Δημήτρης Γαλανάκης: Ένας... παλαιάς κοπής πρωταγωνιστής στην «Astoria» του Θεάτρου Παλλάς
02.05.202615:55
Πορτρέτα - Συνέντευξη Πηνελόπη Μασούρη
Ο χαρισματικός ηθοποιός ξεχωρίζει στη μουσική παράσταση του Θεάτρου Παλλάς «Αstoria», που μιλά για τον αγνό έρωτα, την ανθρώπινη δύναμη και το ένστικτο της επιβίωσης σε έναν αφιλόξενο κόσμο
Έργο γεμάτο συναισθήματα, το «Αstoria», σε πρωτότυπο κείμενο ΚωνσταντίνουΣαμαρά και σκηνοθεσία ΒασίληΜαυρογεωργίου, γίνεται ψυχογράφημα και ανθρωπογράφημα μιας ολόκληρης περιόδου των διασπαρμένων σε γαίες Ελλήνων.
Η μουσική παράσταση στο Θέατρο Παλλάς μάς μεταφέρει στη Νέα Υόρκη του Μεσοπολέμου, εκεί όπου μια μικρή Ελλάδα γεννιέται μέσα σε ένα καφενείο στην καρδιά της Αστόριας και το τραγούδι γίνεται φωνή, παρηγοριά και αντίσταση, με ήρωες που ανοίγονται στη ζωή και στο απρόοπτο, όπως κάνει και ο Δημήτρης Γαλανάκης από πολύ νωρίς στην αληθινή ζωή.
«Αισθάνομαι βαθιά ευγνώμων για τον Γιάννη Ευαγγελίδη», λέει για τον ήρωα που ενσαρκώνει. «Η διαδρομή του, από λούστρος μέχρι την επιτυχία του στην Αμερική, δεν είναι απλώς ο ρόλος μου, αλλά αντανάκλαση της δικής μου πορείας. Τόλμησε να κυνηγήσει το όνειρό του σε μια ξένη χώρα ξεκινώντας από το μηδέν». Το όποιο ρίσκο των επιλογών του μέχρι σήμερα, στο επιβλητικότερο θέατρο της Αθήνας δικαιώνεται. Ο Δημήτρης στέκεται επάξια σε ένα ισχυρό θεατρικό legacy, δεν υπηρετεί μόνο την εικόνα, αλλά παραδίδεται και ξεχωρίζει.
Μικρός χρησιμοποιούσε τη φαντασία του για να αφηγηθεί ιστορίες προκαλώντας έντονα συναισθήματα. Αυτή είναι η μοναδική του ανάμνηση από την Υποκριτική. Αυτό που ξεκίνησε ως παιδικό παιχνίδι έγινε καριέρα. Η αίσθηση περιέργειας τον καθοδηγεί από τότε. «Η απόφαση ήρθε μετά από μια δύσκολη φάση στη ζωή μου, στα 27. Ενιωσα την ανάγκη να επανασυστηθώ ως ο Δημήτρης που μπορεί επιτέλους να εκφράσει τα συναισθήματά του.
Με καταγωγή από το Ηράκλειο Κρήτης, σε επιτυχημένη επιχειρηματική τροχιά τότε, τα άφησα όλα πίσω μου για την Υποκριτική. Μια ζωή στρωμένη με ροδοπέταλα και ένα αξιόλογο κοινωνικό status δεν μου αρκούσαν. Ελκυόμουν από τη φύση αυτής της τέχνης όπου οι ερμηνείες τροφοδοτούνται από δυσκολίες και ανατροπές που μας διαμορφώνουν και μας κάνουν δυνατούς απέναντι στη ζωή.
Υπερασπίστηκα το δικό μου “θέλω”. Η ανταπόκριση του κόσμου είναι ανταμοιβή και επιβεβαίωση ότι η απόφασή μου άξιζε. Σήμερα απολαμβάνω τη διαδρομή. Για να φτάσω εδώ όμως, χρειάστηκε να μηδενίσω το κοντέρ. Συνεχίζω και ουδόλως επαναπαύομαι», τονίζει με αφοπλιστική ειλικρίνεια.
Στη φωτογράφηση, φορώντας ένα κομψό κοστούμι, βρίσκεται στο τιμόνι της Mercedes του 1956, ενώ περίεργοι οι περαστικοί σταματούν. Ατάραχος, παραμένει με το βλέμμα του διαρκώς καρφωμένο στην κάμερα, ξεδιπλώνοντας έναν ολόκληρο κόσμο φαντασίας. Στην «Αstoria», η κινησιολογική του παρουσία λειτουργεί ως φορέας πολιτισμικής μνήμης.
Με τα σφυρίγματά του και μια ωραία ενέργεια δεν μεταφέρει μόνο επί σκηνής την Ελλάδα ως βίωμα, αλλά και θυμίζει ερμηνευτές αλλοτινών εποχών -καθόλου τυχαίο που ενσάρκωσε τον νεαρό Στράτο Διονυσίου στο θεατρικό «Τα πήρες όλα κι έφυγες» (2025).
«Καμία χώρα δεν μπορεί να αναπτυχθεί χωρίς πολιτισμό και χωρίς έναν λαό που να αναγνωρίζει τον εαυτό του μέσα σε αυτόν. Η Ιστορία μας είναι κομμάτι αυτού που είμαστε. Τι θα ήταν η Ελλάδα χωρίς τη μουσική, τον συνεκτικό ιστό που μας ενώνει; Σε μία από τις πιο φορτισμένες στιγμές της παράστασης, όταν ακούγεται το “Φέρτε μια κούπα με κρασί”, νιώθω ότι το ζεμπέκικό μου είναι ο μόνος τρόπος να μιλήσω για το τραγικό συμβάν. Στη σκηνή του Παλλάς νιώθω τυχερός και ασφαλής σε ένα αριστοτεχνικά δομημένο έργο. Βρίσκομαι ανάμεσα σε καταπληκτικούς συναδέλφους και τεχνικούς, με σκηνογραφία που αναπλάθει μαγευτικές ατμόσφαιρες. Η ανθρώπινη τοιχογραφία, γεμάτη ολοζώντανους χαρακτήρες, βασίζεται στη δεξιοτεχνία του Κωνσταντίνου Σαμαρά και του Βασίλη Μαυρογεωργίου».
Παραδέχεται την ευαλωτότητά του. «Η δύναμη δεν είναι στη μάσκα που φοράμε, αλλά στην τόλμη να μπορούμε να τη βγάλουμε. Η γνωριμία μου στη Σχολή Θεάτρου 10Θ με τον σκηνοθέτη μας (σ.σ.: Μαυρογεωργίου), αρχικά ως καθηγητή, και η εμπιστοσύνη του να μου δώσει ρόλους οδήγησαν σε τρεις θεατρικές παραστάσεις. Ο Βασίλης χτίζει διαπροσωπικές σχέσεις με τους ερμηνευτές. Οταν κάποια στιγμή στις πρόβες αδυνατούσα να ανταποκριθώ στον ρόλο μου λόγω εξάντλησης από την καθημερινή πρωινή εργασία που κάνω για λόγους επιβίωσης, ήταν εκεί με ενσυναίσθηση να με εμψυχώσει, να βρω ξανά τα πατήματά μου».
Βρέθηκα στην παράσταση κάποιου Σαββάτου, όπου στο τέλος τις υποκλίσεις των ηθοποιών ακολουθούσαν δωδεκάλεπτες επευφημίες του όρθιου κοινού. Κατεβαίνοντας λίγο αργότερα τη Σταδίου, σκέφτομαι τα λόγια του Δημήτρη: «Δεν κάνουμε απλώς θέατρο, ανασαίνουμε μαζί με την Ιστορία. Θα ήθελα ο θεατής να τη βιώσει ως συναρπαστική. Να πάρει μαζί του τον ρυθμό της παράστασης και μια ανάταση ψυχής. Στο “Αστόρια” οι ήρωες, παρά τις δυσκολίες και την απόσταση από την πατρίδα τους, δεν έχασαν ποτέ τη δίψα για ζωή, για τραγούδι και για παρέα. Η παράστασή μας αυτή τιμά τον μόχθο του ανθρώπου, γίνεται γιορτή συγκίνησης, μουσικής και αλήθειας. Το θέατρο είναι μια συλλογική αγκαλιά. Οσο πιο πολύ δίνεσαι στην ομάδα, τόσο πιο πολύ εξελίσσεσαι».
Αυτό το δέσιμό τους είναι που ξαναζωντανεύει το σωστό νόημα των λέξεων «οικονομία», «οικουμένη», «οικειότητα», «φιλία», «έρως», «αγάπη», «θαύμα», «ελευθερία», «άνθρωπος». Που κάνει πιο ανθρώπινο αυτό τον κόσμο που γίνεται όλο και πιο απάνθρωπος.