Απαγόρευση πρόσβασης ανηλίκων στα social media: Τι λειτουργεί και τι όχι, oι πρώτες ενδείξεις από χώρες που έχει εφαρμοστεί
15.04.202615:36
Βασιλική Χρυσοστομίδου
Το νέο «ψηφιακό όριο ενηλικίωσης» στην Ελλάδα ξεκινά την 1η Ιανουαρίου 2027
Απέναντι στην αυξανόμενη ανησυχία για τις επιπτώσεις της πρώιμης έκθεσης των παιδιών σε πλατφόρμες κοινωνικών δικτύων όπως το TikTok, το Instagram, το Snapchat και το YouTube, πολλές χώρες και φορείς ανά τον κόσμο κινητοποιούνται προκειμένου να τα προστατεύσουν.
Η ανεξέλεγκτη χρήση προκαλεί στα παιδιά αυξημένο άγχος και καταθλιπτικά συμπτώματα, διαταραχές ύπνου και γνωστικές επιπτώσεις ενώ ο εθιστικός σχεδιασμός των πλατφορμών σε συνδυασμό με την έκθεση σε κινδύνους, που ελλοχεύουν λόγω της ευαλωτότητας που διακρίνει αυτές τις ηλικίες, αποτελούν τις κυριότερες επιπτώσεις, σύμφωνα με την επιστημονική αποτύπωση.
H Ελλάδα βρίσκεται πλέον στη λίστα των χωρών, που προχωρούν σε αυστηρότερους περιορισμούς για τη χρήση των social media από ανηλίκους κάτω των 15 ετών. Το νέο πλαίσιο ρυθμίσεων, που παρουσιάστηκε στις 8 Απριλίου 2026, συνιστά μία από τις πιο σημαντικές παρεμβάσεις των τελευταίων ετών, εντασσόμενο παράλληλα σε μια ευρύτερη διεθνή τάση αυστηρότερης εποπτείας της πρόσβασης των παιδιών στα social media.
Από τί κινδυνεύουν τα παιδιά;
Η έντονη χρήση κοινωνικών δικτύων σε μικρές ηλικίες, κυρίως μεταξύ 10-14 ετών, συνδέεται με αυξημένα επίπεδα άγχους, καταθλιπτικών συμπτωμάτων και χαμηλότερη αυτοεκτίμηση, όπως προκύπτει από τη διεθνή επιστημονική βιβλιογραφία. Ιδιαίτερα επιβαρυντικοί παράγοντες θεωρούνται η συνεχής έκθεση σε εξιδανικευμένες εικόνες ζωής, η διαταραχή του ύπνου λόγω νυχτερινής χρήσης, ο διαδικτυακός εκφοβισμός, οι αλγοριθμικοί μηχανισμοί, που ενισχύουν την παραμονή στις πλατφόρμες. Παράλληλα, τα παιδιά κάτω των 15 ετών εμφανίζουν αυξημένη ευαλωτότητα σε φαινόμενα όπως το grooming και η έκθεση σε ακατάλληλο περιεχόμενο, λόγω της αναπτυξιακής τους ανωριμότητας.
«Δεδομένα από την εμπειρία μας στη Μονάδα Εφηβικής Υγείας του Νοσοκομείου Παίδων 'Παναγιώτη & Αγλαΐας Κυριακού', αλλά και από τις έρευνες του Μεταπτυχιακού Προγράμματος Σπουδών 'Στρατηγικές αναπτυξιακής και εφηβικής υγείας', της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ), αναδεικνύουν ότι πριν την πανδημία του Covid-19 η σοβαρή εξάρτηση από το διαδίκτυο αφορούσε το 8 - 10% των παιδιών και των εφήβων και η μέτρια έως ελαφριά εξάρτηση το 40% των παιδιών και των εφήβων, ενώ σήμερα υπολογίζεται ότι 60- 80% των παιδιών ειδικά στην εφηβική ηλικία παρουσιάζει κάποιου βαθμού εξάρτηση από το διαδίκτυο, εκ των οποίων σοβαρού βαθμού εξάρτηση εμφανίζει περίπου 15 έως 20% των παιδιών», αρχίζει να λέει στο protothema.gr h δρ Άρτεμις Τσίτσικα, Εθνική Εκπρόσωπος και Συν. Καθηγήτρια της UNESCO Έδρας για την Παγκόσμια Υγεία και Εκπαίδευση, Πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Εφηβικής Ιατρικής και Επιστημονικά Υπεύθυνη της Μονάδας Εφηβικής Υγείας (ΜΕΥ) Νοσοκομείο Παίδων ‘Παναγιώτη και Αγλαΐας Κυριακού’». Όπως δε προσθέτει η ίδια, «σε αυτό έχουν παίξει καταλυτικό ρόλο η χρήση φορητών συσκευών, που προσφέρουν απεριόριστη προσβασιμότητα και ιδιωτικότητα. Η ενασχόληση με τα social media, το gaming και ο διαδικτυακός τζόγος αποτελούν δραστηριότητες με ισχυρή πιθανότητα υπερβολικής χρήσης και απώλειας του μέτρου χρήσης ποιοτικά και ποσοτικά!». Αναφορικά με τις επιπτώσεις της εξάρτησης, όπως περιγράφηκε ανωτέρω, στη μαθησιακή ζωή και τη σχολική καθημερινότητα, σύμφωνα με την Καθηγήτρια Τσίτσικα, «παρατηρούνται υψηλά ποσοστά ελλειμματικής προσοχής, δυσκολία στη συγκέντρωση στους μαθησιακούς στόχους και τις σχολικές εργασίες. Τα παιδιά απομακρύνονται από τους μαθησιακούς στόχους, ενώ υπάρχει και περιεχόμενο που προβάλλει το εύκολο κέρδος, απαξιώνοντας την παιδεία και τους μακροπρόθεσμους στόχους. Παράλληλα, δίνεται έμφαση στην εμφάνιση ως μέσο απόκτησης αγαθών και επιτυχίας, ενώ οι διάφορες προκλήσεις-δοκιμασίες (challenges), μπορεί να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο την υγεία, σωματική και ψυχική, αλλά και την ίδια τη ζωή των παιδιών. Όλο και περισσότερα παιδιά λαμβάνουν πολύ σοβαρά υπόψη της συμβουλές του ΑΙ. Αν και το διαδίκτυο δεν πρέπει να δαιμονοποιείται, καθώς αποτελεί ένα πολύ σημαντικό εργαλείο, όπως και στον φυσικό κόσμο, ισχύει η ψηφιακή ανηλικότητα και χρειάζεται η καθοδήγηση και η παρουσία σημαντικών ενηλίκων, όπως των γονέων».
Αναφερόμενη στα παιδιά της Γενιάς A, που τώρα οι εκπρόσωποί της είναι έφηβοι και γεννήθηκαν περίπου το 2010-2012, η κ.Τσίτσικα σημειώνει ότι οι γνωστικές κατακτήσεις αυτής της γενιάς έγιναν μέσα στην πανδημία και αυτό επηρέασε πάρα πολύ την ανάπτυξή τους, γνωστική και ψυχοκοινωνική. «Σήμερα βλέπουμε, ότι είναι μία γενιά που δυσκολεύεται πολύ να βρει ευχαρίστηση, να ικανοποιηθεί, να βρει ενδιαφέροντα και κίνητρα στο φυσικό κόσμο. Έχει εξοικειωθεί με τα γρήγορα και σύντομα ερεθίσματα, τον συνεχή «θόρυβο» και βαριέται πολύ όταν δεν είναι μέσα στο διαδίκτυο, στα σόσιαλ.
Η γενιά Α βιώνει έντονα το stress της ματαίωσης κι αυτό είναι αντιληπτό, αφού ο εγκέφαλός μας είναι εξελικτικά σχεδιασμένος να δίνει προσοχή στο καινούργιο, συνεπώς όποιες ειδοποιήσεις είναι σχεδόν αδύνατο να αγνοηθούν. Και αν το προσπαθήσουν, σίγουρα θα αγχωθούν! Αυτή η εξοικείωση με την υπερβολική πληροφορία είναι το φαινόμενο “Infobesity” που μαζί με το και το “Fomo” (fear of missing out) μας κάνει να είμαστε διαρκώς στην επαγρύπνηση για οτιδήποτε προκύψει στον ψηφιακό μας κόσμο, με την αγωνία μήπως έχουμε χάσει κάποια πληροφορία», καταλήγει.
Το πλαίσιο της απαγόρευσης
Η καθιέρωση του ηλικιακού ορίου των 15 ετών για τη χρήση πλατφορμών κοινωνικής δικτύωσης βασίζεται στην αναγνώριση ότι το ψηφιακό περιβάλλον διαμορφώνει ενεργά τη συμπεριφορά, την ψυχολογία και την ανάπτυξη των παιδιών. Η πρόσβαση παιδιών κάτω από το όριο αυτό απαγορεύεται, με στόχο να περιοριστεί η πρώιμη έκθεση σε ένα περιβάλλον, που χαρακτηρίζεται από έντονα ερεθίσματα, αλγοριθμικές επιρροές και - συχνά - ανεξέλεγκτη ροή περιεχομένου.
Η εφαρμογή του μέτρου βασίζεται στην υποχρεωτική επαλήθευση ηλικίας από τις ίδιες τις πλατφόρμες, μετατοπίζοντας το βάρος τις ευθύνης σε αυτές, σύμφωνα με το ‘μοντέλο της Αυστραλίας’. Μάλιστα, οι εταιρείες καλούνται να υιοθετήσουν τεχνολογικά μέσα, που θα εξασφαλίζουν με αξιοπιστία την ηλικία των χρηστών, χωρίς όμως να παραβιάζουν την ιδιωτικότητα ή τα προσωπικά δεδομένα τους.
Η εποπτεία των νέων κανόνων θα γίνεται στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού Κανονισμού για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες (DSA), ο οποίος ήδη θέτει αυστηρές υποχρεώσεις στις μεγάλες ψηφιακές πλατφόρμες. Ανάλογα με την περίπτωση, τον έλεγχο θα ασκεί είτε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, είτε ο αρμόδιος εθνικός φορέας της χώρας εγκατάστασης της κάθε εταιρείας.
Η έναρξη εφαρμογής τοποθετείται την 1η Ιανουαρίου 2027, δίνοντας χρόνο τόσο στις πλατφόρμες όσο και στις κρατικές αρχές να προετοιμαστούν για το απαιτητικό εγχείρημα.
Με στόχο την Ευρώπη
Η ελληνική πρωτοβουλία εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική παρέμβαση στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Μεταξύ άλλων, η χώρα μας προτείνει την καθιέρωση μιας ενιαίας «ψηφιακής ηλικίας ενηλικίωσης» στα 15 έτη, καθώς και την υποχρεωτική εφαρμογή μηχανισμών επαλήθευσης ηλικίας για όλες τις πλατφόρμες, που απευθύνονται σε ανηλίκους. Επιπλέον, εισηγείται την εξαμηνιαία επανεπιβεβαίωση της ηλικίας των χρηστών και τη δημιουργία ενός πιο αποτελεσματικού μηχανισμού επιβολής κυρώσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Τί ισχύει διεθνώς για την απαγόρευση πρόσβασης των ανηλίκων στα σόσιαλ – Οι ενδείξεις από την εφαρμογή περιορισμών
Η Ελλάδα δεν είναι η πρώτη χώρα, που επιχειρεί να θέσει ηλικιακά όρια στα social media καθώς κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο είτε εξετάζουν, είτε έχουν ήδη ξεκινήσει να εφαρμόζουν αντίστοιχα μέτρα, ανταποκρινόμενες στις αυξανόμενες ανησυχίες για την ψυχική υγεία των ανηλίκων.
Η Αυστραλία είναι πρωτοπόρος, καθώς από τις 10 Δεκεμβρίου 2025 ήταν η πρώτη χώρα, που εισήγαγε την απαγόρευση χρήσης social media για παιδιά κάτω των 16 ετών (Online Safety Amendment - Social Media Minimum Age). Εκτός από την ίδια τη νομοθεσία, το ενδιαφέρον εστιάζεται στον τρόπο εφαρμογής της καθώς το μέτρο συνοδεύεται από εκτεταμένη επιστημονική παρακολούθηση. Συγκεκριμένα, ερευνητές παρακολουθούν χιλιάδες παιδιά 10-16 ετών και οικογένειες, εξετάζοντας δείκτες όπως η ψυχική υγεία, ο ύπνος, η σχολική επίδοση και η κοινωνική δραστηριότητα.
Στην Ευρώπη, η προσέγγιση ποικίλλει.
Πιο αναλυτικά:
Η Γαλλία έχει ήδη θεσπίσει όριο στα 15 έτη, με υποχρεωτική γονική συναίνεση για μεγαλύτερες ηλικίες.
Η Δανία εξετάζει παρόμοιο όριο, επιτρέποντας πρόσβαση από τα 13 μόνο υπό αυστηρούς όρους.
Η Αυστρία εστιάζει κυρίως στην τεχνολογία επαλήθευσης ηλικίας και στον περιορισμό της συλλογής δεδομένων.
Το Ηνωμένο Βασίλειο δίνει έμφαση στην «αποτελεσματική επιβεβαίωση ηλικίας», αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο αυστηρότερων περιορισμών στο μέλλον.
Η Γερμανία στρέφει το ενδιαφέρον της όχι μόνο στα όρια ηλικίας, αλλά και στον περιορισμό των εθιστικών χαρακτηριστικών των πλατφορμών, όπως το ατελείωτο scrolling και οι συνεχείς ειδοποιήσεις.
Τι λειτουργεί και τι όχι – Οι πρώτες ενδείξεις από τις απαγορεύσεις
Τα πρώτα στοιχεία από χώρες, που έχουν εφαρμόσει ηλικιακούς περιορισμούς δείχνουν ότι μπορεί να μειωθεί η έκθεση των παιδιών σε επιβλαβές περιεχόμενο, δημιουργώντας ένα ‘παράθυρο προστασίας’. Ωστόσο, το πρόβλημα δεν εξαλείφεται καθώς οι ανήλικοι συχνά βρίσκουν τρόπους παράκαμψης των περιορισμών μέσω τεχνολογικών μέσων ή μετακίνησης σε λιγότερο ελεγχόμενες πλατφόρμες.
Ειδικότερα στην Αυστραλία, τα πρώτα συμπεράσματα είναι ‘συγκρατημένα’ – στους λίγους μήνες εφαρμογής, δεν υπάρχει ακόμη σαφής απόδειξη, ότι η απαγόρευση οδηγεί σε άμεση βελτίωση της ψυχικής υγείας. Επιπλέον, πολλοί έφηβοι επιχειρούν να παρακάμψουν τους περιορισμούς, χρησιμοποιώντας τεχνολογικά μέσα, όπως VPN ή δημιουργώντας ψευδείς λογαριασμούς. Παράλληλα, παρατηρείται μετακίνηση σε λιγότερο ελεγχόμενες πλατφόρμες, γεγονός που εγείρει ερωτήματα για την αποτελεσματικότητα των μέτρων όταν δεν εφαρμόζονται οριζόντια.
Ωστόσο, σύμφωνα με το Ελληνικό Κέντρο Ασφαλούς Διαδικτύου, στην Αυστραλία ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο ότι η απαγόρευση από μόνη της δεν θεωρείται επαρκής, αν δεν συνοδεύεται από ταυτόχρονες αλλαγές στον εθιστικό σχεδιασμό των πλατφορμών και παράλληλη ενίσχυση της ψηφιακής παιδείας.
Πράγματι, επειδή τα ηλικιακά όρια αποτελούν μόνο ένα μέρος της λύσης, οι ειδικοί συστήνουν μία πολυεπίπεδη στρατηγική όσον αφορά στην προστασία των ανηλίκων στο ψηφιακό περιβάλλον. Απαιτείται αξιόπιστη και ασφαλής τεχνολογία επαλήθευσης ηλικίας, όπως και ουσιαστική συνεργασία των πλατφορμών και ανασχεδιασμός των λειτουργιών τους. Οι εταιρείες καλούνται να επανεξετάσουν τον τρόπο λειτουργίας τους, περιορίζοντας χαρακτηριστικά, που ενισχύουν τον εθισμό και υιοθετώντας παιδοκεντρικό σχεδιασμό.
Εξίσου σημαντική αναδεικνύεται η εκπαίδευση των παιδιών στον ψηφιακό γραμματισμό, με βασικά εργαλεία προστασίας την κατανόηση των κινδύνων, την ανάπτυξη κριτικής σκέψης και τη διαχείριση του χρόνου χρήσης.
Καθοριστικός παράγοντας παραμένει η οικογένεια. Η καθοδήγηση, η επικοινωνία και η σταδιακή εισαγωγή των παιδιών στην ψηφιακή ζωή, θεωρούνται πιο αποτελεσματικές από την απλή απαγόρευση.