Από τις «ρητορικές εξετάσεις» του Βυζαντίου στις Πανελλαδικές του 2026
29.05.2026
17:38
Πώς εξετάζονταν οι μαθητές λίγο πριν από την Άλωση της Κωνσταντινούπολης
Ημέρα έναρξης των Πανελλαδικών εξετάσεων για χιλιάδες μαθητές σήμερα και η ιστορική μνήμη φέρνει ξανά στο προσκήνιο μία από τις πιο φορτισμένες επετείους του Ελληνισμού: την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, στις 29 Μαΐου 1453.
Συνδέοντας τις δύο ιστορικές περιόδους, το protothema.gr αναδεικνύει το εκπαιδευτικό σύστημα του ύστερου Βυζαντίου και τον τρόπο, με τον οποίο «εξετάζονταν» οι μαθητές πέντε αιώνες πριν από τις σημερινές Πανελλαδικές.
Επειδή η σημερινή πρώτη ημέρα των Πανελλαδικών συμπίπτει με την επέτειο της Άλωσης της Κωνσταντινούπολης, αξίζει ίσως μία «ματιά» στο παρελθόν, στους μαθητές του 15ου αιώνα. Τους υποψήφιους, που έδιναν τις δικές τους «εξετάσεις» όρθιοι μπροστά στον δάσκαλο, απαγγέλλοντας από μνήμης Όμηρο, Ψαλμούς και ρητορικούς λόγους.
Η παιδεία χωριζόταν σε δύο βασικά στάδια. Την Προπαιδεία, δηλαδή τη στοιχειώδη εκπαίδευση, στο πλαίσιο της οποίας οι μαθητές μάθαιναν ανάγνωση, γραφή και βασική αριθμητική μέσα από εκκλησιαστικά κείμενα, κυρίως το Ψαλτήρι και την Οκτώηχο.
Και τη Εγκύκλιο Παιδεία, η οποία αντιστοιχούσε στη μέση εκπαίδευση και απευθυνόταν στους πιο προνομιούχους μαθητές. Εκεί διδάσκονταν Όμηρο, τραγικούς ποιητές, ρητορική, φιλοσοφία και λογική.
Το πρόγραμμα σπουδών της συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου, ακολουθούσε σε μεγάλο βαθμό τη βυζαντινή εκδοχή του δυτικού ανθρωπιστικού μοντέλου:
Το Τρίβιον: Γραμματική, Ρητορική και Διαλεκτική
Το Τετράδιον: Αριθμητική, Γεωμετρία, Μουσική και Αστρονομία
Για τους ελάχιστους, που συνέχιζαν σε ανώτερες σπουδές, υπήρχαν σχολές νομικής, θεολογίας και φιλοσοφίας, ενώ η Κωνσταντινούπολη εξακολουθούσε να θεωρείται σημαντικό πνευματικό κέντρο της Ανατολής.
Τα παιδιά μάθαιναν πρώτα να ψέλνουν και μετά να γράφουν. Σε αρκετές περιπτώσεις, ειδικά μετά την Άλωση, η πρώτη επαφή των παιδιών με την «εκπαίδευση» ήταν η εκκλησιαστική ψαλτική. Η απομνημόνευση ύμνων θεωρούνταν βασικό εργαλείο για να μάθουν γλώσσα, ανάγνωση και σωστή προφορά. Οι μαθητές επαναλάμβαναν ρυθμικά όσα διάβαζε ο δάσκαλος μέχρι να τα αποστηθίσουν. Μάλιστα, η αποστήθιση θεωρούνταν ένδειξη υψηλής ευφυΐας και κορυφαία πνευματική αρετή στο βυζαντινό εκπαιδευτικό σύστημα. Ένας μαθητής, που μπορούσε να απαγγείλει μεγάλες ενότητες από τον Όμηρο ή τους Ψαλμούς θεωρούνταν εξαιρετικά μορφωμένος, ακόμη κι αν δεν είχε αναπτύξει προσωπική κριτική σκέψη με τη σημερινή έννοια.
Τα λάθη στην προφορά θεωρούνταν σοβαρό μορφωτικό ελάττωμα, γι’αυτό και οι δάσκαλοι έδιναν τεράστια σημασία στη σωστή εκφορά του λόγου. Αντίθετα, η λανθασμένη χρήση αρχαιοελληνικών τύπων θεωρούνταν ένδειξη «ακαλλιέργειας». Για τους ανώτερους κύκλους της Κωνσταντινούπολης, η σωστή ρητορεία ήταν κοινωνικό κύρος.
Οι μαθητές μάθαιναν συχνά σε τάξεις διαφορετικών ηλικιών. Ένα παιδί 7 ετών μπορούσε να βρίσκεται στον ίδιο χώρο με έναν έφηβο, που μελετούσε ρητορική ή φιλοσοφία. Ο δάσκαλος δίδασκε παράλληλα διαφορετικά επίπεδα γνώσεων. Οι πιο προχωρημένοι μαθητές λειτουργούσαν συχνά ως «πρωτόσχολοι» ή βοηθοί του δασκάλου. Δίδασκαν τους μικρότερους, επέβλεπαν την αποστήθιση και βοηθούσαν στην πειθαρχία της τάξης, λειτουργούσαν, δηλαδή, σαν άτυποι «επιμελητές» της εποχής.
Μια και το χαρτί θεωρούνταν είδος πολυτελείας, οι μικρότεροι έγραφαν πάνω σε ξύλινες πινακίδες καλυμμένες με κερί, χρησιμοποιώντας γραφίδα. Πολλοί μαθητές έσβηναν και ξαναχρησιμοποιούσαν τις ίδιες κηρωμένες πινακίδες για μήνες ή χρόνια. Οι μεγαλύτεροι χρησιμοποιούσαν φτερά χήνας και αυτοσχέδιο μελάνι από καπνιά.
Συνδέοντας τις δύο ιστορικές περιόδους, το protothema.gr αναδεικνύει το εκπαιδευτικό σύστημα του ύστερου Βυζαντίου και τον τρόπο, με τον οποίο «εξετάζονταν» οι μαθητές πέντε αιώνες πριν από τις σημερινές Πανελλαδικές.
Επειδή η σημερινή πρώτη ημέρα των Πανελλαδικών συμπίπτει με την επέτειο της Άλωσης της Κωνσταντινούπολης, αξίζει ίσως μία «ματιά» στο παρελθόν, στους μαθητές του 15ου αιώνα. Τους υποψήφιους, που έδιναν τις δικές τους «εξετάσεις» όρθιοι μπροστά στον δάσκαλο, απαγγέλλοντας από μνήμης Όμηρο, Ψαλμούς και ρητορικούς λόγους.
Ένα σχολείο για λίγους
Λίγο πριν από την Άλωση, η εκπαίδευση στην Κωνσταντινούπολη παρέμενε ζωντανή, παρά την πολιτική και οικονομική παρακμή της αυτοκρατορίας. Ωστόσο, η μόρφωση δεν ήταν δικαίωμα όλων. Σχολείο πήγαιναν κυρίως τα αγόρια των εύπορων οικογενειών. Τα κορίτσια και τα παιδιά των φτωχών λαϊκών στρωμάτων σπάνια αποκτούσαν συστηματική εκπαίδευση. Τα περισσότερα μάθαιναν πρακτικές δεξιότητες μέσα στο σπίτι ή δίπλα σε τεχνίτες ως μαθητευόμενοι.Η παιδεία χωριζόταν σε δύο βασικά στάδια. Την Προπαιδεία, δηλαδή τη στοιχειώδη εκπαίδευση, στο πλαίσιο της οποίας οι μαθητές μάθαιναν ανάγνωση, γραφή και βασική αριθμητική μέσα από εκκλησιαστικά κείμενα, κυρίως το Ψαλτήρι και την Οκτώηχο.
Και τη Εγκύκλιο Παιδεία, η οποία αντιστοιχούσε στη μέση εκπαίδευση και απευθυνόταν στους πιο προνομιούχους μαθητές. Εκεί διδάσκονταν Όμηρο, τραγικούς ποιητές, ρητορική, φιλοσοφία και λογική.
Το πρόγραμμα σπουδών της συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου, ακολουθούσε σε μεγάλο βαθμό τη βυζαντινή εκδοχή του δυτικού ανθρωπιστικού μοντέλου:
Το Τρίβιον: Γραμματική, Ρητορική και Διαλεκτική
Το Τετράδιον: Αριθμητική, Γεωμετρία, Μουσική και Αστρονομία
Για τους ελάχιστους, που συνέχιζαν σε ανώτερες σπουδές, υπήρχαν σχολές νομικής, θεολογίας και φιλοσοφίας, ενώ η Κωνσταντινούπολη εξακολουθούσε να θεωρείται σημαντικό πνευματικό κέντρο της Ανατολής.
Η σχολική αίθουσα του 1453
Μία νοητή εικόνα της σχολικής τάξης την εποχή της Άλωσης, θα παρέπεμπε σε μάθημα συνήθως στον νάρθηκα μιας εκκλησίας, σε ένα μοναστήρι ή στο σπίτι του δασκάλου. Δεν υπήρχαν θρανία. Οι μαθητές κάθονταν στο πάτωμα πάνω σε ψάθες ή χαμηλά σκαμνιά, ενώ ο δάσκαλος βρισκόταν σε υπερυψωμένο σημείο. Επειδή τα βιβλία ήταν σπάνια και πανάκριβα, συνήθως υπήρχε μόνο ένα αντίτυπο, αυτό του δασκάλου.Τα παιδιά μάθαιναν πρώτα να ψέλνουν και μετά να γράφουν. Σε αρκετές περιπτώσεις, ειδικά μετά την Άλωση, η πρώτη επαφή των παιδιών με την «εκπαίδευση» ήταν η εκκλησιαστική ψαλτική. Η απομνημόνευση ύμνων θεωρούνταν βασικό εργαλείο για να μάθουν γλώσσα, ανάγνωση και σωστή προφορά. Οι μαθητές επαναλάμβαναν ρυθμικά όσα διάβαζε ο δάσκαλος μέχρι να τα αποστηθίσουν. Μάλιστα, η αποστήθιση θεωρούνταν ένδειξη υψηλής ευφυΐας και κορυφαία πνευματική αρετή στο βυζαντινό εκπαιδευτικό σύστημα. Ένας μαθητής, που μπορούσε να απαγγείλει μεγάλες ενότητες από τον Όμηρο ή τους Ψαλμούς θεωρούνταν εξαιρετικά μορφωμένος, ακόμη κι αν δεν είχε αναπτύξει προσωπική κριτική σκέψη με τη σημερινή έννοια.
Τα λάθη στην προφορά θεωρούνταν σοβαρό μορφωτικό ελάττωμα, γι’αυτό και οι δάσκαλοι έδιναν τεράστια σημασία στη σωστή εκφορά του λόγου. Αντίθετα, η λανθασμένη χρήση αρχαιοελληνικών τύπων θεωρούνταν ένδειξη «ακαλλιέργειας». Για τους ανώτερους κύκλους της Κωνσταντινούπολης, η σωστή ρητορεία ήταν κοινωνικό κύρος.
Οι μαθητές μάθαιναν συχνά σε τάξεις διαφορετικών ηλικιών. Ένα παιδί 7 ετών μπορούσε να βρίσκεται στον ίδιο χώρο με έναν έφηβο, που μελετούσε ρητορική ή φιλοσοφία. Ο δάσκαλος δίδασκε παράλληλα διαφορετικά επίπεδα γνώσεων. Οι πιο προχωρημένοι μαθητές λειτουργούσαν συχνά ως «πρωτόσχολοι» ή βοηθοί του δασκάλου. Δίδασκαν τους μικρότερους, επέβλεπαν την αποστήθιση και βοηθούσαν στην πειθαρχία της τάξης, λειτουργούσαν, δηλαδή, σαν άτυποι «επιμελητές» της εποχής.
Μια και το χαρτί θεωρούνταν είδος πολυτελείας, οι μικρότεροι έγραφαν πάνω σε ξύλινες πινακίδες καλυμμένες με κερί, χρησιμοποιώντας γραφίδα. Πολλοί μαθητές έσβηναν και ξαναχρησιμοποιούσαν τις ίδιες κηρωμένες πινακίδες για μήνες ή χρόνια. Οι μεγαλύτεροι χρησιμοποιούσαν φτερά χήνας και αυτοσχέδιο μελάνι από καπνιά.
Το σχολικό πρόγραμμα καθοριζόταν από τον ήλιο, με τα μαθήματα να αρχίζουν την ανατολή και να σταματούν με τη δύση. Το «σχολικό έτος» εξαρτιόταν από τις εποχές και τις αγροτικές δουλειές και δεν υπήρχε σταθερό σχολικό ημερολόγιο, όπως σήμερα. Στις επαρχίες, πολλά παιδιά εγκατέλειπαν προσωρινά το μάθημα κατά την περίοδο της σποράς ή της συγκομιδής για να βοηθήσουν τις οικογένειές τους στα χωράφια ή στις κτηνοτροφικές εργασίες.
Καταρχάς, υπήρχε η καθημερινή «Ακρόαση» ή «Απόδοση», δηλαδή κάθε πρωί ο μαθητής έπρεπε να επαναλάβει από μνήμης το προηγούμενο μάθημα. Ο δάσκαλος ζητούσε όχι μόνο απαγγελία αλλά και πλήρη κατανόηση του κειμένου: γραμματική ανάλυση, ερμηνεία και ετυμολογία.
Ίσως η πιο κοντινή μορφή σε σημερινό διαγώνισμα, ήταν η «Σχεδογραφία», που αποτελούσε μία μέθοδο διδασκαλίας της γραμματικής και της γλώσσας. Ο δάσκαλος υπαγόρευε μια δύσκολη λέξη ή φράση με σκόπιμα λάθη και οι μαθητές έπρεπε να τη διορθώσουν προφορικά, να αναγνωρίσουν τη γραμματική της δομή και να εξηγήσουν την προέλευσή της.
Σε ανώτερο επίπεδο, υπήρχαν οι δημόσιες ρητορικές δοκιμασίες, οι οποίες αντιστοιχούσαν στην τελική «εξέταση» των προχωρημένων μαθητών, που περισσότερο έμοιαζε με δημόσιο διαγωνισμό λόγου. Οι μαθητές εκφωνούσαν ρητορικούς λόγους μπροστά σε κοινό, σε συμμαθητές, σε λογίους ή ακόμη και σε αξιωματούχους της Πόλης. Η επιτυχία εξαρτιόταν από τη μνήμη, τη γλωσσική ακρίβεια, την πειθώ και την άνεση στον δημόσιο λόγο.
Οι δημόσιες ρητορικές εξετάσεις μπορούσαν να διαρκέσουν ώρες. Ο εξεταζόμενος μαθητής δεν εκφωνούσε απλώς έναν λόγο αλλά οι παρευρισκόμενοι μπορούσαν να τον διακόψουν και να του υποβάλουν ερωτήσεις γραμματικής, φιλοσοφίας ή θεολογίας για να δοκιμάσουν τη μόρφωση και την ψυχραιμία του. Δεν είναι τυχαίο, που η ικανότητα στην ρητορική άνοιγε δρόμο για καριέρα, καθώς η παιδεία αποτελούσε «διαβατήριο» για διοικητικά αξιώματα, διπλωματικές αποστολές ή θέσεις στην Εκκλησία.
Επομένως, αν και το Βυζάντιο δεν είχε Πανελλαδικές, είχε ένα εκπαιδευτικό σύστημα με αξιολόγηση κυρίως προφορική, απαιτητική και εξαιρετικά ανταγωνιστική.
Η κοινωνία της εποχής θεωρούσε πως η πειθαρχία αποτελούσε αναπόσπαστο κομμάτι της μάθησης.
Αξίζει να αναφερθεί, ότι στα τελευταία χρόνια του Βυζαντίου αλλά και στους πρώτους αιώνες της Τουρκοκρατίας, οι οικογένειες συχνά αδυνατούσαν να πληρώσουν χρήματα στους δασκάλους, οι οποίοι συχνά διαβιούσαν σε ακραία φτώχεια αφού δεν ελάμβαναν κρατικό μισθό. Έτσι, τα δίδακτρα δίνονταν σε είδος: ψωμί, σιτάρι, λάδι, τυρί, κρασί, ακόμη και ξύλα για τον χειμώνα. Σε αρκετές περιοχές, ο δάσκαλος φιλοξενούνταν εκ περιτροπής στα σπίτια των μαθητών για να εξασφαλίσει φαγητό.
Την ίδια στιγμή, πολλοί Βυζαντινοί λόγιοι κατέφυγαν στη Δύση μεταφέροντας πολύτιμα χειρόγραφα του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη και των αρχαίων τραγικών. Ο Μανουήλ Χρυσολωράς, ο Βησσαρίων και ο Γεώργιος Γεμιστός Πλήθων υπήρξαν από τις σημαντικότερες μορφές αυτής της πνευματικής μετανάστευσης, η οποία συνέβαλε καθοριστικά στην Αναγέννηση της Ευρώπης.
Οι διαφορές μπορεί να είναι τεράστιες όσον αφορά στα διαθέσιμα μέσα, όμως παραμένει ζωντανή μέχρι σήμερα η αγωνία της επιτυχίας στις εξεταστικές δοκιμασίες ως μέσων κοινωνικής ανέλιξης και προσωπικής δικαίωσης των προσπαθειών των μαθητών.
Υπήρχαν «Πανελλαδικές» στο Βυζάντιο;
Από τις ιστορικές πηγές, προκύπτει πως δεν υπήρχαν γραπτές εξετάσεις, αδιάβλητα εθνικά τεστ, βαθμολογικά κέντρα ή απολυτήρια. Ωστόσο, υπήρχε μια εξαιρετικά απαιτητική διαδικασία αξιολόγησης.Καταρχάς, υπήρχε η καθημερινή «Ακρόαση» ή «Απόδοση», δηλαδή κάθε πρωί ο μαθητής έπρεπε να επαναλάβει από μνήμης το προηγούμενο μάθημα. Ο δάσκαλος ζητούσε όχι μόνο απαγγελία αλλά και πλήρη κατανόηση του κειμένου: γραμματική ανάλυση, ερμηνεία και ετυμολογία.
Ίσως η πιο κοντινή μορφή σε σημερινό διαγώνισμα, ήταν η «Σχεδογραφία», που αποτελούσε μία μέθοδο διδασκαλίας της γραμματικής και της γλώσσας. Ο δάσκαλος υπαγόρευε μια δύσκολη λέξη ή φράση με σκόπιμα λάθη και οι μαθητές έπρεπε να τη διορθώσουν προφορικά, να αναγνωρίσουν τη γραμματική της δομή και να εξηγήσουν την προέλευσή της.
Σε ανώτερο επίπεδο, υπήρχαν οι δημόσιες ρητορικές δοκιμασίες, οι οποίες αντιστοιχούσαν στην τελική «εξέταση» των προχωρημένων μαθητών, που περισσότερο έμοιαζε με δημόσιο διαγωνισμό λόγου. Οι μαθητές εκφωνούσαν ρητορικούς λόγους μπροστά σε κοινό, σε συμμαθητές, σε λογίους ή ακόμη και σε αξιωματούχους της Πόλης. Η επιτυχία εξαρτιόταν από τη μνήμη, τη γλωσσική ακρίβεια, την πειθώ και την άνεση στον δημόσιο λόγο.
Οι δημόσιες ρητορικές εξετάσεις μπορούσαν να διαρκέσουν ώρες. Ο εξεταζόμενος μαθητής δεν εκφωνούσε απλώς έναν λόγο αλλά οι παρευρισκόμενοι μπορούσαν να τον διακόψουν και να του υποβάλουν ερωτήσεις γραμματικής, φιλοσοφίας ή θεολογίας για να δοκιμάσουν τη μόρφωση και την ψυχραιμία του. Δεν είναι τυχαίο, που η ικανότητα στην ρητορική άνοιγε δρόμο για καριέρα, καθώς η παιδεία αποτελούσε «διαβατήριο» για διοικητικά αξιώματα, διπλωματικές αποστολές ή θέσεις στην Εκκλησία.
Επομένως, αν και το Βυζάντιο δεν είχε Πανελλαδικές, είχε ένα εκπαιδευτικό σύστημα με αξιολόγηση κυρίως προφορική, απαιτητική και εξαιρετικά ανταγωνιστική.
Η σκληρή πειθαρχία στην εκπαίδευση την περίοδο του Βυζαντίου
Η εκπαιδευτική διαδικασία ήταν ιδιαίτερα αυστηρή – με τα σημερινά δεδομένα, θα ήταν απόλυτα απαγορευτική! Η σωματική τιμωρία θεωρούνταν απολύτως θεμιτό παιδαγωγικό μέσο. Η βέργα και ο «φάλαγγας» χρησιμοποιούνταν συχνά για μαθητές που θεωρούνταν αμελείς ή απείθαρχοι. Χαρακτηριστική ήταν η φράση που έλεγαν οι γονείς στον δάσκαλο όταν του εμπιστεύονταν το παιδί τους: «Το κρέας δικό σου και τα κόκκαλα δικά μου».Η κοινωνία της εποχής θεωρούσε πως η πειθαρχία αποτελούσε αναπόσπαστο κομμάτι της μάθησης.
Το προφίλ του δασκάλου
Οι περισσότεροι δάσκαλοι ήταν κληρικοί, μοναχοί ή ψάλτες. Θεωρούνταν οι «φωτιστές» του γένους και οι βασικοί φορείς διατήρησης της γλώσσας και της πίστης. Μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, ωστόσο, η Εκκλησία ανέλαβε σχεδόν ολοκληρωτικά τη διατήρηση της παιδείας.Αξίζει να αναφερθεί, ότι στα τελευταία χρόνια του Βυζαντίου αλλά και στους πρώτους αιώνες της Τουρκοκρατίας, οι οικογένειες συχνά αδυνατούσαν να πληρώσουν χρήματα στους δασκάλους, οι οποίοι συχνά διαβιούσαν σε ακραία φτώχεια αφού δεν ελάμβαναν κρατικό μισθό. Έτσι, τα δίδακτρα δίνονταν σε είδος: ψωμί, σιτάρι, λάδι, τυρί, κρασί, ακόμη και ξύλα για τον χειμώνα. Σε αρκετές περιοχές, ο δάσκαλος φιλοξενούνταν εκ περιτροπής στα σπίτια των μαθητών για να εξασφαλίσει φαγητό.
Η Άλωση και το τέλος ενός κόσμου
Παρά την οικονομική κατάρρευση και τις συνεχείς πολιορκίες, η Πόλη εξακολουθούσε να διαθέτει κύκλους λογίων, που αντάλλασσαν χειρόγραφα, δίδασκαν αρχαία ελληνικά και συζητούσαν φιλοσοφία. Η πνευματική ζωή επέζησε μέχρι σχεδόν την τελευταία ημέρα της αυτοκρατορίας. Η πτώση της Κωνσταντινούπολης διέλυσε το παλιό βυζαντινό εκπαιδευτικό σύστημα. Δεν χάθηκε όμως η ελληνική παιδεία, επειδή θεωρούνταν «ιερό χρέος». Για τους υπόδουλους Έλληνες των πρώτων αιώνων μετά την Άλωση, η εκπαίδευση ήταν ένας τρόπος διατήρησης της πίστης, της γλώσσας και της συλλογικής ταυτότητας απέναντι στον κίνδυνο αφομοίωσης. Για τους λόγους αυτούς, το Οικουμενικό Πατριαρχείο και αργότερα η Μεγάλη του Γένους Σχολή προσπάθησαν να διατηρήσουν ζωντανή τη γλώσσα, τη θεολογία και τη γραμματεία των Ελλήνων μέσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.Την ίδια στιγμή, πολλοί Βυζαντινοί λόγιοι κατέφυγαν στη Δύση μεταφέροντας πολύτιμα χειρόγραφα του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη και των αρχαίων τραγικών. Ο Μανουήλ Χρυσολωράς, ο Βησσαρίων και ο Γεώργιος Γεμιστός Πλήθων υπήρξαν από τις σημαντικότερες μορφές αυτής της πνευματικής μετανάστευσης, η οποία συνέβαλε καθοριστικά στην Αναγέννηση της Ευρώπης.
Στρες στο Βυζάντιο;
Σχεδόν έξι αιώνες μετά την Άλωση, οι μαθητές εξακολουθούν να ζουν με το άγχος των εξετάσεων, μόνο που πλέον οι βυζαντινές «ακροάσεις» έχουν αντικατασταθεί από εξεταστικά κέντρα, ηλεκτρονικές πλατφόρμες και μηχανογραφικά δελτία.Οι διαφορές μπορεί να είναι τεράστιες όσον αφορά στα διαθέσιμα μέσα, όμως παραμένει ζωντανή μέχρι σήμερα η αγωνία της επιτυχίας στις εξεταστικές δοκιμασίες ως μέσων κοινωνικής ανέλιξης και προσωπικής δικαίωσης των προσπαθειών των μαθητών.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr