Η προσοχή υπό πίεση: Πώς το ψηφιακό περιβάλλον αλλάζει την καθημερινότητα

Με ποιο τρόπο επηρεάζουν τα κινητά και τα social media την ικανότητα συγκέντρωσης του ανθρώπου – Αυτό που άλλαξε, είναι ο τρόπος που χρησιμοποιούμε την προσοχή μας, αναφέρει το επιστημονικό περιοδικό Nature

Η ανησυχία ότι ο άνθρωπος χάνει την ικανότητά του να συγκεντρώνεται δεν είναι καινούργια. Πολύ πριν εμφανιστούν τα smartphones, τα social media και οι ατελείωτες ειδοποιήσεις, ο συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας και εφευρέτης, Hugo Gernsback, είχε ήδη φανταστεί μια ακραία λύση απέναντι στους περισπασμούς: ένα ξύλινο κράνος απομόνωσης, που κάλυπτε πλήρως το κεφάλι και απέκλειε ήχους, εικόνες και εξωτερικά ερεθίσματα. Η εφεύρεσή του πράγματι βοηθούσε στη συγκέντρωση, επειδή, όπως πίστευε ο ίδιος, «η μεγαλύτερη δυσκολία, που αντιμετωπίζει ο ανθρώπινος νους είναι οι εξωτερικές παρεμβολές». Ωστόσο, επειδή ο χρήστης κινδύνευε να ασφυκτιά, προστέθηκε στη συνέχεια και σύστημα παροχής αέρα!

Έναν περίπου αιώνα μετά, με το κινητό να δονείται ασταμάτητα, τις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης να καταλαμβάνουν σχεδόν το σύνολο της προσοχής μας και τον καταιγισμό των πληροφοριών με ηλεκτρονικό τρόπο, το πρόβλημα της διάσπασης της προσοχής μοιάζει πιο έντονο από ποτέ. Μάλιστα, το φαινόμενο καταγράφεται ως εντονότερο στους ανήλικους και οι δάσκαλοι παρατηρούν ολοένα και πιο αφηρημένους μαθητές. Αντίστοιχα, οι εργοδότες μιλούν για εργαζομένους, που αλλάζουν συνεχώς παράθυρα και εφαρμογές.


Τι λέει η επιστήμη

Η αίσθηση της διάσπασης είναι πραγματική, δεν συνδέεται, όμως, απαραίτητα με τη βιολογική φθορά. Σε σχετικό άρθρο του επιστημονικού περιοδικού Nature, αναδεικνύονται τα συμπεράσματα ψυχολόγων και νευροεπιστημόνων: υπάρχει όντως μια σημαντική διαφορά ανάμεσα σε αυτό που αισθανόμαστε και σε αυτό που πραγματικά συμβαίνει στον εγκέφαλό μας. Πιο αναλυτικά, η Monica Rosenberg, ψυχολόγος στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου, υποστηρίζει ότι υπάρχει «τεράστια απόσταση ανάμεσα στην αίσθηση ότι δεν μπορούμε να προσέξουμε και στην πραγματική ικανότητα του εγκεφάλου να συγκεντρώνεται».
Πράγματι, μία έρευνα στην οποία συμμετείχαν περισσότεροι από 2.000 Βρετανοί έδειξε ότι σχεδόν οι μισοί θεωρούν πως η προσοχή τους έχει μειωθεί σε σχέση με το παρελθόν. Παράλληλα, σχεδόν τα δύο τρίτα πιστεύουν ότι οι νέοι έχουν πλέον πολύ μικρότερη διάρκεια προσοχής από τις προηγούμενες γενιές. Αξίζει να σημειωθεί, ότι αυτή η κοινωνική πεποίθηση έχει ήδη αλλάξει τον τρόπο, με τον οποίο οργανώνεται η εκπαίδευση. Σε πολλές χώρες, τα μαθήματα γίνονται πιο σύντομα, πιο «σπασμένα» και πιο διαδραστικά, ώστε να κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον των μαθητών. Ακόμη και στη λογοτεχνία, αρκετοί μαθητές διαβάζουν πλέον αποσπάσματα αντί για ολόκληρα βιβλία.

Η γνωστή συγγραφέας Elif Shafak είχε αποκαλύψει ότι, όταν ρώτησε γιατί οι ομιλίες TED γίνονται ολοένα μικρότερες, έλαβε την εξής απάντηση: «Επειδή η μέση ανθρώπινη προσοχή έχει μειωθεί».


Η αληθινή έννοια της «προσοχής»

Οι επιστήμονες εξηγούν, ότι ο όρος «διάρκεια προσοχής» χρησιμοποιείται συχνά λανθασμένα, σαν να πρόκειται για μία μόνο λειτουργία του εγκεφάλου.

Στην πραγματικότητα, η προσοχή αποτελείται από πολλά διαφορετικά συστήματα:

Τη διατηρούμενη προσοχή, δηλαδή την ικανότητα να παραμένουμε συγκεντρωμένοι σε μια δραστηριότητα για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Την επιλεκτική προσοχή, που σχετίζεται με την ικανότητα να αγνοούμε άσχετα ερεθίσματα.

Τον εκτελεστικό έλεγχο, που αντιστοιχεί στον μηχανισμό, που μας βοηθά να μένουμε προσηλωμένοι σε έναν στόχο αντί να παρασυρόμαστε από πιο ελκυστικά ερεθίσματα.

Αυτές οι λειτουργίες εξετάζονται σε εργαστήρια μέσω ειδικών γνωστικών τεστ. Ένα από τα πιο γνωστά, είναι το λεγόμενο “d2 test”, στο οποίο οι συμμετέχοντες πρέπει να εντοπίσουν συγκεκριμένα γράμματα ανάμεσα σε δεκάδες παρόμοια σύμβολα μέσα σε περιορισμένο χρόνο. Οι δοκιμές αυτές αξιολογούν την ικανότητα διατήρησης της συγκέντρωσης αλλά και την αντοχή του εγκεφάλου στην κόπωση.


Τι δείχνουν τα εργαστήρια

Οι περισσότερες μελέτες επιβεβαιώνουν ότι η ανθρώπινη απόδοση μειώνεται έπειτα από περίπου δέκα λεπτά συνεχούς συγκέντρωσης. Ωστόσο, αυτό θεωρείται φυσιολογικό χαρακτηριστικό του εγκεφάλου και όχι ένδειξη «εκφυλισμού» της προσοχής.
Οι ερευνητές παρατηρούν, ότι ακόμη και οι πιο συγκεντρωμένοι άνθρωποι παρουσιάζουν φυσιολογικές διακυμάνσεις, δηλαδή οι περίοδοι υψηλής απόδοσης εναλλάσσονται με μικρές «βουτιές» προσοχής και επαναφοράς.

Τα εργαστηριακά δεδομένα δείχνουν, επίσης, ότι οι εξωτερικοί περισπασμοί επηρεάζουν άμεσα τη γνωστική λειτουργία. Για παράδειγμα, θόρυβοι όπως κλάματα μωρών ή γαβγίσματα σκύλων μειώνουν την απόδοση σε γνωστικές δοκιμασίες, ενώ κλασικές έρευνες έχουν αποδείξει ότι οι οδηγοί, που μιλούν στο κινητό έχουν σημαντικά αυξημένο κίνδυνο τροχαίων ατυχημάτων.

Παρόλα αυτά, οι επιστήμονες τονίζουν ότι δεν υπάρχουν ισχυρές αποδείξεις πως η βασική ικανότητα συγκέντρωσης του ανθρώπινου εγκεφάλου έχει χειροτερέψει τις τελευταίες δεκαετίες. Μάλιστα, μετα-ανάλυση του 2024, που εξέτασε αποτελέσματα από περισσότερους από 21.000 ανθρώπους σε 32 χώρες, μεταξύ 1990 και 2021, δεν εντόπισε πτώση στις επιδόσεις των παιδιών ενώ αντίθετα, στους ενήλικες, παρατηρήθηκε ακόμη και μικρή βελτίωση.



Η συνεχής εναλλαγή προσοχής είναι το πρόβλημα

Οι σημαντικότερες αλλαγές καταγράφονται στην καθημερινή συμπεριφορά. Η ψυχολόγος Gloria Mark, από το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Irvine, η οποία μελετά εδώ και δύο δεκαετίες τη συμπεριφορά εργαζομένων μπροστά σε υπολογιστές, κατέγραψε πως ενώ στα μέσα της δεκαετίας του 2000, οι εργαζόμενοι παρέμεναν συγκεντρωμένοι σε μία οθόνη ή εργασία για περίπου δυόμισι λεπτά, μέχρι τη δεκαετία του 2010, ο χρόνος αυτός είχε πέσει στα 75 δευτερόλεπτα. Στις αρχές της δεκαετίας του 2020, περιορίστηκε σε περίπου 47 δευτερόλεπτα.

Οι εναλλαγές αυτές δεν αφορούν μόνο «χάσιμο χρόνου» στα social media. Περιλαμβάνουν αλλαγές μεταξύ email, tabs, εγγράφων, ειδοποιήσεων, εφαρμογών και τηλεφωνικών ελέγχων.

Το πρόβλημα είναι, ότι κάθε αλλαγή απαιτεί από τον εγκέφαλο να επαναπροσαρμοστεί. Αυτή η διαδικασία έχει κόστος, δηλαδή οι άνθρωποι κάνουν περισσότερα λάθη, χρειάζονται περισσότερο χρόνο για να ολοκληρώσουν μια εργασία και βιώνουν αυξημένο στρες. Παράλληλα, μειώνεται η ικανότητα βαθιάς σκέψης, ανάλυσης και επεξεργασίας σύνθετων πληροφοριών. Η Gloria Mark περιγράφει αυτή την κατάσταση ως ένα είδος «επιφανειακής παραγωγικότητας», καθώς οι άνθρωποι νιώθουν συνεχώς απασχολημένοι, αλλά δυσκολεύονται να αισθανθούν πραγματική πρόοδο.


Η διάσπαση «ανταμείβει» τον εγκέφαλο

Οι ειδικοί εξηγούν, ότι οι ψηφιακές πλατφόρμες δεν λειτουργούν τυχαία. Notifications, likes, νέα μηνύματα και ατελείωτη ροή περιεχομένου προσφέρουν στον εγκέφαλο μικρές «δόσεις ανταμοιβής». Ειδικότερα, η αναζήτηση νέων πληροφοριών, κοινωνικής επιβεβαίωσης ή ψυχαγωγίας ενεργοποιεί κυκλώματα ανταμοιβής του εγκεφάλου, κάνοντας τη συνεχή εναλλαγή προσοχής ελκυστική — ακόμη κι όταν γνωρίζουμε ότι μας αποσυντονίζει.

Ο νευροεπιστήμονας Michael Esterman εξηγεί ότι όσο πιο «ανταποδοτικές» είναι οι εναλλακτικές δραστηριότητες, τόσο δυσκολότερο γίνεται να παραμείνει κανείς συγκεντρωμένος σε κάτι, που απαιτεί πνευματική προσπάθεια. Αυτό ακριβώς εξηγεί γιατί πολλοί άνθρωποι διακόπτουν μόνοι τους τη δουλειά τους, ακόμη και χωρίς εξωτερικές ειδοποιήσεις. Σύμφωνα με τις μελέτες, οι αυτοδιακοπές είναι σχεδόν εξίσου συχνές με τις εξωτερικές διακοπές από μηνύματα ή τηλεφωνήματα.



Πως επηρεάζεται τελικά ο εγκέφαλος από την πολυδιάσπαση

Ορισμένοι επιστήμονες ανησυχούν ότι αυτή η συνεχής διάσπαση ίσως επηρεάζει μακροπρόθεσμα τη δομή του εγκεφάλου. Έρευνες της νευροεπιστήμονα Nilli Lavie έδειξαν ότι άτομα με μεγαλύτερο όγκο φαιάς ουσίας σε περιοχές του μετωπιαίου λοβού εμφανίζουν καλύτερο έλεγχο της προσοχής και μεγαλύτερη αντίσταση στους περισπασμούς. Αν και δεν υπάρχουν ακόμη αποδείξεις, ότι τα ψηφιακά περιβάλλοντα προκαλούν μόνιμες βιολογικές αλλαγές, οι επιστήμονες θεωρούν πιθανό ότι οι συνήθειες συγκέντρωσης — όπως και κάθε γνωστική λειτουργία — μπορούν να ενισχυθούν ή να αποδυναμωθούν ανάλογα με τη χρήση.

Σε κάθε περίπτωση, αν και δεν υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος έχει χάσει τη φυσική του ικανότητα για βαθιά συγκέντρωση, το ψηφιακό περιβάλλον έχει μετατρέψει την προσοχή σε πεδίο διαρκούς ανταγωνισμού καθώς εφαρμογές, πλατφόρμες και συσκευές διεκδικούν ασταμάτητα χρόνο και γνωστικούς πόρους. Επομένως, η σύγχρονη πρόκληση, σύμφωνα με τους επιστήμονες, δεν είναι ότι ο εγκέφαλος «χάλασε», αλλά ότι εκπαιδεύεται καθημερινά να λειτουργεί μέσα σε καθεστώς συνεχούς διακοπής. Με αυτό το δεδομένο, η ορθή προσέγγιση θα ήταν αντί να καταβάλουμε προσπάθεια για να εξασφαλίσουμε περισσότερη συγκέντρωση, να επιλέγουμε που αξίζει πραγματικά να δίνουμε την προσοχή μας.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr