Ένας πίνακας του Μονέ που έσπασε όλα τα ρεκόρ με €50 εκατ. σε δημοπρασία, μία γαλλική δυναστεία και η αντισυμβατική κληρονόμος και Bond girl, Λεά Σεϊντού

Στην αίθουσα των Sotheby’s στο Παρίσι, το απόγευμα της Πέμπτης 22 Οκτωβρίου, η ατμόσφαιρα είχε κάτι από εκείνες τις μυθιστορηματικές, σχεδόν τελετουργικές σκηνές που θα μπορούσαν να εκτυλίσσονται σε ταινία του Τζέιμς Μποντ

Ανθρωποι με άψογη εμφάνιση, εκπρόσωποι αόρατων συλλεκτών στις τηλεφωνικές γραμμές, βλέμματα που αντάλλασσαν περισσότερο από όσα επέτρεπε η περίσταση και αντικείμενο της διεκδίκησης και του πόθου, ένας πίνακας με ίριδες, φιλοτεχνημένος πριν από έναν αιώνα από έναν ζωγράφο, ο οποίος ελάχιστη σημασία έδινε στον οικονομικό αντίκτυπο που μπορούσαν να έχουν οι πίνακες που φιλοτεχνούσε. Ο Κλοντ Μονέ έφυγε από τη ζωή το 1926, αφήνοντας πίσω του έναν ολόκληρο κόσμο απίστευτης ιμπρεσιονιστικής δύναμης που έμελε να αλλάξει τη ζωγραφική για πάντα. Γι αυτό και δεν είναι τυχαίο ότι έναν αιώνα αργότερα ένα από τα πιο τολμηρά έργα του έμελλε να γράψει -και πάλι!-ιστορία.

Η αρχική εκτίμηση για το Iris, έναν επιβλητικό καμβά διαστάσεων περίπου 160 επί 180 εκατοστών, κυμαινόταν μεταξύ 22 και 30 εκατομμυρίων ευρώ. Όταν, όμως, η δημοπράτρια Ορελί Βαντεβόρντ άρχισε να δέχεται τις πρώτες προσφορές, φαινόταν ότι οι υπολογισμοί των ειδικών θα ξέφευγαν κατά πολύ τις προσδοκίες: στη μάχη μπήκαν έξι συνολικά διεκδικητές που ανέβασαν αμέσως τις τιμές στα ύψη ενώ οι τηλεφωνικές γραμμές προς διαφορετικές ηπείρους παρέμεναν ανοιχτές και, έπειτα από περίπου 45 λεπτά επίμονης αναμέτρησης, το σφυρί έπεσε στα 43 εκατομμύρια ευρώ, ανεβάζοντας το τελικό τίμημα, μαζί με τις προμήθειες, στα 50 εκατομμύρια.

Ο αγοραστής ήταν ένας συλλέκτης από την Ασία και το έργο αναδείχθηκε στο ακριβότερο που έχει πουληθεί ποτέ σε δημοπρασία επί γαλλικού εδάφους, σπάζοντας τα ρεκόρ όλων των εποχών και ξεπερνώντας το προηγούμενο ρεκόρ των 43,2 εκατομμυρίων ευρώ που είχε σημειώσει γλυπτό του Μοντιλιάνι το 2010. Δεν επρόκειτο, βέβαια, για παγκόσμιο ρεκόρ του Μονέ, που τα έργα του παραμένουν μαζί με τον υπολοίπων ιμπρεσιονιστών και του Βαν Γκογκ από τα ακριβότερα στον κόσμο-αλλά για έναν ιστορικό θρίαμβο της γαλλικής αγοράς τέχνης.

Ολόκληρη η συλλογή Σλουμπερζέ απέφερε περίπου 74,4 εκατομμύρια ευρώ, με όλα τα προσφερθέντα έργα να βρίσκουν αγοραστή με κάποια από αυτά, επίσης, να προορίζονται, ύστερα από απόφαστη της γνωστής οικογένειας σε συγκεκριμένο μουσείο της Γαλλίας. Πίσω, ωστόσο, από αυτή την αστρονομική συναλλαγή αναδεικνύεται μια συναρπαστική ιστορία, με πρωταγωνίστρια μια γυναίκα που είχε το θάρρος να πάει κόντρα στην εποχή της, με τους απόγονους της να συνδέονται με μερικά από τα ισχυρότερα ονόματα της γαλλικής οικονομίας και του κινηματογράφου. Ανάμεσά τους και μια ηθοποιός με αινιγματικό βλέμμα, ιδιαίτερη γοητεία και αξιοζήλευτη καριέρα, η οποία έμελλε να γίνει ένα από τα πιο αντισυμβατικά κορίτσια του Τζέιμς Μποντ: η Λέα Σεϊντού.

Η πρωτοπόρος, διορατική πρόγονος
Η Ζαν Σλουμπερζέ γεννήθηκε το 1889, σε μια εποχή, όπου ο ρόλος των γυναικών της ευρωπαϊκής υψηλής κοινωνίας αρκούνταν, κατά κανόνα, στις οικογενειακές τους υποχρεώσεις, την οργάνωση δεξιώσεων και διαφόρων αναλόγων ασχολιών, όπως να επιλέγουν τα κατάλληλα κοσμήματα και να εξασφαλίζουν τη συνέχεια της κοινωνικής τους θέσης μέσα από εξίσου κατάλληλους γάμους. Η Ζαν, όμως με την εκρηκτική προσωπικότητα και το υψηλό ταπεραμέντο, είχε άλλες προτεραιότητες: ήδη από τα δεκαοκτώ της χρόνια, το 1907, είχε αποκτήσει δίπλωμα οδήγησης, αποτελώντας μία από τις πρώτες Γαλλίδες που το κατάφεραν, σε μια εποχή που η αυτοκίνηση εξακολουθούσε να θεωρείται κατεξοχήν ανδρική υπόθεση.

Και αυτό όχι από μια νεανική παραξενιά ή ιδαιτερότητα αλλά επειδή η προσωπικότητά της αναζητούσε διακαώς την ανατροπή, έξω και πέρα από τις συμβάσεις. Η Ζαν αγαπούσε την ταχύτητα, τα αυτοκίνητα, την ανεξαρτησία επιδιώκοντας όχι απλώς να απολαύσει τα προνόμια του κόσμου που της χάρισε η τάξη της αλλά κυριολεκτικά να τον μεταμορφώσει. Χαρακτηριστικό είναι ότι τόσα χρόνια μετά, το 1964, στα εβδομήντα πέντε της χρόνια, πήγε τα εγγόνια της να δουν συναυλία των Beatles στο Παρίσι, σε μια εποχή όπου ακόμα θεωρουσαν το συγκρότημα ζωντανό σκάνδαλο.

Αρκεί να φανταστεί τμια ηλικιωμένη κυρία της γαλλικής βιομηχανικής αριστοκρατίας, μεγαλωμένη στις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, να παρακολουθεί ενθουσιασμένη το συγκρότημα που σάρωνε τις μουσικές και κοινωνικές βεβαιότητες της εποχής για να καταλάβει πόσο μπροστά ήταν σε όλα τα επίπεδα ήταν η Ζαν Σλουμπερζε για την εποχή της Αντιλαμβανόταν, με τον τρόπο της, ότι η modernite δεν περιορίζεται στους πίνακες, ούτε αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο των νέων, αλλά ιδιότητα όλων όσοι εξακολουθούν να αναζητούν το καινούργιο.

Αυτό ακριβώς το ένστικτο είχε επιδείξει και απέναντι στη ζωγραφική του Μονέ. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο μεγάλος ιμπρεσιονιστής είχε απομακρυνθεί τόσο πολύ από την αναγνωρίσιμη απεικόνιση της φύσης, ώστε αρκετοί κριτικοί αντιμετώπιζαν τα έργα του με αμηχανία- αν όχι με περιφρόνηση. Οι πίνακές του γίνονταν ολοένα μεγαλύτεροι, τα περιγράμματα εξαφανίζονταν, οι μορφές διαλύονταν σε εκρήξεις χρωμάτων και η συμβατική προοπτική έδινε τη θέση της σε έναν σχεδόν αφηρημένο κόσμο, με τον ουρανό, το νερό και τη φύση να γίνονται ένα, σε σημείο που να παύουν να αποτελούν ξεχωριστές οντότητες.

Για τους συντηρητικότερους παρατηρητές, αυτή η μεταμόρφωση αποτελούσε ένδειξη καλλιτεχνικής παρακμής ενώ για το άκρως διορατικό βλέμμα της Ζαν, αντιθέτως, ήταν η απόδειξη μιας αστείρευτης δημιουργικής ιδιοφυΐας. Καταλυτική αποδείχθηκε, στο σημείο αυτό η γνωριμία και συνεργασία της με την Κάτια Γκρανόφ, τη γκαλερίστα που διέκρινε, επίσης, την τεράστια σημασία του ύστερου Μονέ. Στα τέλη της δεκαετίας του 1950, όταν η αγορά δεν είχε ακόμη αναγνωρίσει πλήρως τη σημασία αυτών των έργων, η Ζαν υποστήριξε οικονομικά την απόκτηση πινάκων από τον Μισέλ Μονέ, γιο του ζωγράφου, και απέκτησε μέσω της Γκρανόφ το περίφημο Iris.

Η διαδρομή του έργου, από την κληρονομιά του καλλιτέχνη στον γιο του, από εκεί στη γκαλερίστα και τελικά στη συλλογή Σλουμπερζέ, θα αποτελούσε αργότερα ένα από τα ισχυρότερα τεκμήρια της ιστορικής του σημασίας και σημερινής απήχησης. Ο αφηρημένος εξπρεσιονισμός κέρδιζε διαρκώς έδαφος, ειδικά στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, σε αντίθεση με το ως τότε πρωτοποριακό κίνημα του ιμπρεσιονισμού, που είχε αρχίσει να προσπερνάται από τους διαρκείς αναζητητές της πρωτοπορίας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να επανεξετάζεται ακόμα και η δυναμική σπουδαίων ζωγράφων όπως ο Μονέ και έπρεπε να περάσουν αρκετά χρόνια για να επιβεβαιώσουν οι κριτικοί μια άλλη ριζοσπαστική πρόσληψη του χώρου κατά την τελευταία περίοδο του Μονέ-αυτή ακριβώς που διέκρινε η Ζαν αποκτώντας έναν από τους πιο ξακουστούς αλλά άγνωστους στο ευρύ κοινό πίνακες στην ιστορία.

Το έργο, φιλοτεχνημένο γύρω στο 1924-1925, ανήκει στις τελευταίες μεγάλες συνθέσεις του Μονέ, όταν ο ζωγράφος είχε εγκαταλείψει ουσιαστικά την παραδοσιακή έννοια του τοπίου. Οι ίριδες δεν παρουσιάζονται ως ένα αναγνωρίσιμο σύνολο λουλουδιών μέσα σε έναν κήπο, αλλά ως μορφές που αναδύονται από μια ακαθόριστη χρωματική επιφάνεια, σε έναν κόσμο χωρίς σταθερό ορίζοντα, με τη φύση μνα ετατρέπεται σε αμιγή, ζωγραφική εμπειρία. Και είναι αυτή ακριβώς η απουσία ορίων που κάνει το έργο τόσο σύγχρονο.

Ο Μονέ δεν επιχειρεί πλέον να αποδώσει αυτό που βλέπει, αλλά να μεταφέρει στον θεατή την ίδια τη διαδικασία της όρασης, τη ρευστότητα του φωτός, την αβεβαιότητα της αντίληψης. Δεν ζωγραφίζει τόσο έναν κήπο όσο την αίσθηση ότι βρισκόμαστε μέσα σε αυτόν. Όταν, λοιπόν, η Ζαν πέθανε το 1983, τα έργα παρέμειναν στην οικογένεια, χωρίς να μεταφερθούν, μέσω δανεισμού ή παραχώρησης, σε μουσεία. Για πολλά χρόνια, το Iris ήταν γνωστό στους ειδικούς κυρίως από παλαιές ασπρόμαυρες φωτογραφίες, σαν ένα καλλιτεχνικό φάντασμα του οποίου η ύπαρξη ήταν βεβαιωμένη, αλλά κανείς δεν είχε τύχει να δει από κοντά. Ηταν, ακριβώς, αυτή η διάσταση που προσέδωσε στο έργο κάτι περισσότερο από εμπορική σημασία καθώς επέστρεφε, έστω και προσωρινά, στον δημόσιο χώρο της Ιστορίας της Τέχνης, έστω και αν ο τελικός του προορισμός θα ήταν και πάλι μια ιδιωτική συλλογή.

Από τα πετρέλαια στην αυτοκρατορία της τέχνης
Η Ζαν είχε προστατέψει από τότε τον πίνακα και είχε συνείδηση ότι το έργο αυτό έχει τεράστια σημασία, όπως άλλα περισσόττερα γνωστά της συλλογής ιμπρεσιονιστών ζωγράφων. Αλλά για να καταλάβει, ωστόσο, κανείς πώς μια γυναίκα μπορούσε να διαθέτει την οικονομική ανεξαρτησία και την κοινωνική αυτοπεποίθηση που απαιτούσε μια τόσο προσωπική συλλεκτική δραστηριότητα, πρέπει να δει συνολικά την ιστορία των Σλουμπερζέ, μιας οικογένειας με ρίζες στην Αλσατία, με τεράστια απήχηση στους χώρους της επιστήμης, της βιομηχανίας και του διεθνούς καπιταλισμού.

Χαρακτηριστικό είναι ότι οι αδελφοί Κονράντ και Μαρσέλ Σλουμπερζέ υπήρξαν πρωτοπόροι στην ανάπτυξη μεθόδων ηλεκτρικής γεωφυσικής διασκόπησης, οι οποίες επέτρεψαν την αποτελεσματικότερη εξερεύνηση του υπεδάφους και την αναζήτηση ενεργειακών κοιτασμάτων. Το 1926 ίδρυσαν τη Société de Prospection Électrique, τον πρόδρομο της σημερινής SLB, δημιουργώντας τις βάσεις μιας επιχείρησης που θα εξελισσόταν σε παγκόσμιο κολοσσό τεχνολογικών υπηρεσιών για την ενεργειακή βιομηχανία. Επομένως, η περιουσία της οικογένειας δεν προέκυψε από τη συμβατική κληρονομιά γης ή ακινήτων, αλλά από την εφαρμογή της επιστημονικής γνώσης στον βιομηχανικό τομέα. Οι Σλουμπερζέ είχαν καταφέρει να μετατρέψουν την τεχνολογική καινοτομία σε οικονομική εξουσία και, σταδιακά, την οικονομική εξουσία σε πολιτιστική επιρροή.

Αυτή η τελευταία διάσταση υπήρξε εξίσου σημαντική με το οικονομικό ευρος των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων τους. Διαφορετικά μέλη της ευρύτερης οικογένειας ανέπτυξαν έντονη φιλανθρωπική και συλλεκτική δραστηριότητα, χρηματοδοτώντας καλλιτέχνες, υποστηρίζοντας μουσεία και δημιουργώντας συλλογές που ξεπερνούσαν κατά πολύ τη συνηθισμένη επιθυμία των πλουσίων να περιβάλλονται από πολύτιμα αντικείμενα. Η συλλογή της Ζαν ανήκει σε αυτή την παράδοση, διατηρώντας όμως τον εντελώς προσωπικό της χαρακτήρα.

Εξου και ότι η οικογένεια δεν περιορίστηκε ποτέ αποκλειστικά σε έναν μόνο χώρο επιρροής. Στους διαφορετικούς κλάδους της συναντά κανείς βιομηχάνους, επιχειρηματίες, συλλέκτες, δημιουργούς, ακόμη και τον περίφημο σχεδιαστή κοσμημάτων Ζαν Σλουμπερζέ, ο οποίος συνεργάστηκε με την Έλσα Σκιαπαρέλι και στη συνέχεια με την Tiffany & Co., δημιουργώντας κοσμήματα που έμοιαζαν περισσότερο με μικροσκοπικά γλυπτά παρά με συμβατικά σύμβολα πολυτέλειας.

Είναι σαφές ότι το όνομα δεν ήταν μόνο το διαβατήριο μιας τρομακτικής ανέλιξης σε διαφορετικούς χώρους αλλά αποδείκνυε την ικανότητα που είχε η οικογένεια να μετακινείται από τον έναν κόσμο στον άλλο, χωρίς να χάνει την κοινωνική της βαρύτητα. Από το πετρέλαιο στα κοσμήματα, από τις βιομηχανικές εγκαταστάσεις στις αίθουσες τέχνης και από εκεί στις σκοτεινές κινηματογραφικές αίθουσες, όπου μια επόμενη γενιά θα ανακάλυπτε έναν διαφορετικό τρόπο άσκησης εξουσίας: την παραγωγή εικόνων και ονείρων.

Τα αδέλφια που κατέκτησαν τον γαλλικό κινηματογράφο
Η ιστορία των Σλουμπερζέ (Schlumberger )αποκτα μια εντελώς διαφορετική τροπή όταν φτάνουμε στην οικογένεια Σεϊντού, έναν από τους ισχυρότερους κλάδους των απογόνων της βιομηχανικής δυναστείας. Η Ζενεβιέβ Σλουμπερζέ, κόρη του Μαρσέλ, παντρεύτηκε τον Ρενέ Σεϊντού και απέκτησαν τέσσερα παιδιά, ανάμεσά τους τους Ζερόμ, Νικολά και Μισέλ. Οι τρεις αδελφοί θα συνέδεαν το οικογενειακό όνομα με τον κινηματογράφο, δημιουργώντας μια αξιοσημείωτη συγκέντρωση οικονομικής και πολιτιστικής ισχύος σε έναν χώρο όπου η τέχνη συναντά διαρκώς την επιχειρηματικότητα.

Ο Ζερόμ Σεϊντού, παππούς της Λέας, θα αποκτούσε τον έλεγχο της Pathé, μιας από τις ιστορικότερες εταιρείες του γαλλικού κινηματογράφου. Ο αδελφός του, Νικολά, θα συνδεόταν με την Gaumont, ενώ ο Μισέλ θα ακολουθούσε τη δική του διαδρομή στην κινηματογραφική παραγωγή, συμμετέχοντας, μεταξύ άλλων, στο φιλόδοξο και τελικά ανολοκλήρωτο σχέδιο του Αλεχάντρο Χοδορόφσκι για τη μεταφορά του Dune.

Αλλά η ιστορία των τριών αδελφών δεν είναι απλώς μια οικογενειακή υπόθεση συνιστώντας ένα αντιπροσωπευτικό παράδειγμα του πως οι μεγάλες γαλλικές βιομηχανικές περιουσίες επαναπροσδιόρισαν τον χώρο των μέσων ενημέρωσης, της ψυχαγωγίας και του πολιτισμού κατά το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα. Όπως έγραφε χαρακτηριστιάι η Le Monde σε ένα εκτενές πορτρέτο της οικογένειας, οι Σεϊντού διατηρούσαν στενούς οικογενειακούς δεσμούς, παρά τις επαγγελματικές διαφορές και τις προσωπικές τους αντιπαραθέσεις. Η οικονομική τους ανεξαρτησία, χάρη στην κληρονομιά Schlumberger, τους επέτρεπε να αναλαμβάνουν επιχειρηματικά ρίσκα που άλλοι δεν μπορούσαν καν να φανταστούν.

Εκεί, όμως, όπου οι προηγούμενες γενιές είχαν επενδύσει στην τεχνολογία και στη ζωγραφική, οι Σεϊντού επένδυσαν στην κινηματογραφική αφήγηση, μια όχι και τόσο παράξενη συνέχεια, αν το σκεφτεί κανείς αφού σε όλες τις περιπτώσεις η κοινή συνισταμένη είναι η ταυτόχρονη μεταμόρφωση της αισθητικής εμπειρίας και της σφαίρας επιρροής στον πολιτισμό.

Η Λέα Σεϊντού και η παράξενη ελευθερία των κληρονόμων
Η Λέα Σεϊντού γεννήθηκε την 1η Ιουλίου 1985 στο Παρίσι, κατέχοντας ήδη, λόγω καταγωγής από νωρίς μια θέση μέσα σε ένα από τα πιο περίπλοκα δίκτυα συγγένειας, οικονομικής ισχύος και πολιτιστικών διασυνδέσεων της Γαλλίας. Πατέρας της είναι ο Ανρί Σεϊντού, επιχειρηματίας και ιδρυτής της εταιρείας τεχνολογίας Parrot ενώ μητέρα της, η Βαλερί Σλουμπερζέ, γόνος της οικογένειας με ιδιαίτερη δραστηριοποίηση στον χώρο της δημιουργίας και της κοινωνικής προσφοράς. Ο παππούς της, Ζερόμ, συνδέεται με την Pathé, ενώ ο Νικολά Σεϊντού της Gaumont είναι αδελφός του παππού της. Με άλλα λόγια, η Λέα μεγάλωσε σε έναν κόσμο όπου τα ονόματα των κινηματογραφικών εταιρειών δεν αποτελούσαν απλώς φωτεινές επιγραφές στην αρχή μιας ταινίας, αλλά μέρος της οικογενειακής πραγματικότητας.

Κι όμως, η δική της προσωπική αφήγηση αναφορικά με την παιδική της ηλικία απέχει αρκετά από το στερεότυπο της ευτυχισμένης, καλομαθημένης κληρονόμου. Οι γονείς της χώρισαν όταν ήταν μικρή, δημιουργώντας διάφορα ψυχικά τραύματα αφού το μποέμ περιβάλλον όπου μεγάλωσε της στέρησε την απαραίτητη οικογενειακή ασφάλεια και θαλπωρή. Σε παλαιότερη συνέντευξή της στο The Gentlewoman είχε μιλήσει ανοιχτά για τον πλούτο των γονιών της, χωρίς να επιχειρεί να τον αποκρύψει, επιμένοντας όμως ότι η προσωπική της διαδρομή δεν υπήρξε τόσο προδιαγεγραμμένη όσο θα μπορούσε κανείς να υποθέσει. Άλλωστε και η ίδια δεν διαθέτει την απαστράπτουσα, αδιατάρακτη ομορφιά μιας συμβατικής κινηματογραφικής σταρ.

Το βλέμμα της μοιάζει συχνά αφηρημένο, η έκφρασή της παραμένει αμφίσημη, ενώ η υποκριτική της στηρίζεται περισσότερο σε μια παράδοξη αλλά ακριβή αποστασιοποίηση και σε ένα ύφος που φαντάζει, σε πολλούς, απροσπέλαστο. Από τη La Belle Personne μέχρι τη Ζωή της Αντέλ, την ταινία που απέσπασε τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες το 2013, και από τις συνεργασίες της με σημαντικούς Ευρωπαίους δημιουργούς μέχρι τις μεγάλες διεθνείς παραγωγές, η Λέα κατάφερε, ωστόσο, να δημιουργήσει μια κινηματογραφική ταυτότητα που δεν εξαντλείται στην οικογενειακή της καταγωγή.

Το 2015, με το Spectre, εισήλθε στο σύμπαν του Τζέιμς Μποντ ως Μαντλέν Σουάν, μια γυναίκα που δεν περιοριζόταν στον παραδοσιακό ρόλο της διακοσμητικής συνοδού του διάσημου πράκτορα καθώς ήταν αυτή που ο άτρωτος βρετανός κατάσκοπος ερωτεύτηκε σε βάθος αφού διέθετε ίδια προσόντα, αν όχι μεγαλύτερα-όπως και τραύματα-με εκείνον! Η επιστροφή της Σειντού στο No Time to Die το 2021 της επέτρεψε να δώσει στον χαρακτήρα μεγαλύτερο συναισθηματικό βάθος, σε μια ταινία που αναδιαμόρφωσε δραματικά τη μυθολογία του 007. Αυτό δεν σημαίνει ότι η καταγωγή της δεν έπαιξε σημαντικό ρόλο-μάλλον το αντίθετο.

Η κοινωνική και πολιτιστική εξοικείωση, η οικονομική ασφάλεια και η πρόσβαση σε ένα περιβάλλον δημιουργών συνιστούν αναμφισβήτητα προνόμια, αν και η ίδια έχει υποστηρίξει ότι δεν ζήτησε οικογενειακή βοήθεια για να εξασφαλίσει τους ρόλους της. Η ουσιαστική διάκριση βρίσκεται ανάμεσα στα προνόμια που κληρονομεί κανείς και στην προσωπική αξία που καλείται να αποδείξει ότι διαθέτει καθώς και στο γεγονός ότι ο κόσμος των γυρισμάτων και των κινηματογράφων ήταν ιδιαίτερα οικείο στην περίπτωση της Σειντού από πολύ μικρή ηλικία.

Από τις ίριδες του Μονέ στα μάτια της Μαντλέν Σουάν
Άλλωστε, υπάρχει κάτι σχεδόν μυθιστορηματικό στη ζωή της, όπως και στο γεγονός ότι, έναν αιώνα μετά τη δημιουργία του, ο πίνακας που η Ζαν Σλουμπερζέ είχε επιλέξει να κρατήσει μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας βρέθηκε ξαφνικά στο επίκεντρο μιας παγκόσμιας δημοπρασίας, την ίδια στιγμή που ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα πρόσωπα της οικογενειακής δυναστείας εξακολουθεί να πρωταγωνιστεί στη διεθνή κινηματογραφική σκηνή.

Η σύγκριση ανάμεσα στη Ζαν και στη Λέα δεν χρειάζεται να στηριχθεί στην κατίσχυση μιας καλλιτεχνικής ιδιοφυΐας καθώς αμφότερες ανήκουν σε διαφορετικές εποχές, διαμορφώθηκαν μέσα σε διαφορετικές κοινωνικές συνθήκες και ακολούθησαν εντελώς διαφορετικές διαδρομές. Εκείνο, όμως, που τις συνδέει στο επίπεδο της αφήγησης είναι μια άμεση σχέση επιδίωξης προσωπικής ανεξαρτησίας και ελευθερίας. Η Ζαν είχε την οικονομική δυνατότητα να αγοράζει έργα τέχνης, αλλά χρειάστηκε προσωπική τόλμη για να αναγνωρίσει τη σημασία μιας ζωγραφικής που οι περισσότεροι αντιμετώπιζαν ως αποτυχημένη, όπως αντίστοιχα και η Λέα μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον προνομίων, αλλά χρειάστηκε να οικοδομήσει μια ιδιαίτερη καλλιτεχνική προσωπικότητα για να μην παραμείνει απλώς μια ακόμη διάσημη κληρονόμος.

Αμφότερες, αν και με διαφορετικό τρόπο η κάθε μια, απομακρύνθηκαν από την ασφαλή εικόνα που θα μπορούσε να τους προσφέρει η κοινωνική τους θέση. Και αυτό είναι που διαφοροπιεί τις γυναίκες μιας οικογένειας που απέκτησε την περιουσία της αναζητώντας όσα κρύβονταν κάτω από την επιφάνεια της γης αλλά συνδέθηκε, μέσα από τις διαδοχικές γενιές της, με ανθρώπους που αναζητούσαν όσα παρέμεναν αθέατα κάτω από την επιφάνεια των εικόνων. Οι αδελφοί Σλουμπερζέ αναζητούσαν το αόρατο υπέδαφος, η Ζαν διέκρινε τη μοντέρνα ζωγραφική μέσα στα τελευταία έργα του Μονέ και η Λέα Σεϊντού αναζητά, μέσα από τους χαρακτήρες της, την αανθρώπινη αλήθεια που δεν αποκαλύπτεται με τη μια όχι μόνο στον γνωστό πράκτορα αλλά στο ανθρώπινο μάτι.

Γι αυτό, παρότι η αγορά, όταν το σφυρί έπεσε στο Παρίσι, κατέγραψε ένα ακόμη ιστορικό ρεκόρ, η ιστορία είχε γραφτεί με χρυσά γράμματα πολύ νωρίτερα, όταν μια αντισυμβατική γυναίκα αποφάσισε να εμπιστευτεί το προσωπικό της βλέμμα περισσότερο από τις βεβαιότητες των ειδικών. Και ίσως αυτή να είναι η πραγματικά ανεκτίμητη κληρονομιά των Σλουμπερζέ που δεν μετατρέπουν μόνο τα όνειρα σε εικόνες αλλά έχουν (απο)δείξει ότι διαθέτουν το θάρρος να διεκδικούν όλα όσα οι άλλοι απλώς προσπερνούν.

www.newmoney.gr
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr