Το μέλλον της μάθησης
Για δυόμισι χιλιάδες χρόνια, ο προσωπικός δάσκαλος ήταν προνόμιο λίγων. Σε τριάντα χρόνια ενδέχεται να έχει γίνει κάτι σαν υποδομή, όπως το νερό και το ρεύμα. Κι αυτό θα αλλάξει και τη διαδικασία της μάθησης, που ούτως ή άλλως δεν μπορεί -υπό το πρίσμα της ψηφιακής εξέλιξης- να είναι ίδια.
Sponsored Content
Δεκατριών χρονών, κάπου στην ελληνική επαρχία, ένα απόγευμα του 2050 ή και λίγο πιο μετά. Το παιδί κάθεται να διαβάσει και κάποιος το περιμένει. Όχι δάσκαλος με χαρτοφύλακα και ωρολόγιο πρόγραμμα. Κάτι που ξέρει ήδη πως πριν από τρεις βδομάδες μπερδεύτηκε στα κλάσματα και το κουβαλάει από τότε. Που ξέρει ότι το παιδί βαριέται τη γραμματική στις 07.30 αλλά όχι στις 10.00. Που ξέρει πως μαθαίνει καλύτερα όταν του λες μια ιστορία παρά όταν του λες έναν κανόνα. Και δεν βιάζεται. Δεν έχει άλλα 29 παιδιά να προλάβει μέχρι το κουδούνι. Έχει μόνον αυτό. Ακούγεται φουτουριστικό. Είναι το αρχαιότερο πράγμα στην ιστορία της εκπαίδευσης. Ο Αλέξανδρος είχε τον Αριστοτέλη. Ο Νέρωνας είχε τον Σενέκα. Κάθε παιδί με τύχη και περιουσία, από την αρχαιότητα ως τη σύγχρονη εποχή, είχε κάποιον που δίδασκε εκείνο και μόνο εκείνο. Αυτό λοιπόν που αλλάζει σε περίπου 30 χρόνια από σήμερα δεν είναι η μέθοδος. Είναι το ποιος τη δικαιούται.
Το τέλος της τάξης των 30
Το 1984 ένας ψυχολόγος της εκπαίδευσης στο Σικάγο, ο Μπέντζαμιν Μπλουμ, δημοσίευσε ένα κείμενο που στοίχειωσε έκτοτε όποιον ασχολήθηκε σοβαρά με τη μάθηση. Σύγκρινε παιδιά που διδάσκονταν σε κανονική τάξη με παιδιά που είχαν προσωπικό δάσκαλο. Αυτό που είδε, ήταν πως ο μέσος μαθητής με προσωπικό δάσκαλο βρέθηκε (οι επιδόσεις του) πάνω από το 98% των συμμαθητών του. Από το 5 πήγε στο 9 εννιά, χοντρικά. Ο ψυχολόγος αυτό, το ονόμασε πρόβλημα. Όχι ανακάλυψη, πρόβλημα. Γιατί ήξερε πολύ καλά ότι καμιά κοινωνία στον πλανήτη δεν έχει έναν δάσκαλο για κάθε παιδί, κι έβαλε στους επόμενους το στοίχημα να βρουν τρόπο να διδάσκεις τους 30 σαν να ήταν ένας. Σαράντα χρόνια το κυνηγούσαν χωρίς επιτυχία. Δίκαιο είναι να πούμε ότι το πείραμα ήταν μικρό και δεν επαναλήφθηκε ποτέ στην ίδια κλίμακα, οπότε το κρατάμε ως κατεύθυνση κι όχι ως ταμπέλα. Η κατεύθυνση όμως δείχνει καθαρά προς τα εκεί.
Και να που η λύση δεν ήρθε από την παιδαγωγική. Ήρθε από αλλού, όπως συνήθως. Ο Σαλ Καν, ο άνθρωπος πίσω από την Khan Academy, το είπε ρητά όταν παρουσίασε τον ψηφιακό δάσκαλο της πλατφόρμας του: στόχος μας είναι το πρόβλημα του Μπλουμ. Ένας προσωπικός δάσκαλος για κάθε παιδί και ένας βοηθός για κάθε εκπαιδευτικό. Ο ίδιος, να λέμε και του στραβού το δίκιο, παραδέχτηκε αργότερα ότι στην πρώτη φάση τα παιδιά δεν συγκινήθηκαν και τόσο. Λογικό. Καμιά τεχνολογία σπανίως πιάνει στην πρώτη της έκδοση!
Το ενδιαφέρον δεν είναι τι κάνει η μηχανή. Είναι τι ελευθερώνει. Γιατί το σχολείο που ξέρουμε, με τις σειρές των θρανίων, τις τάξεις χωρισμένες κατά ηλικία και το κουδούνι που κόβει τη σκέψη στη μέση, πήρε τη μορφή του στην Πρωσία του 19ου αιώνα, τότε που χρειαζόσουν πολίτες συγχρονισμένους. Το 2056 o δάσκαλος παύει να παραδίδει ύλη μπροστά σε 30 άγνωστες ταχύτητες και αρχίζει να κάνει αυτό που κάνει ένας καλός προπονητής: να βλέπει ποιος κουράστηκε, ποιος μπορεί παραπάνω, ποιος χρειάζεται μια κουβέντα κι όχι μια ακόμα άσκηση.
Αλλάζει και το ίδιο το μέσο, όχι μόνο ο ρυθμός. Γιατί η ιστορία δεν διαβάζεται πια μόνο σε σελίδα. Το παιδί του 2056 θα στέκεται μέσα στην αγορά της Αθήνας του πέμπτου αιώνα κι όχι απέναντι από μια φωτογραφία της. Θα γυρίζει ένα μόριο στα χέρια του για να καταλάβει γιατί δεν κολλάει αλλού. Θα κάνει το λάθος και θα δει τι παθαίνει, χωρίς να πάθει τίποτα. Μαθαίνοντας κάνοντας, δηλαδή, που είναι κι ο βασικός τρόπος με τον οποίο μάθαμε ποτέ οτιδήποτε σοβαρό στη ζωή μας. Κάπου εδώ χωράει κι ένα κομμάτι δικό μας, γιατί καμιά χώρα δεν ξέρει καλύτερα από μας τι κοστίζει ο προσωπικός δάσκαλος. Τα ελληνικά νοικοκυριά ξόδεψαν το 2023 σχεδόν 614 εκατομμύρια ευρώ σε φροντιστήρια, το υψηλότερο ποσό της δεκαετίας. Μέσος όρος 180 ευρώ τον μήνα ανά οικογένεια, με το φτωχότερο ένα τέταρτο να μένει κάτω από τα εβδομήντα και το πλουσιότερο να ξεπερνάει τα διακόσια πενήντα. Πολύ απλά: το παιδί που έχει σπίτι με χρήματα παίρνει περισσότερη προσοχή. Αυτό, και μόνο αυτό, αλλάζει όταν ο προσωπικός δάσκαλος πάψει να είναι διέξοδος και γίνει υποδομή για όλα τα παιδιά, όπου και αν βρίσκονται αυτά…
Η μάθηση παύει να είναι ηλικία
Το δεύτερο που αλλάζει είναι πιο ιδιαίτερο, γιατί δεν αφορά τα παιδιά. Αφορά εμάς. Μεγαλώσαμε όλοι με το ίδιο σχέδιο ζωής, τόσο αυτονόητο που δεν το συζητούσαμε καν. Σπουδάζεις ως τα είκοσι πέντε, δουλεύεις ως τα εξήντα πέντε, μετά κάθεσαι. Τρία στάδια, με τη μάθηση κλειδωμένη στο πρώτο. Η Λίντα Γκράτον κι ο Άντριου Σκοτ, οι δυο καθηγητές του London Business School που έγραψαν τη «Ζωή των Εκατό Χρόνων», το είπαν καθαρά: αυτό το σχέδιο δεν αντέχει σε ζωές που φτάνουν τα εκατό. Δεν μπορείς να τεντώσεις τρία στάδια για να καλύψεις ογδόντα χρόνια ενήλικης ζωής. Τα σπας σε περισσότερα.
Πράγμα που σημαίνει, πολύ απλά, ότι το 2056 θα ξαναπηγαίνεις σχολείο στα 40 σου. Και στα 50. Όχι επειδή απέτυχες, αλλά επειδή έτσι θα δουλεύει η ζωή. Ο πενηντάρης πρωτοετής παύει να είναι γραφικός, γίνεται στατιστική. Το πτυχίο θα χάνει σιγά σιγά τη μαγική του δύναμη και στη θέση του θα μπαίνουν μικρότερες, πιο συχνές πιστοποιήσεις. Μαθαίνεις κάτι, το αποδεικνύεις, προχωράς. Λιγότερο τελετουργικό, περισσότερη ουσία. Ακούγεται εξαντλητικό; Μια ζωή σε διαρκή επανεξέταση; Αλλά μόλις το γυρίσουμε ανάποδα, γίνεται το πιο ελπιδοφόρο πράγμα της ιστορίας: παύει να υπάρχει προθεσμία. Όποιος έχασε το τρένο στα 18, επειδή δεν τα πήγε καλά σε τρεις εξετάσεις ενός Ιουνίου, δεν το έχασε για πάντα. Η δεύτερη ευκαιρία πάει να γίνει κανόνας αντί για εξαίρεση. Ρωτήστε όποιον την ήθελε και δεν την είχε.
Το ακριβότερο πράγμα θα είναι η ερώτηση
Και μένει το πιο ωραίο. Τι θα μαθαίνουμε πια, όταν κάθε απάντηση θα βρίσκεται σε ένα δευτερόλεπτο; Το 1999 ένας ερευνητής στο Νέο Δελχί, ο Σουγκάτα Μίτρα, έκανε μια τρύπα στον τοίχο που χώριζε το γραφείο του από μια παραγκούπολη κι έχωσε μέσα έναν υπολογιστή με σύνδεση στο ίντερνετ. Χωρίς οδηγίες, χωρίς δάσκαλο, χωρίς τίποτα. Παιδιά που δεν είχαν ξαναδεί υπολογιστή, που πολλά δεν ήξεραν ανάγνωση, μέσα σε ώρες έψαχναν στο διαδίκτυο και μέσα σε μέρες μάθαιναν το ένα το άλλο. Ο Μίτρα το ονόμασε ελάχιστα παρεμβατική εκπαίδευση. Υπάρχει όμως και μια πιο φιλοσοφική ή απλή ονομασία: περιέργεια αφημένη ελεύθερη.
Αυτό είναι το κλειδί για το 2056. Όταν η γνώση παύει να είναι σπάνια, η αξία μετακινείται. Δεν μετράει πια τι ξέρεις, γιατί τα ξέρουμε όλοι όλα και μάλιστα δωρεάν. Μετράει τι ρωτάς. Ποια ερώτηση κάνεις, πόσο καλά την κάνεις, πόσο επιμένεις όταν η πρώτη απάντηση δεν σου κάθεται καλά. Η καλή ερώτηση γίνεται το ακριβό εμπόρευμα, ακριβώς επειδή δεν βγαίνει με το πάτημα ενός κουμπιού.
Κι εδώ, βέβαια, κλείνει ο κύκλος με τον πιο ελληνικό τρόπο. Γιατί τον προσωπικό δάσκαλο τον εφεύραμε εμείς, αλλά ο πιο διάσημος απ' όλους δεν δίδασκε τίποτα. Ο Σωκράτης δεν έδινε απαντήσεις. Ρωτούσε. Γύριζε στην αγορά και ρωτούσε ώσπου να καταλάβει ο άλλος μόνος του τι δεν ήξερε. Δυόμισι χιλιάδες χρόνια αργότερα, την ώρα που οι μηχανές θα ξέρουν τα πάντα, η μέθοδός του γίνεται ξαφνικά η πιο σύγχρονη που έχουμε…
Powered by Papastratos
Εδώ και περίπου έναν αιώνα, η πορεία της Παπαστράτος δείχνει πώς το σήμερα και το αύριο μπορούν να συνδέονται με οργανικό και ουσιαστικό τρόπο. Μιας εταιρείας που επιλέγει συνειδητά να διαμορφώνει με συνέπεια το μέλλον, επενδύοντας στη στρατηγική εξέλιξη, στην καινοτομία και στους ανθρώπους της.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr