Ρόντρικ Μπίτον: Ο Ελληνισμός ορίζεται πρωτίστως από την ελληνική γλώσσα - Η αρετή που εκφράζεται από τη λέξη «εγκαρτέρηση»

Ο κορυφαίος μελετητής της Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας και Λογοτεχνίας τονίζει ότι η συνέχεια του Ελληνισμού δεν εδράζεται στο έθνος, αλλά στη γλώσσα, η οποία παραμένει ζωντανή εδώ και 3.500 χρόνια

Ο Ρόντρικ Μπίτον έχει καταφέρει να επανεφεύρει τον όρο «φιλέλληνας», αφού είναι από τους τελευταίους λόγιους προασπιστές της Ελληνικότητας γνωρίζοντας σε βάθος τι σημαίνει Ελλάδα στο βάθος των αιώνων και όντας από τις εξέχουσες μορφές των νεοελληνικών σπουδών διεθνώς. Ομότιμος καθηγητής Νεοελληνικής και Βυζαντινής Ιστορίας, Γλώσσας και Λογοτεχνίας στο King’s College London, αφιέρωσε το μεγαλύτερο μέρος της ακαδημαϊκής του πορείας στη μελέτη της ελληνικής Λογοτεχνίας, της Ιστορίας και της διαμόρφωσης της νεότερης ελληνικής ταυτότητας.

Με έργο που συνδυάζει τη φιλολογική ακρίβεια με τη γοητευτική αφήγηση, έχει συμβάλει καθοριστικά στη γνωριμία του διεθνούς κοινού με την Ελλάδα και τον πολιτισμό της. Ανάμεσα στα σημαντικότερα βιβλία του συγκαταλέγονται οι μελέτες του για τη μακρά ιστορία των Ελλήνων, για τον Σεφέρη, τον Καζαντζάκη, τον Λόρδο Βύρωνα και τη Νεότερη Ελληνική Ιστορία.

Για τη μακρόχρονη προσφορά του στον ελληνικό πολιτισμό έχει τιμηθεί από την Ελληνική Δημοκρατία με το παράσημο του Ταξιάρχη του Τάγματος της Τιμής, ενώ η κυβέρνηση τον αναγνώρισε ως Ελληνα πολίτη, με τον ίδιο να ορκίζεται τον Μάρτιο του 2023 στην Τράπεζα της Ελλάδος. Επιστρέφει στην αγαπημένη του χώρα μετά το περσινό Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας -συγκεκριμένα, το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων που του αποδόθηκε- για την τελετή των Public Book Awards, όπου θα δώσει διάλεξη με θέμα «Από τον Ομηρο στην Τεχνητή Νοημοσύνη: το ταξίδι της αφήγησης».

ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ: Είστε ένας από τους λίγους φιλέλληνες που δεν περιορίζονται στην Αρχαιότητα, αλλά δείχνουν ουσιαστικό ενδιαφέρον για τη νεότερη ελληνική εμπειρία. Αναρωτιέμαι αν συνειδητοποιείτε ότι ανήκετε στην τελευταία γενιά των ρομαντικών φιλελλήνων.

ΡΟΝΤΡΙΚ ΜΠΙΤΟΝ: Για μένα, ο όρος «φιλέλληνας» φέρει μια ιδιαίτερη φόρτιση, η οποία συνδέεται με τις εξαιρετικές και ακραίες συνθήκες της Ελληνικής Επανάστασης. Οσοι αγαπάμε σήμερα την Ελλάδα, την ελληνική γλώσσα, την ελληνική Ιστορία και τον ελληνικό πολιτισμό δεν χρειάζεται να διακινδυνεύσουμε τη ζωή μας για να το αποδείξουμε. Ο ιστορικός φιλελληνισμός συνέβαλε καθοριστικά στην εξασφάλιση της ελληνικής ανεξαρτησίας το 1830. Αλλωστε, θα είχε συμβεί η Ναυμαχία του Ναυαρίνου αν η διεθνής κοινή γνώμη δεν είχε συγκλονιστεί από τη Σφαγή της Χίου, τον θάνατο του Βύρωνα και την Εξοδο του Μεσολογγίου; Παράλληλα, όμως, ο φιλελληνισμός επηρέασε και τη μορφή που τελικά έλαβε η ανεξαρτησία του νέου κράτους. Από τη μία πλευρά, το ελληνικό κράτος εντάχθηκε στην ευρωπαϊκή οικογένεια των εθνών, ενώ η Ευρώπη ανέκτησε εδάφη που είχαν χαθεί από τους Οθωμανούς κατακτητές τέσσερις αιώνες νωρίτερα, μαζί με έναν λαό που, λόγω θρησκείας και πολιτισμού, ανήκε πάντοτε στην Ευρώπη. Από την άλλη πλευρά, υπήρχε και ένα τίμημα, το οποίο κάθε Ελληνας γνωρίζει: οι Μεγάλες Δυνάμεις της Ευρώπης παρενέβαιναν συχνά στις ελληνικές υποθέσεις, μέχρι και το τελευταίο μνημόνιο, το 2015. Υπό αυτή την έννοια, ο φιλελληνισμός έχει να επιδείξει τόσο θετικές όσο και αρνητικές συνέπειες. Οι φίλοι της Ελλάδας -ή ίσως καλύτερα του Ελληνισμού- εμπνέονται σήμερα από πολλές διαφορετικές πτυχές της χώρας, των ανθρώπων της, της ιστορίας και του πολιτισμού της. Και πιστεύω ότι είναι πολύ περισσότεροι απ’ όσους ίσως υπονοεί η ερώτησή σας. Ωστόσο, δεν επιδιώκουν να διαμορφώσουν αυτό που αγαπούν, όπως έκαναν οι φιλέλληνες του παρελθόντος, και αυτό θεωρώ πως είναι απολύτως σωστό.

Επομένως, δεν βλέπω τον εαυτό μου ως «φιλέλληνα» με την ιστορική έννοια του όρου. Παραδέχομαι, βέβαια, ότι υπάρχει μέσα μου μια δόση ρομαντισμού, η οποία ασφαλώς επηρέασε τις πρώτες μου εντυπώσεις από την Ελλάδα, όταν την επισκέφθηκα ως ευαίσθητος και έτοιμος να εντυπωσιαστεί από όλα αυτά έφηβος πριν από πολλά χρόνια.

Τ.Μ.: Το βιβλίο σας «Οι Ελληνες: Μια Παγκόσμια Ιστορία», (εκδόσεις Πατάκη) φαίνεται να αμφισβητεί τον παραδοσιακό τρόπο με τον οποίο προσεγγίζουμε την ελληνική Ιστορία. Υποστηρίζετε τη συνέχεια και την ενότητά της, χωρίς όμως να υιοθετείτε εθνικιστική οπτική, έχοντας ως βασικό συνεκτικό στοιχείο τη γλώσσα. Πώς μεταβλήθηκε η έννοια της ελληνικής ταυτότητας μέσα στους αιώνες, διατηρώντας ωστόσο έναν αναγνωρίσιμο πυρήνα;

Ρ.ΜΠ.: Επέλεξα συνειδητά -και ίσως, στα μάτια ορισμένων Ελλήνων αναγνωστών, ριψοκίνδυνα- να οργανώσω την αφήγηση του βιβλίου μου γύρω από την ελληνική γλώσσα και όχι γύρω από το ελληνικό έθνος. Ο λόγος είναι απλός: διαθέτουμε απτά τεκμήρια για τον τρόπο με τον οποίο η ομιλούσα και γραπτή ελληνική γλώσσα διατηρήθηκε για περίπου 3.500 χρόνια. Αντίθετα, η σημασία της λέξης «έθνος» έχει αλλάξει πολλές φορές κατά την ίδια χρονική περίοδο, ενώ οι μορφές κοινωνικής οργάνωσης που περιγράφει σήμερα η λέξη διαφέρουν σημαντικά από εκείνες προηγούμενων εποχών της ελληνικής ιστορίας. Προτιμώ επίσης να αποφεύγω τον όρο «ελληνικότητα». Η ιστορία που προσπάθησα να αφηγηθώ -και να διευκρινίσω ότι απευθύνεται κυρίως σε ξένους αναγνώστες και όχι σε Ελληνες που τη γνωρίζουν ήδη- είναι η ιστορία του Ελληνισμού. Κατά τη γνώμη μου, ο Ελληνισμός ορίζεται πρωτίστως, αν και όχι αποκλειστικά, από την ελληνική γλώσσα. Και ναι, η έννοια αυτή έχει μεταβληθεί σημαντικά με την πάροδο του χρόνου: από τη Μυκηναϊκή Εποχή του Χαλκού και τον κόσμο του Ομήρου, στην Κλασική και Ελληνιστική Περίοδο, κατόπιν στη Ρωμαϊκή εποχή και σε όλες τις επόμενες φάσεις της Ιστορίας, μέχρι τη δημιουργία του πρώτου ελληνικού εθνικού κράτους τη δεκαετία του 1830 και τη διαδρομή του έως σήμερα.

Ο Βρετανός νεοελληνιστής καθηγητής και φιλέλληνας Ρόντρικ Μπίτον

Τ.Μ.: Ενα από τα μεγάλα πλεονεκτήματα του βιβλίου είναι η έμφαση που δίνεται στη βυζαντινή και την οθωμανική περίοδο. Γιατί πιστεύετε ότι αυτές οι εποχές παραμένουν συχνά στο περιθώριο των δημοφιλών αφηγήσεων της ελληνικής Ιστορίας;

Ρ.ΜΠ.: Στο εξωτερικό, η μεγαλύτερη προσοχή ήταν πάντοτε στραμμένη στην κλασική αρχαιότητα, τόσο από τους ακαδημαϊκούς όσο και από το ευρύ κοινό. Η βυζαντινή και η οθωμανική περίοδος παραμελήθηκαν για διαφορετικούς λόγους. Οι Δυτικοευρωπαίοι ποτέ δεν ήξεραν ακριβώς πώς να αντιμετωπίσουν το Βυζάντιο, και πολλοί κατά τα άλλα σοβαροί ιστορικοί του Μεσαίωνα είτε το αγνοούν, είτε υποβαθμίζουν τη σημασία του. Στην Ελλάδα, αντίθετα, η επανανακάλυψη της χιλιόχρονης βυζαντινής κληρονομιάς ξεκίνησε ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα. Βεβαίως, σε ορισμένους κύκλους, ιδιαίτερα στον χώρο του Κλήρου και των θεσμών της Ορθόδοξης Εκκλησίας, το Βυζάντιο δεν ξεχάστηκε ποτέ. Η οθωμανική περίοδος αποτελεί διαφορετική περίπτωση. Για μεγάλο διάστημα μετά την Επανάσταση, σχεδόν διαγράφηκε από την ελληνική Ιστορία και αντιμετωπίστηκε ως μια εποχή σκοταδισμού, ακόμη και ντροπής. Πέρα από λίγους εξειδικευμένους μελετητές, μόλις τις τελευταίες δεκαετίες η οθωμανική κληρονομιά της σύγχρονης Ελλάδας άρχισε πραγματικά να γίνεται αντικείμενο ευρύτερου δημόσιου ενδιαφέροντος. Σήμερα, ωστόσο, δίνεται μεγαλύτερη προσοχή στα σωζόμενα οθωμανικά μνημεία απ’ ό,τι στο παρελθόν, ενώ αναγνωρίζεται όλο και περισσότερο η κοινωνική και οικονομική συμβολή των Ελλήνων εμπόρων, καθώς και της πνευματικής ελίτ των Φαναριωτών, κατά την οθωμανική περίοδο.

Τ.Μ.: Πρόσφατα επανεκδόθηκε το βιβλίο σας για τον Σεφέρη. Υπάρχει κάτι που συνέβη μετά την πρώτη έκδοση του «Γιώργος Σεφέρης: Περιμένοντας τον Αγγελο» που σας έκανε να αναθεωρήσετε κάποια από τα συμπεράσματα ή τις θέσεις του βιβλίου;

Ρ.ΜΠ.: Η σύντομη απάντηση, όσο παράξενο κι αν ακούγεται, είναι όχι. […] Οι μοναδικές αλλαγές που χρειάστηκε να κάνω στη νέα έκδοση ήταν να προσθέσω παραπομπές στις δημοσιευμένες εκδόσεις των τεκμηρίων και, σε ορισμένες περιπτώσεις, να διορθώσω το κείμενο ώστε να συμφωνεί με τις τελικές έντυπες εκδόσεις. Απ’ όσο γνωρίζω, μόνο δύο δημοσιεύσεις μετά το 2003 θα μπορούσαν να με είχαν οδηγήσει σε ουσιαστικές προσθήκες ή αναθεωρήσεις όσων είχα γράψει: η αλληλογραφία του Σεφέρη με τον Νάνη Παναγιωτόπουλο, που εξέδωσε ο Δημήτρης Αρβανίτης το 2006, και η εξαιρετική μονογραφία ενός από τους σημαντικότερους Ελληνες διπλωμάτες, του Βασίλη Παπαδόπουλου, «Διπλωματία και ποίηση: η περίπτωση του Γιώργου Σεφέρη», που κυκλοφόρησε το 2019. Αν όμως άρχιζα να αλλάζω και να επανεξετάζω όσα είχα γράψει πριν από περισσότερα από είκοσι χρόνια, ποιος ξέρει πού θα κατέληγε αυτή η διαδικασία; Και, όπως είπα, όσο ισχυρή κι αν παραμένει η αγάπη και ο θαυμασμός μου για τον Σεφέρη και το έργο του, δεν είμαι πια ο ίδιος άνθρωπος που ήμουν τότε. Ισως να είναι πλέον αργά για να επιστρέψω σε εκείνη τη διαδρομή.

Τ.Μ.: Ποια διδάγματα από την ελληνική ιστορία θεωρείτε ιδιαίτερα επίκαιρα απέναντι στις σημερινές πολιτικές και κοινωνικές προκλήσεις;

Ρ.ΜΠ.: Μία από τις αγαπημένες λέξεις-κλειδιά στην αγγλική γλώσσα σήμερα είναι η ανθεκτικότητα (resilience). Δεν είμαι βέβαιος πώς ακριβώς μεταφράζεται στα ελληνικά. Τα λεξικά δίνουν όρους όπως «ελαστικότητα» ή «ανάκαμψη», όμως το resilience περιλαμβάνει και τα δύο, αλλά και κάτι περισσότερο: την εσωτερική εκείνη ελαστικότητα που καθιστά δυνατή την ανάκαμψη. Ακόμη κι αν δεν υπάρχει ακριβές ελληνικό ισοδύναμο, πιστεύω πως αυτή είναι η κατεξοχήν ιδιότητα που αναδύεται ξανά και ξανά μέσα από τη διαχρονική πορεία του Ελληνισμού. Πώς αλλιώς θα μπορούσε μια γλώσσα να συνεχίσει να μιλιέται και να γράφεται επί τόσους αιώνες, εξελισσόμενη και μεταβαλλόμενη, όπως συμβαίνει με όλες τις ζωντανές γλώσσες; Μια άλλη αρετή που αναγνωρίζω και θαυμάζω σε όλη αυτή την ιστορική διαδρομή εκφράζεται από μια ελληνική λέξη που δεν διαθέτει ακριβές αντίστοιχο στα αγγλικά: την εγκαρτέρηση. Τη διαπίστωσα με τον πιο άμεσο και συγκινητικό τρόπο κατά τη διάρκεια της παρατεταμένης κρίσης της δεκαετίας του 2010. Ομως η ίδια ποιότητα ήταν εξίσου εμφανής κατά την «ταραγμένη δεκαετία του 1940», όπως εύστοχα την έχει χαρακτηρίσει η Αγγέλα Καστρινάκη, καθώς και κατά και μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, αλλά και σε τόσες άλλες τραυματικές καμπές της ελληνικής Ιστορίας. Αρκεί να σκεφτούμε τους «Μηλιακούς Διαλόγους» του Θουκυδίδη ή τις τραγωδίες του Ευριπίδη, τις «Τρωάδες» και την «Εκάβη». Ενα ακόμη μάθημα που μπορούμε να αντλήσουμε από τη μακρά διάρκεια (longue durée)της ελληνικής Ιστορίας είναι η ικανότητα μιας κοινότητας να επανεφευρίσκει τον εαυτό της ως απάντηση σε δραματικά μεταβαλλόμενες συνθήκες. Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο δίδαγμα που αποκόμισα γράφοντας τους «Ελληνες»: οι συλλογικές ταυτότητες δεν είναι ποτέ σταθερές ή δεδομένες. Αποτελούν δημιουργήματα ζωντανών ανθρώπων που σκέφτονται, αισθάνονται και δρουν μέσα σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον. Και συχνά χρειάζεται να αλλάζουν και οι ίδιες, αν θέλουν να συνεχίσουν να υπάρχουν.

Τ.Μ.: Εχουμε τη χαρά να σας υποδεχόμαστε ξανά στην Ελλάδα με αφορμή τα Public Book Awards 2026. Σε ποιο βαθμό πιστεύετε ότι τα λογοτεχνικά βραβεία συμβάλλουν στην ανάπτυξη και την προώθηση της λογοτεχνίας;

Ρ.ΜΠ.: Καλώς σας βρήκα! Είναι πάντοτε χαρά μου να επιστρέφω στην Ελλάδα, έστω και για λίγες ημέρες. Για να είμαι ειλικρινής, δεν είμαι ποτέ απολύτως βέβαιος σε σχέση με το τι να σκεφτώ για τα λογοτεχνικά βραβεία. Δεν πιστεύω ότι κάποιος έγραψε ποτέ ένα βιβλίο αποκλειστικά και μόνο με στόχο να κερδίσει ένα βραβείο. Εχοντας όμως κερδίσει και ο ίδιος μερικά στη ζωή μου, μπορώ να σας πω ότι είναι πολύ ευχάριστο να βλέπεις τη δουλειά σου να αναγνωρίζεται δημόσια. Αλλωστε, ποιος συγγραφέας δεν επιθυμεί την αναγνώριση; Ακόμη σημαντικότερη, ωστόσο, είναι η επίδραση που έχουν αυτά τα βραβεία στους αναγνώστες. Το πνεύμα του ανταγωνισμού είναι βαθιά ριζωμένο μέσα μας. Ανάγεται στην αρχαιοελληνική έννοια του αγώνα.

Τα βραβεία

Ο ενθουσιασμός με τον οποίο υποστηρίζουμε έναν δημιουργό που θαυμάζουμε ή η απογοήτευση όταν δεν τα καταφέρνει προσθέτουν αναμφίβολα μια επιπλέον διάσταση στη βαθύτερη σχέση που αναπτύσσουμε με τα βιβλία που διαβάζουμε. Και φυσικά, κάθε εκδότης θα σας πει ότι ένα βραβείο κάνει καλό στις πωλήσεις. Οχι μόνο η νίκη· συχνά ακόμη και η παρουσία σε μια βραχεία λίστα μπορεί να αποδειχθεί σχεδόν εξίσου σημαντική. Ωστόσο, ο πολλαπλασιασμός των βραβείων εγκυμονεί κινδύνους. Ανησυχώ για τους ταλαντούχους συγγραφείς και τα εξαιρετικά βιβλία που δεν καταφέρνουν να βρεθούν σε κάποια λίστα υποψηφιοτήτων.

Οταν κάθε συγγραφέας παρουσιάζεται στο οπισθόφυλλο του βιβλίου του ως βραβευμένος, υπάρχει ο κίνδυνος να υποτιμηθεί η αξία της ίδιας της διάκρισης. Και μια τελευταία σκέψη: παρότι η οικονομική ανταμοιβή είναι πάντοτε ευπρόσδεκτη, ίσως τα καλύτερα βραβεία να είναι εκείνα που δεν συνοδεύονται από χρηματικό έπαθλο. Τι θα λέγατε, για παράδειγμα, για ένα στεφάνι ελιάς, όπως στους αρχαίους Ολυμπιακούς Αγώνες; Τότε, όπως και σήμερα, αυτό που μετρούσε πραγματικά ήταν το κύρος της διάκρισης, έτσι δεν είναι;
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr