PISA 2025: Τα «ανθεκτικά» σχολεία της Ελλάδας

Υψηλότερες επιδόσεις από το διεθνή μέσο όρο για 38 σχολεία στη χώρα μας– Τι αποκαλύπτει η έρευνα για την ακαδημαϊκή ανθεκτικότητα, το κοινωνικό υπόβαθρο, το σχολικό κλίμα και τον ρόλο των εκπαιδευτικών

Μέσα στη γενική απογοητευτική εικόνα των αποτελεσμάτων της Ελλάδας στο διεθνή διαγνωστικό διαγωνισμό PISA 2025, ξεχωρίζουν ορισμένα σχολεία τα οποία κινούνται σε αισθητά διαφορετικές τροχιές.

Περίπου 38 σχολεία του ελληνικού δείγματος, εκ των οποίων τα 32 δημόσια, πέτυχαν στα επιμέρους εξεταζόμενα αντικείμενα, επιδόσεις από πολύ υψηλότερες έως κοντά στον μέσο όρο του ΟΟΣΑ.

Πρόκειται περίπου για ένα στα έξι σχολεία του ελληνικού δείγματος, όπως επισημαίνει το ίδιο το υπουργείο Παιδείας. Μάλιστα, οι 12 στους 100 κοινωνικοοικονομικά μειονεκτούντες μαθητές στην Ελλάδα, σύμφωνα με το PISA 2025, καταφέρνουν να βρίσκονται στο ανώτερο 25% των επιδόσεων στις Φυσικές Επιστήμες.

Τι συμβαίνει σε αυτά τα σχολεία; Ποια είναι τα χαρακτηριστικά των μαθητών τους; Πώς λειτουργούν οι εκπαιδευτικοί; Πώς αντιμετωπίζεται η κοινωνική ανισότητα; Πόσο σημαντικό είναι το κλίμα της τάξης; Πόσο συμμετέχουν οι μαθητές; Είναι τελικά εφικτό ένα σχολείο να λειτουργήσει ως μηχανισμός που περιορίζει τα μειονεκτήματα που φέρνει μαζί του ένα παιδί από το σπίτι; Όπως αποδεικνύεται από την έκθεση του PISA, η ακαδημαϊκή ανθεκτικότητα είναι υπαρκτή.

Το κοινωνικό υπόβαθρο δεν λειτουργεί πάντα ως «βαρίδι»

Ο ΟΟΣΑ χρησιμοποιεί έναν συγκεκριμένο ορισμό για τους «ακαδημαϊκά ανθεκτικούς» μαθητές: πρόκειται για εκείνους, που ανήκουν στο κατώτερο 25% της κοινωνικοοικονομικής κλίμακας της χώρας τους, αλλά ταυτόχρονα βρίσκονται στο ανώτερο 25% των επιδόσεων μεταξύ των μαθητών της ίδιας χώρας. Με άλλα λόγια, είναι παιδιά που ξεκινούν από ένα κοινωνικοοικονομικά δυσμενέστερο σημείο, αλλά καταφέρνουν να φτάσουν στις υψηλότερες επιδόσεις.

Στην Ελλάδα το ποσοστό αυτό στις Φυσικές Επιστήμες ανέρχεται σε 12%, ακριβώς όσο και ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ. Αξίζει να αναφερθεί, ότι σύμφωνα με τα στοιχεία του PISA 2025, η διαφορά στις Φυσικές Επιστήμες ανάμεσα στους μαθητές που βρίσκονται στο ανώτερο και στο κατώτερο 25% της κοινωνικοοικονομικής κλίμακας είναι στην Ελλάδα 76 μονάδες, έναντι 85 μονάδων κατά μέσο όρο στον ΟΟΣΑ. Δηλαδή, η Ελλάδα έχει μικρότερο κοινωνικοοικονομικό χάσμα.
Σημειώνεται, ότι το ελληνικό δείγμα του PISA 2025 αποτελείται από 6.858 μαθητές σε 229 σχολεία, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν περίπου 101.800 δεκαπεντάχρονους και το 95% του πληθυσμού-στόχου.

Ο ρόλος του σχολείου

Στις Φυσικές Επιστήμες, σχεδόν 41% των 15χρονων στην Ελλάδα βρίσκεται κάτω από το βασικό επίπεδο επάρκειας (Level 2). Στην Κατανόηση Κειμένου το ποσοστό είναι 43,8%, ενώ στα Μαθηματικά φτάνει το 49,5%. Άρα, σχεδόν ένας στους δύο μαθητές στην Ελλάδα τελειώνει την υποχρεωτική εκπαίδευση χωρίς να έχει κατακτήσει το βασικό επίπεδο που θεωρεί ο ΟΟΣΑ απαραίτητο για να ανταποκριθεί σε απλές απαιτήσεις της καθημερινής ζωής. Μέσα σε αυτή την εικόνα, όμως, υπάρχει μία μικρότερη μερίδα μαθητών, που ανεβαίνει στην κορυφή παρά τις κοινωνικές του αφετηρίες.

Η έρευνα PISA 2025 μετακινεί το ενδιαφέρον από τον μαθητή, στο περιβάλλον μέσα στο οποίο μαθαίνει. Ειδικότερα, σύμφωνα με την περιγραφή του ΟΟΣΑ, ένα αποτελεσματικό εκπαιδευτικό περιβάλλον είναι ένα σύστημα στο οποίο συνυπάρχουν το ασφαλές και δίκαιο σχολικό περιβάλλον, το αίσθημα του ανήκειν, το θετικό κλίμα στην τάξη, οι περιορισμένες απουσίες και καθυστερήσεις, η υποστήριξη από τους εκπαιδευτικούς, σταθερότητα και επάρκεια του εκπαιδευτικού προσωπικού, καλύτερη αξιοποίηση ψηφιακής τεχνολογίας, καλύτερη σχέση οικογένειας-σχολείου, περισσότερες πρακτικές αλληλοϋποστήριξης μεταξύ αδυνάμων μαθητών, ισχυρότερη πειθαρχία στις τάξεις, η δυνατότητα των μαθητών να αναπτύσσουν περιέργεια, επιμονή και αυτορρύθμιση.

Επιπλέον, καταγράφεται η μεγαλύτερη αξιοποίηση της εσωτερικής αξιολόγησης και της αυτοαξιολόγησης των σχολείων. Βάσει των προαναφερθέντων, όπως επισημαίνεται, το «ανθεκτικό σχολείο» δεν ταυτίζεται με ένα σχολείο, που απλώς συγκεντρώνει υψηλές βαθμολογίες αλλά αντίθετα, πρόκειται για ένα σχολείο, που δημιουργεί συνθήκες ώστε περισσότεροι μαθητές να μπορούν να αξιοποιήσουν τις δυνατότητές τους.

Το «μάθημα» από την πανδημία

Η έννοια της ανθεκτικότητας συνδέθηκε έντονα και με την πανδημία. Όπως έχει διαπιστώσει ο ΟΟΣΑ, τα συστήματα που είχαν καταφέρει να περιορίσουν τις παρατεταμένες αναστολές λειτουργίας των σχολείων και να εξασφαλίσουν καλύτερες συνθήκες εξ αποστάσεως εκπαίδευσης παρουσίασαν διαφορετική εικόνα σε σχέση με άλλα συστήματα. Στα πιο ανθεκτικά συστήματα οι μαθητές αντιμετώπισαν λιγότερα εμπόδια στην εξ αποστάσεως μάθηση και σε αρκετές περιπτώσεις είχαν μεγαλύτερη υποστήριξη από γονείς και εκπαιδευτικούς.

Σήμερα, η ανθεκτικότητα δεν αφορά πλέον μόνο μια πανδημία αλλά την ικανότητα ενός σχολείου συνολικά να λειτουργεί όταν αντιμετωπίζει κρίσεις, ελλείψεις προσωπικού, κοινωνικές ανισότητες, ψηφιακές μεταβολές, προβλήματα συμπεριφοράς ή μεγάλες διαφορές στις ανάγκες των μαθητών.

Η βελτίωση των υποδομών δεν οδηγεί αυτομάτως σε βελτίωση των επιδόσεων

Το PISA 2025 καταγράφει, επίσης, βελτίωση της Ελλάδας στον ψηφιακό εξοπλισμό των σχολείων μετά το 2018. Μάλιστα, σύμφωνα με την ελληνική ανάλυση, ο διαθέσιμος αριθμός υπολογιστών για εκπαιδευτική χρήση ανά μαθητές αυξήθηκε με ρυθμό σχεδόν διπλάσιο από τον αντίστοιχο μέσο ρυθμό βελτίωσης στον ΟΟΣΑ. Ωστόσο, η Ελλάδα παραμένει χαμηλότερα από τον ΟΟΣΑ στην επίλυση προβλημάτων σε ψηφιακά περιβάλλοντα: 461 μονάδες έναντι 500. Όπως προκύπτει, ο εξοπλισμός είναι προϋπόθεση, όχι αποτέλεσμα καθώς απαιτείται η παρουσία εκπαιδευτικού, που γνωρίζει πώς να αξιοποιήσει εποικοδομητικά τον εξοπλισμό, μαθητής που ξέρει πώς να αναζητήσει και να αξιολογήσει πληροφορίες και ένα σχολικό περιβάλλον που ενθαρρύνει την ενεργό συμμετοχή.

Το PISA 2025 εισάγει την ικανότητα των μαθητών να λειτουργούν σε ένα περιβάλλον όπου η γνώση είναι πλέον άμεσα προσβάσιμη μέσω ψηφιακών εργαλείων και τεχνητής νοημοσύνη ως μια νέα διάσταση στην ανθεκτικότητα. Όπως επισημαίνεται, η κατεύθυνση της νέας PISA είναι να εξετάζει όχι μόνο τη συσσώρευση γνώσεων αλλά και την περιέργεια, την επιμονή, την αυτορρύθμιση, τη στοχοθεσία και την ικανότητα του μαθητή να ζητά βοήθεια και να προσαρμόζεται.

Η «νοοτροπία ανάπτυξης» ως στοιχείο ανθεκτικότητας

Ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον εύρημα του PISA 2025 αφορά το λεγόμενο growth mindset – την πεποίθηση ότι οι ικανότητες μπορούν να αναπτυχθούν μέσα από προσπάθεια, μάθηση και επιμονή. Σε διεθνές επίπεδο, ο ΟΟΣΑ διαπιστώνει ισχυρή σχέση ανάμεσα σε αυτή τη νοοτροπία και στην ακαδημαϊκή ανθεκτικότητα: σχεδόν τέσσερις στους πέντε ακαδημαϊκά ανθεκτικούς μαθητές δηλώνουν ότι έχουν growth mindset.

Μάλιστα, ο ΟΟΣΑ αναφέρει ότι οι μαθητές με growth mindset είναι περίπου τρεις φορές πιθανότερο να αντιλαμβάνονται ότι υπάρχουν δυνατότητες κοινωνικής κινητικότητας σε σχέση με μαθητές που υιοθετούν περισσότερο μια «σταθερή» αντίληψη για τις ικανότητές τους. Συνεπώς, η εκπαιδευτική ανθεκτικότητα, εκτός από ζήτημα γνωστικών ικανοτήτων, συνδέεται και με τον τρόπο, με τον οποίο ο μαθητής αντιλαμβάνεται τον εαυτό του και το μέλλον του.

Σε αυτό το πλαίσιο, παρά τη χαμηλή συνολική επίδοση, οι Έλληνες μαθητές εμφανίζουν σε σχέση με τον ΟΟΣΑ ισχυρότερη πεποίθηση ότι οι ικανότητες και οι δεξιότητές τους μπορούν να αναπτυχθούν μέσω προσπάθειας, μάθησης και επιμονής.

Παράλληλα εμφανίζουν καλύτερη στοχοθεσία και συνεπέστερο προγραμματισμό της προσπάθειάς τους, σύμφωνα με την ελληνική ανάλυση των αποτελεσμάτων.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr