Φανή Τσαντίλη: Το νέο αίμα του ιστορικού brand

Η creative director της οικογενειακής επιχείρησης Τσαντίλη μιλάει στο «Gala» για τη συνονόματη γιαγιά της, τη σημασία του προσωπικού στυλ, τη νέα υγειονομική κρίση που πλήττει την οικονομία και την ανάγκη για έναν τρόπο ζωής φιλικότερο στον πλανήτη

«Oλο έξω απ’ του Τσαντίλη / το ματάκι σου καντήλι / το ματάκι σου κοιτά / μόνο τα μεταξωτά», τραγουδούσε ο Νίκος Ξυδάκης το 1987. Κι όμως, το όνομα Τσαντίλης μετράει ήδη 100 χρόνια παρουσίας στην ελληνική αγορά. Η Φανή Τσαντίλη μαζί με τον μεγαλύτερο αδελφό της, αποδεχόμενοι με χαρά την κληρονομιά τους, αποτελούν την τέταρτη γενιά που δραστηριοποιείται στον κλάδο του υφάσματος. Μετά τις σπουδές της στο εξωτερικό και την απόκτηση πολύτιμων γνώσεων στον διεθνή επαγγελματικό στίβο η Φανή είναι πλέον η creative director της εταιρείας, υπεύθυνη για την επιλογή των υφασμάτων, τον σχεδιασμό και το στήσιμο των βιτρινών, τη διαχείριση των social media και τη συνολική προώθηση του brand.

Δεν είχε γεννηθεί την εποχή όπου όλη η Αθήνα ψώνιζε από τα μαγαζιά τους υφάσματα για να ραφτεί, τότε που η ουρά έξω από το κατάστημα επί της οδού Σταδίου ήταν τόσο μεγάλη που αναγκάζονταν να κλείσουν τις πόρτες. Ωστόσο, δηλώνει ιδιαίτερα τυχερή που έζησε τα καταστήματά τους στη Σταδίου και έπειτα στην Ερμού: «Μπορεί τη δεκαετία του ’90 να ήμουν ακόμα μικρή για να καταλάβω, αλλά όσο μεγαλώνω έχω αρχίσει να συνειδητοποιώ τι αντίκτυπο είχαν εκείνα τα μαγαζιά στον συναισθηματικό μου κόσμο. Το κέντρο της Αθήνας είναι για μένα σημείο αναφοράς.



Οι αναμνήσεις και οι εικόνες που έχουν αποτυπωθεί στο μυαλό μου σε συνδυασμό με τις ιστορίες που μου έχουν διηγηθεί με κάνουν να νιώθω μεγάλη αγάπη και περηφάνια. Δεν ήταν λίγες οι ιστορίες που είχα ακούσει από την αδερφή του παππού μου, που γνώριζε κόσμο του θεάτρου και των τεχνών, οι οποίοι ψώνιζαν υφάσματα από τη δεκαετία του ’60 όχι μόνο για να φτιάξουν ρούχα για ιδία χρήση, αλλά και κοστούμια για τις παραστάσεις στις οποίες συμμετείχαν. Αμέτρητες οι ιστορίες και τα περιστατικά με πρωταγωνιστές πολιτικούς, δημοσιογράφους, ηθοποιούς, ανθρώπους οι οποίοι αγόραζαν υφάσματά μας για να ραφτούν».

Με ιδιαίτερη αγάπη αναφέρεται στη συνονόματη γιαγιά της, μια πραγματική κοσμοπολίτισσα με έμφυτη φινέτσα: «Ονειρο της γιαγιάς μου ήταν να έχει μια κόρη. Ημουν το πρώτο κορίτσι που γεννήθηκε στην οικογένεια, ύστερα από τους τρεις γιους της και τον πρώτο της εγγονό, τον αδερφό μου. Η χαρά της ήταν μεγάλη όπως και η αδυναμία που μου είχε, καθώς εκτός από γιαγιά μου ήταν νονά μου και πήρα και το όνομά της. Ηθελε να της μοιάσω. Σε μικρότερη ηλικία δεν το καταλάβαινα, με τα χρόνια όμως και ακούγοντας τα καλύτερα για εκείνη, δεν το ευχόμουν απλώς, αλλά αναζητούσα το πρότυπο της.

