνο εκβιασμοί και όπλα, αλλά εταιρείες που παράγουν κρασί, λάδι και ψωμί. Κατά την κατηγορία, στο Cirò είχε μείνει ένας μόνο φούρνος, εκείνος της οικογένειας, και μέσα από αυτές τις επιχειρήσεις νομιμοποιούνταν τα κέρδη του εγκλήματος.

Το 2025 όμως το Corte di Cassazione, το Ανώτατο Ακυρωτικό δικαστήριο, επικύρωσε μεν καταδίκες στελεχών της οργάνωσης, αλλά και αθωώσεις πρώην δημάρχων και επιχειρηματιών. Η ύπαρξη της μαφιόζικης δομής δεν απάλλαξε τη δικαιοσύνη από το ερώτημα της ατομικής ευθύνης του καθενός.

Την ίδια χρονιά, το 2018, ήμουν συνήγορος υπεράσπισης στο Α’ Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, στη δίκη του «Λευκού Άρτου», που έφτανε στο τέλος της. Και εκεί υπήρχαν επιχειρήσεις που πουλούσαν ψωμί. Το κατηγορητήριο υποστήριζε ότι πραγματικές και νόμιμες εμπορικές επιχειρήσεις λειτούργησαν ως προκάλυμμα εγκληματικής οργάνωσης σωματεμπορίας και ως μέσο νομιμοποίησης των εσόδων της.

Η κατηγορία μιλούσε για χρήματα που περνούσαν στους φούρνους, για καταστήματα-βιτρίνα και για είκοσι ανθρώπους που αποτελούσαν μία οργάνωση. Ως συνήγοροι υπεράσπισης, έπρεπε να δείξουμε πού υπήρχαν αποδείξεις και πού έλειπαν. Όταν μια κατηγορία στηρίζεται σε αλυσίδα συνδέσεων, αρκεί να μην αποδεικνύεται μία για να καταρρεύσει ολόκληρη.

Ο εντολέας μου αθωώθηκε, γιατί το δικαστήριο εξέτασε τι αποδεικνυόταν για τον ίδιο προσωπικά και απέρριψε τη γενικευμένη κατασκευή της κατηγορίας. Η Stige και ο «Λευκός Άρτος» δείχνουν, από διαφορετική αφετηρία, την ίδια αλήθεια: πίσω από μια εμπορική δραστηριότητα μπορεί να υποκρύπτεται νομιμοποίηση εσόδων, μπορεί όμως και όχι. Την απάντηση δεν τη δίνει ο θόρυβος των συλλήψεων ούτε η έκταση της δικογραφίας, αλλά όσα αποδεικνύονται για κάθε άνθρωπο ξεχωριστά.


IX. Αντί επιλόγου

Ο χαρακτηρισμός «εγκληματική οργάνωση» αποδίδεται πλέον στην Ελλάδα με τέτοια ευκολία, που κινδυνεύει να χάσει τη νομική του βαρύτητα· πολλές κατηγορίες που ξεκινούν με θόρυβο καταρρέουν στο ακροατήριο. Αυτό τιμά τους δικαστές που κρίνουν ανεξάρτητα, με βάση όσα αποδεικνύονται μπροστά τους, ακόμη κι όταν η αθώωση έρχεται σε αντίθεση με την εικόνα που έχει σχηματίσει η κοινή γνώμη. Η δικαιοσύνη οφείλει να ελέγχει την κατηγορία με την ίδια αυστηρότητα με την οποία κρίνει τον κατηγορούμενο.

Η απαίτηση αυτή έχει και δικονομική βάση. Επειδή η εξάρθρωση μιας εγκληματικής ή τρομοκρατικής οργάνωσης είναι δυσχερής, ο νόμος επιτρέπει ειδικές ανακριτικές πράξεις —ανακριτική διείσδυση, ελεγχόμενες μεταφορές, άρση απορρήτου, τεχνική καταγραφή— (άρθρο 254 ΚΠΔ) και μέτρα προστασίας μαρτύρων, με τη ρητή όμως εγγύηση ότι η ανώνυμη κατάθεση δεν αρκεί μόνη της για καταδίκη (άρθρο 218 ΚΠΔ).

Όπως επισημαίνει ο καθηγητής Αθανάσιος Ζαχαριάδης, που μας τιμά σήμερα ως ομιλητής, στον «Νέο Κώδικα Ποινικής Δικονομίας» που επιμελήθηκε με τον αείμνηστο Λάμπρο Μαργαρίτη, η σοβαρότητα του εγκλήματος δεν αρκεί για να δικαιολογήσει τα μέτρα αυτά· απαιτούνται σοβαρές ενδείξεις για συγκεκριμένη αξιόποινη πράξη και αδυναμία ή ιδιαίτερη δυσχέρεια εξιχνίασής της με άλλα μέσα. Η αυξημένη ένταση της έρευνας ισορροπείται με αυξημένες εγγυήσεις στην αξιολόγηση της απόδειξης. Και εκεί βρίσκεται η δική μας θέση.

Άλλοτε στο πλευρό του κατηγορουμένου, που αξιώνει να ακουστεί και να κριθεί δίκαια, και άλλοτε στο πλευρό του ανθρώπου που ζητά δικαίωση. Στη δική μου διαδρομή βρέθηκα σχεδόν πάντα στην υπεράσπιση· μόνο δύο φορές ανέλαβα την υποστήριξη της κατηγορίας. Όποια πλευρά όμως κι αν εκπροσωπούμε, η ευθύνη μας είναι ίδια: σε μια δίκη με δεκάδες κατηγορουμένους και χιλιάδες σελίδες, να στρέφουμε την προσοχή στον συγκεκριμένο άνθρωπο και να μην τον αφήνουμε να εξαϋλωθεί μέσα στη δικογραφία.

Θέλω να κλείσω μοιραζόμενος μαζί σας μια ανάμνηση. Υπό την ιδιότητά μου ως Άρχοντος Δικαιοφύλακος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, είχα την τιμή να συναντήσω τέσσερις φορές τον αείμνηστο Πάπα Φραγκίσκο, που με τιμούσε με την εκτίμησή του και επιτρέψτε μου να πω με τη φιλία του. Στην τελευταία μας συνάντηση και με αφορμή μια διεθνή ποινική υπόθεση, στην οποία παραστάθηκα, χαμογέλασε και μου είπε: Αθανάσιε, η δικαιοσύνη και η αλήθεια είναι απαραίτητες στη ζωή, αλλά χωρίς αγάπη είναι αφόρητες («Atanasio, la giustizia e la verità sono indispensabili nella vita, ma senza amore sono insopportabili.»). Αυτή τη βαθιά ανθρώπινη ισορροπία καλούμαστε κι εμείς να υπηρετούμε καθημερινά στις αίθουσες των δικαστηρίων, έχοντας πάντα ως μέτρο τον άνθρωπο. Σας ευχαριστώ θερμά. (Vi ringrazio di cuore.)

Παραπομπές

Ελληνική νομοθεσία
Ποινικός Κώδικας (ν. 4619/2019): άρθρο 187 (όπως τροπ. με άρθρο 72 ν. 4908/2022)· άρθρα 187Α και 187Β (όπως τροπ. με άρθρο 3 ν. 4637/2019)· άρθρο 187Γ (όπως τροπ. με άρθρο 205 ν. 5187/2025).
Κώδικας Ποινικής Δικονομίας (ν. 4620/2019): άρθρο 218 (προστασία μαρτύρων)· άρθρο 254 (ειδικές ανακριτικές πράξεις, όπως τροπ. με άρθρο 57 ν. 5197/2025).
Ν. 4557/2018: άρθρο 2 (όπως αντικ. με άρθρο 4 ν. 4816/2021)· άρθρα 4 και 39 (όπως τροπ. με άρθρο 70 ν. 5039/2023).
Ν. 3875/2010 (κύρωση Σύμβασης ΟΗΕ κατά του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος — Σύμβαση του Παλέρμο): άρθρα 2, 5 και 34.
Οδηγία (ΕΕ) 2018/1673 για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων μέσω του ποινικού δικαίου.
Ιταλική νομοθεσία
Codice penale: art. 416 (associazione per delinquere)· art. 416-bis (associazione di tipo mafioso, εισήχθη με τη legge 13.9.1982 n. 646, Rognoni–La Torre)· art. 270-bis (εισήχθη με το d.l. 15.12.1979 n. 625, conv. legge 6.2.1980 n. 15)· artt. 648-bis, 648-ter, 648-ter.1 (autoriciclaggio, legge 15.12.2014 n. 186).
Legge 20.6.1952 n. 645 (legge Scelba)· XII disposizione transitoria e finale della Costituzione.
Νομολογία
ΑΠ 1/2024 · ΑΠ 12/2024 · ΑΠ 263/2024 · ΑΠ 756/2023 · ΑΠ 1058/2022 · ΑΠ 1377/2020 · ΑΠ 622/2019 · ΑΠ 422/2013 · ΑΠ 835/2012 · ΑΠ 1413/2010
ΕφΑθ 1270/2003 · ΕφΑθ 4518/2015 · ΕφΑθ 3182/2020 · ΕφΚρ 18/2021 · ΠλημΠατρ 30/2016 · ΕισΕφΒΑιγ 799/2022
Βούλευμα 215/2015 (παραπομπή στην υπόθεση Χρυσής Αυγής — μειοψηφία εφέτη Ν. Σαλάτα ως προς τον σκοπό οικονομικού οφέλους)
Λοιπές πηγές
Europol, Internet Organised Crime Threat Assessment (IOCTA) 2026, σ. 23–24 (Ransomware-as-a-Service).
Α. Ζαχαριάδης – Λ. Μαργαρίτης (επιμ.), Ο Νέος Κώδικας Ποινικής Δικονομίας – Ερμηνεία κατ' άρθρο του Ν. 4620/2019, τόμ. Α΄ (άρθρα 1–376), Νομική Βιβλιοθήκη, 2024, άρθρο 254 ΚΠΔ, σ. 1600 επ.
Θ. Παπακυριάκου, Η περιουσία ως αντικείμενο προστασίας και ελέγχου στο ελληνικό ποινικό δίκαιο, τόμ. ΙΙ, 2024, παρ. 38–42.
Α. Ι. Χαραλαμπάκης, Συνοπτική Ερμηνεία Ποινικού Κώδικα – Μετά τις αλλαγές του Ν. 5090/2024, 3η έκδ., Νομική Βιβλιοθήκη, 2024, άρθρο 187 ΠΚ, σ. 223 επ.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr