Βενετία και Στέλλα Βιλδιρίδη: Η 4η γενιά του Fine Jewelry
23.12.202308:55
Γράφει η Μαρία Λεμονιά - Φωτογράφος Νικόλας Κομίνης
Δουλεύοντας από παιδιά, οι συνεχίστριες μιας οικογενειακής παράδοσης που μετρά περισσότερο από έναν αιώνα μιλούν για όσα τις έκαναν να λατρέψουν τον κόσμο του πολύτιμου κοσμήματος
Η οικογένεια Βιλδιρίδη είναι συνυφασμένη με την υψηλή κοσμηματοποιία, γενιά προς γενιά, για περισσότερο από έναν αιώνα. Μια ιστορία αφοσίωσης στα κοσμήματα, σε σχέδια και φόρμες που αλλάζουν, στην κομψότητα και την ποιότητα που μένει διαχρονική. Η Βενετία και η Στέλλα Βιλδιρίδη είναι η τέταρτη γενιά στο τιμόνι του βαρύτιμου οίκου, διαθέτοντας τη φινέτσα της μητέρας τους Αφροδίτης Σωσσίδου, αλλά και την επιχειρηματική διαύγεια του πατέρα τους Απόστολου Βιλδιρίδη.
«Το 1902 ο προπάππους μας Απόστολος Βιλδιρίδης, επιστρέφοντας από την Αμερική, αρχίζει να ασχολείται με την ωρολογοποιία στην Κωνσταντινούπολη. Το 1912 εγκαθίσταται στη Θεσσαλονίκη με την οικογένειά του. Ο γιος του Νικήτας, ο παππούς μας, παντρεύεται τη Βενετία Ιατρίδη και κάνουν πέντε παιδιά. Ολα τα αδέλφια δραστηριοποιούνται στο κόσμημα και τα ρολόγια ανοίγοντας 16 καταστήματα στη Bόρεια Ελλάδα. Το 1990 ανοίγουν το κατάστημα στη Βουκουρεστίου 14 στην Αθήνα, που το διηύθυνε ο πατέρας μας. Οταν μεγαλώσαμε και επρόκειτο να ενταχθούμε στην επιχείρηση, αποφάσισε να τη χωρίσει μαζί με τα αδέλφια του και να ακολουθήσει τη δική του ανεξάρτητη διαδρομή.
Αφετηρία του ήταν η Θεσσαλονίκη και στη συνέχεια η Αθήνα», μου λένε οι δύο συνεχίστριες της παράδοσης. Τη δεκαετία του ’80, λοιπόν, ο Απόστολος Βιλδιρίδης με τη σύζυγό του και τις κόρες τους κατεβαίνουν στην Αθήνα για να διευθύνουν το νέο τους κατάστημα στο ιδιόκτητο τριώροφο νεοκλασικό κτίριο της Βουκουρεστίου. Αργότερα η Βενετία και η Στέλλα αποφασίζουν να ακολουθήσουν το επάγγελμα του πατέρα τους διατηρώντας την επωνυμία Βιλδιρίδη ισχυρή για τέταρτη γενιά.
Αυτή η ιστορία, διαχρονική και κλασική, όπως τα διαμάντια, αποτελεί ένα βασικό κεφάλαιο της ελληνικής κοσμηματοποιίας. «Το πρώτο κατάστημά μας στην Αθήνα άνοιξε το 1989 και βρισκόταν σε αυτό ακριβώς το νεοκλασικό κτίριο της Βουκουρεστίου. Ουσιαστικά συστηθήκαμε στο αθηναϊκό κοινό μέσω αυτού του κτιριακού κομψοτεχνήματος που φέρει την υπογραφή του Τσίλερ», σημειώνει η Βενετία. Η Στέλλα σπούδασε σχέδιο, εικονογράφηση και graphic design και μετά σχέδιο κοσμήματος και γεμολογία. Η Βενετία σπούδασε business στο City και γεμολογία στο Λονδίνο, ενώ παρακολούθησε και σεμινάρια στον οίκο Sotheby’s που αφορούσαν τα παλιά κοσμήματα.
Καλαισθησία και πολυτέλεια που δεν κραυγάζει κυριαρχούν στο πρόσφατα ανακαινισμένο εμβληματικό νεοκλασικό αρχιτεκτονικής Τσίλερ στον πεζόδρομο της Βουκουρεστίου
Αναρωτιέμαι πόσο προδιαγεγραμμένη ήταν η επαγγελματική πορεία τους στον χώρο. Χαμογελούν. «Ηταν η λογική συνέχεια. Χωρίς να υπάρχει πίεση, λες και ήταν δρομολογημένη η κατεύθυνσή μας. Ηταν αναμενόμενο. Εμείς δεν κάναμε τις διακοπές που έκαναν όλοι οι φίλοι και συμμαθητές μας. Βρισκόμασταν πάντα στα καταστήματά μας και εργαζόμασταν. Χριστούγεννα και καλοκαίρι βοηθούσαμε να μαζέψουν τα κοσμήματα, κάναμε αμπαλάζ κ.λπ. Ζούσαμε την επιχείρηση. Ακόμη και όταν μεγαλώνοντας αρχίσαμε να βγαίνουμε, τα πρωινά ήμασταν πάντα εκεί».
Η Βενετία θυμάται πώς ο πατέρας της τη μύησε στον κόσμο των πολύτιμων λίθων. «Συζητούσαμε ατελείωτες ώρες για τις πέτρες, την κατασκευή, την αξία και τα κόστη. Πριν σπουδάσω γεμολογία γνώριζα ήδη πολλά», διηγείται, και το πρόσωπό της φωτίζεται από την ανεξίτηλη παιδική ανάμνηση: «Κάποια στιγμή χτύπησε το κουδούνι του καταστήματός μας και πρόβαλε ένας άνδρας που έμοιαζε ρακένδυτος. Ημουν 9 ετών, δεν διέθετα τη σημερινή εμπειρία.
Νόμιζα ότι ήταν ένας τυχαίος περαστικός και δεν άνοιγα την πόρτα. Ο πατέρας μου μού έκανε παρατήρηση - επρόκειτο για έναν εξαιρετικό πελάτη. Την ημέρα εκείνη πήραμε με την αδελφή μου ένα από τα σημαντικότερα μαθήματα της ζωής μας: δεν κρίνουμε κανέναν από την εμφάνισή του. Κάθε πελάτης είναι ευπρόσδεκτος και εξίσου σημαντικός για εμάς ανεξαρτήτως οικονομικής δυνατότητας. Εκτοτε αυτό έχει γίνει αρχή μας, όπως και των ανθρώπων που εργάζονται μαζί μας. Οσοι έρχονται σε εμάς αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο».
Η Στέλλα συμπληρώνει: «Μαθαίνουμε ακόμη πράγματα από τον πατέρα μας. Χειριζόμαστε πολύ σημαντικούς οίκους κοσμημάτων, όπως οι William Goldberg, Bayco, Crivelli, Mariani, Amrapalli κ.ά., και ρολογιών, με ναυαρχίδα την Patek Philippe, διατηρώντας τον ενθουσιασμό που είχαμε στα παιδικά μας χρόνια. Οφείλουμε πολλά στους γονείς μας. Η μητέρα μας είναι δικηγόρος που εγκατέλειψε την καριέρα της για να μας μεγαλώσει και να βρεθεί και εκείνη με σημαντικό ρόλο στην επιχείρηση. Από τους γονείς μας πήραμε τις αρχές μας, οι οποίες σαφώς σχετίζονται και με τη δουλειά μας».
Παρατηρώ το κατάστημα στη Βουκουρεστίου που ανακαινίστηκε από εξειδικευμένους στα κοσμηματοπωλεία Ιταλούς designers. Πολυτέλεια και καλαισθησία που δεν κραυγάζει, αλλά και ξύλινα σεπαρέ που επιτρέπουν αγορές με πλήρη ιδιωτικότητα. Οσο για τη σχέση των δυο τους με το πολύτιμο κόσμημα, το αγαπούν και το τιμούν καθημερινά. «Κολλάμε με κάποια κομμάτια. Μπορεί να φοράμε το ίδιο επί δύο ή τρεις μήνες», λέει η Στέλλα, και η Βενετία τονίζει: «Τα κοσμήματα παίζουν σημαντικό ρόλο στην εμφάνιση. Οταν έχω μια βραδινή έξοδο, για παράδειγμα, πρώτα σκέφτομαι τα κοσμήματα που θα φορέσω και μετά τα ρούχα».
Η Βενετία και η Στέλλα ακολουθούν τα βήματα των γονιών τους
Απόστολου Βιλδιρίδη και Αφροδίτης Σωσσίδου
Αναρωτιέμαι αν έχουν μοιράσει τις αρμοδιότητες μεταξύ τους: «Ολοι ασχολούμαστε με όλα, με την καθημερινότητα, τα καταστήματα, τα κομμάτια που θα παραγγείλουμε. Οκτώ μάτια είναι πολύ πιο αντικειμενικά από δύο», μου απαντούν. Κομψές και επικοινωνιακές, αντανακλούν την ποιότητα που διέθεταν οι ευυπόληπτες ελληνικές επιχειρήσεις στο παρελθόν. «Οι Ελληνες έχουμε παράδοση στην αργυροχρυσοχοΐα, αλλά δυστυχώς οι τεχνίτες των χειροποίητων κομματιών γίνονται όλο και σπανιότεροι», όπως μου εξηγούν. «Τα νέα παιδιά δεν ασχολούνται με τον χώρο και η εξεύρεση τεχνιτών γίνεται όλο και πιο δύσκολη. Στις επιχειρήσεις μας κρατάμε τους συνεργάτες μας μέχρι να βγουν στη σύνταξη. Οι συνεργάτες μας είναι για εμάς οικογένεια».
Μητέρες και οι δύο, ευελπιστούν ότι τα παιδιά τους θα αποτελέσουν την πέμπτη γενιά και έτσι η μακρά παράδοση δεν θα χαθεί. «Ανήμερα την Πρωτοχρονιά ερχόμαστε όλοι στο κατάστημά μας. Με όποιο ποσό διαθέτει ο καθένας, αγοράζουμε ένα κόσμημα για τον εαυτό μας. Το κάνουμε έτσι ώστε οι πρώτες αποδείξεις του χρόνου να είναι δικές μας. Είμαστε μια οικογένεια που αγαπάμε πρώτα απ’ όλα εμείς αυτό που προσφέρουμε στον κόσμο».