Σε ηλικία περίπου 2 χρονών, στην αγκαλιά του πατέρα της, στο «γραφείο αγορών». Στους τοίχους, δείγματα που είχαν παραγγελθεί από το εξωτερικό για τη σεζόν
Παλιότερα, στο κατάστημα της Ερμού
Σταδίου & Αμερικής: ένα από τα πρώτα και πιο αγαπημένα καταστήματα της Φανής. Ανοιξε το 1979


Ετσι, όταν μεγαλώνοντας μας έλεγαν ότι της μοιάζω και οι δύο μας νιώθαμε ιδιαίτερη χαρά. Οταν άρχισα κι εγώ, όπως και εκείνη, να σχεδιάζω και να φτιάχνω ρούχα και αξεσουάρ από υφάσματά μας, συνειδητοποίησα ότι πήρα και λίγο από τον δημιουργικό της χαρακτήρα. Καθώς θεωρώ ότι το στυλ αποκαλύπτει σιωπηλά την προσωπικότητά μας και η προσωπικότητά μας είναι κάτι που χτίζεται με τα χρόνια, πιστεύω ότι δεν είναι το στυλ αυτό που κληρονομείται, αλλά η γενικότερη ιδέα που σε οδηγεί στο να βρεις την προσωπικότητά σου που εξελίσσεται και αλλάζει συνεχώς. Με το να υποστηρίζουμε ένα προσωπικό στυλ, βοηθάμε τον εαυτό μας να βρίσκεται σε ισορροπία, τονώνεται η αυτοπεποίθησή μας, οδηγούμαστε σε έναν καλύτερο τρόπο ζωής. Το στυλ είσαι “εσύ” και εσύ δεν μένεις στάσιμη. Εγώ, τουλάχιστον, όχι», τονίζει.

Η ενασχόλησή της με τη μόδα ήταν όμως και επιθυμία του πατέρα της: «Ανήκω σε μια οικογένεια με επιτυχημένη ιστορία στον κλάδο και ανέκαθεν θαύμαζα τον πατέρα μου για το γούστο του, την αισθητική του και για ό,τι είχε καταφέρει. Ηθελα και εξακολουθώ να θέλω να συνεχίσω το έργο του, προσθέτοντας όμως και έναν αέρα ανανέωσης».

Διαθέτει αστική κομψότητα, αριστοκρατικό αέρα και αψεγάδιαστη ελληνική ομορφιά. Οι κινήσεις της είναι διακριτικές, ευγενείς. Παρά το γεγονός ότι θα μπορούσε να είναι μια ενημερωμένη fashion blogger - influencer, η παρουσία της στα social media περιορίζεται στο αντικείμενο της δουλειάς της. «Μεγάλωσα σε μία εποχή χωρίς smartphones και social media, χωρίς όλη αυτή την προβολή και υπερέκθεση της καθημερινότητάς μας, που ζούμε σήμερα. 

H είσοδος του παλιού καταστήματος στη Θεσσαλονίκη
Με τον αδερφό της Παναγιώτη στο τωρινό κατάστημα της Ερμού
Πατέρας και κόρη με τις χειροποίητες μάσκες που πρόσφεραν δωρεάν στους πελάτες και σε οργανισμούς τον Μάιο


Οπότε πρότυπό μου είναι οι γυναίκες που ακολουθούν τον χρυσό κανόνα “less is more”. Οι απλές, φυσικές, μίνιμαλ αλλά συγχρόνως περιποιημένες γυναίκες που εκπέμπουν αυτοπεποίθηση. Είναι το πρότυπο που πήρα από τη γιαγιά και τη μητέρα μου και ακολουθώ μέχρι σήμερα. Πιστεύω ότι η γυναικεία κομψότητα δεν απαρτίζεται από ένα μόνο πράγμα, αλλά από τον συνδυασμό εμφάνισης και συμπεριφοράς, τρόπων, ευγενών χειρονομιών και λέξεων. Είναι κάτι που εκπέμπεται, που πηγάζει έμφυτα από μέσα μας χωρίς να χρειάζεται να προσπαθήσουμε. Δεν υπάρχει συνταγή».

Αντιμετωπίζει τη μακροχρόνια κρίση και τις συνέπειές της με στωικότητα και σημειώνει: «Οι κρίσεις γενικότερα μας τεστάρουν. Δημιουργούν εμπόδια, μεγαλύτερα ή μικρότερα, που πρέπει να υπερπηδήσουμε. Το κυριότερο από τα προβλήματα που έχουν παρουσιαστεί στον συγκεκριμένο κλάδο τον οποίο γνωρίζω είναι η μείωση της αγοραστικής δύναμης των Ελλήνων και κατά συνέπεια η μείωση της κατανάλωσης, των πωλήσεων στα καταστήματα, αλλά και της ρευστότητας των επιχειρήσεων. Οταν όλα γύρω μας αλλάζουν, πρέπει να είμαστε ευέλικτοι. Να το αποδεχτούμε, να το δούμε ως πρόκληση -ακόμα και ως ευκαιρία-, να αναθεωρήσουμε και να ξεκινήσουμε από την αρχή. Να αλλάξουμε τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τα πράγματα και να προσαρμόσουμε αναλόγως την προσέγγισή μας στα νέα δεδομένα.

Να χρησιμοποιήσουμε τα σωστά εργαλεία για να εξελιχθούμε και να εξελιχθούμε μαζί, σε κοινή πορεία για να πάμε μπροστά. Σε αυτό το σκηνικό των αλλεπάλληλων προκλήσεων, νιώθω τυχερή που οι γονείς μου μού έμαθαν να χρησιμοποιώ ως εργαλεία τον επαγγελματισμό, την εργατικότητα και την ομαδικότητα -προαπαιτούμενα της επιτυχίας- και τον τρόπο να τα αξιοποιώ με αποτελεσματικό τρόπο». Στην απαρχή μιας συγκυρίας που ολόκληρος ο κόσμος αλλάζει, νιώθει ότι καλούμαστε να εξελιχθούμε και να ανταποκριθούμε σε νέες ανάγκες.



Θεωρεί ότι ορισμένοι διεθνείς αστέρες πρωτοστατούν σε αυτόν τον αγώνα, περνώντας μηνύματα με τρόπο αρκετά ηχηρό ώστε ο κόσμος να αφυπνιστεί πριν είναι αργά. Αναφέρεται στην Τίλντα Σουίντον, η οποία εστιάζει στη βιωσιμότητα και την επαναχρησιμοποίηση παλιών ρούχων λανσάροντας το «It’s chic to repeat», αλλά και την Κέιτ Μπλάνσετ που μέσω της statement μάσκας που φόρεσε θέλησε να περάσει το μήνυμα «Responsibility and care».

Προτιμά τις κλασικές αξίες και θεωρεί αυθεντική εκπρόσωπό τους την Οντρεϊ Χέπμπορν, την οποία οι ειδικοί μόδας το 2004 ψήφισαν ως το κορυφαίο πρόσωπο γυναικείας ομορφιάς. Αυτή είναι η πρωταγωνίστρια που θα διάλεγε να ντύσει. Κλείνοντας, δηλώνει ότι πιστεύει στο «Try and fail, don’t fail to try», ένα μότο που μοιάζει αποφασισμένη να ακολουθήσει με τόλμη σε μια εποχή όπου όλα όσα γνωρίζαμε ως τώρα ανατρέπονται με πάταγο
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr