Γραφείο Προϋπολογισμού στη Βουλή: Χτυπά «καμπανάκι» για τις πιέσεις λήψης οριζόντιων μέτρων στήριξης
01.10.2026
15:28
Ακόμη και η ρήτρα διαφυγής, εφόσον επιστρέψει στο ευρωπαϊκό τραπέζι, δεν αποτελεί «λευκή επιταγή», τονίζει ο επικεφαλής του Γραφείου, Γιάννης Τσουκαλάς - Το «κρας τεστ» μετά το Ταμείο Ανάκαμψης – Οι δημόσιες επενδύσεις «κλειδί» για ανάπτυξη, χρέος και αγορές
«Φρένο» στα αιτήματα για οριζόντιες επιδοτήσεις, καθώς η ενεργειακή κρίση απειλεί ξανά τις τιμές αλλά και το δημόσιο χρέος, βάζει το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή. Παρουσιάζοντας την Έκθεση Γ' Τριμήνου για την πορεία της ελληνικής οικονομίας, ο επικεφαλής του Γραφείου Γιάννης Τσουκαλάς επεσήμανε ότι στήριξη πρέπει να δοθεί εκεί όπου υπάρχει πραγματική ανάγκη, καθώς μετά τα μέτρα της ΔΕΘ τα περιθώρια για νέες δαπάνες είναι στενά.
Η ανησυχία δεν περιορίζεται στους λογαριασμούς ενέργειας. Με τον πληθωρισμό να δυσκολεύεται, κατά την εκτίμησή του, να υποχωρήσει στο 3,2% το 2026 και τις τιμές των τροφίμων να κινδυνεύουν με νέα άνοδο, η πίεση σε νοικοκυριά και προϋπολογισμό μπορεί να αποδειχθεί πιο επίμονη. Ακόμη και η ρήτρα διαφυγής, εφόσον επιστρέψει στο ευρωπαϊκό τραπέζι, δεν αποτελεί «λευκή επιταγή»: μια νέα χαλάρωση με μεγάλη διάρκεια θα μπορούσε, όπως προειδοποίησε, να δοκιμάσει την αξιοπιστία της Ευρώπης απέναντι στις αγορές.
Σύμφωνα με την Έκθεση, η ελληνική οικονομία αναπτύσσεται ταχύτερα από την Ευρωζώνη, όμως η ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης μεταφέρει πλέον το βάρος στην ικανότητα της χώρας να διατηρήσει υψηλές επενδύσεις με εθνικούς και ιδιωτικούς πόρους. Το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή επισημαίνει ότι κάθε πρόσθετο ευρώ δημοσιονομικού χώρου θα πρέπει να αξιολογείται με βάση την επίδρασή του στην παραγωγικότητα, τις επενδύσεις και την εξωστρέφεια της οικονομίας.
Παρουσιάζοντας τα βασικά σημεία της τριμηνιαίας έκθεσης του Σεπτεμβρίου, το ΓΠΚΒ υπογραμμίζει ότι το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 1,9% το δεύτερο τρίμηνο του 2026 σε ετήσια βάση, έναντι 1,2% στην Ευρωζώνη. Η βασική πρόβλεψη του Γραφείου για την ανάπτυξη το σύνολο του 2026 παραμένει στο 1,9%, με εύρος εκτίμησης από 1,7% έως 2,0%.
Η επίδοση αυτή στηρίχθηκε στην αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης κατά 1,7%, των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών κατά 2,2% και της δημόσιας κατανάλωσης κατά 1%. Ιδιαίτερα ισχυρή ήταν η αύξηση των επενδύσεων παγίου κεφαλαίου, οι οποίες ενισχύθηκαν κατά 6,1%, με άνοδο σε όλες τις βασικές κατηγορίες.
Ανασταλτικά λειτούργησε η αύξηση των εισαγωγών αγαθών και υπηρεσιών κατά 3,7%. Οι εισαγωγές υπηρεσιών αυξήθηκαν κατά 8,3%, ενώ εκείνες των αγαθών κατά 2%.
Τα συμπεράσματα δείχνουν ότι, βραχυπρόθεσμα, οι δύο κατηγορίες δαπανών έχουν παρόμοια επίδραση στο ΑΕΠ, με σωρευτικό πολλαπλασιαστή κοντά στη μονάδα σε ορίζοντα ενός έτους. Σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, όμως, οι δημόσιες επενδύσεις έχουν σαφώς ισχυρότερη και πιο διατηρήσιμη επίδραση.
Κάθε 1 ευρώ δημόσιων επενδύσεων συνδέεται με περίπου 1,7 ευρώ πρόσθετου ΑΕΠ σε ορίζοντα δύο ετών. Σε ορίζοντα τριών ετών, η αντίστοιχη επίδραση φτάνει περίπου τα 2,25 ευρώ.
Για τη δημόσια κατανάλωση, τα αντίστοιχα μεγέθη είναι 1,14 ευρώ σε δύο έτη και 1,06 ευρώ σε τρία έτη.
Η αύξηση των δημόσιων επενδύσεων συνοδεύεται, με χρονική υστέρηση, από ενίσχυση των επιχειρηματικών επενδύσεων έως και κατά περίπου 2 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το επίπεδο που θα είχαν χωρίς τη συγκεκριμένη δημόσια δαπάνη.
Αντίθετα, η αντίδραση των ιδιωτικών επενδύσεων μετά από αύξηση της δημόσιας κατανάλωσης είναι ασθενέστερη και δεν διακρίνεται από το μηδέν. Σε ορίζοντα τριών ετών, μάλιστα, η εκτίμηση γίνεται αρνητική.
Η ανησυχία δεν περιορίζεται στους λογαριασμούς ενέργειας. Με τον πληθωρισμό να δυσκολεύεται, κατά την εκτίμησή του, να υποχωρήσει στο 3,2% το 2026 και τις τιμές των τροφίμων να κινδυνεύουν με νέα άνοδο, η πίεση σε νοικοκυριά και προϋπολογισμό μπορεί να αποδειχθεί πιο επίμονη. Ακόμη και η ρήτρα διαφυγής, εφόσον επιστρέψει στο ευρωπαϊκό τραπέζι, δεν αποτελεί «λευκή επιταγή»: μια νέα χαλάρωση με μεγάλη διάρκεια θα μπορούσε, όπως προειδοποίησε, να δοκιμάσει την αξιοπιστία της Ευρώπης απέναντι στις αγορές.
Σύμφωνα με την Έκθεση, η ελληνική οικονομία αναπτύσσεται ταχύτερα από την Ευρωζώνη, όμως η ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης μεταφέρει πλέον το βάρος στην ικανότητα της χώρας να διατηρήσει υψηλές επενδύσεις με εθνικούς και ιδιωτικούς πόρους. Το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή επισημαίνει ότι κάθε πρόσθετο ευρώ δημοσιονομικού χώρου θα πρέπει να αξιολογείται με βάση την επίδρασή του στην παραγωγικότητα, τις επενδύσεις και την εξωστρέφεια της οικονομίας.
Παρουσιάζοντας τα βασικά σημεία της τριμηνιαίας έκθεσης του Σεπτεμβρίου, το ΓΠΚΒ υπογραμμίζει ότι το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 1,9% το δεύτερο τρίμηνο του 2026 σε ετήσια βάση, έναντι 1,2% στην Ευρωζώνη. Η βασική πρόβλεψη του Γραφείου για την ανάπτυξη το σύνολο του 2026 παραμένει στο 1,9%, με εύρος εκτίμησης από 1,7% έως 2,0%.
Η επίδοση αυτή στηρίχθηκε στην αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης κατά 1,7%, των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών κατά 2,2% και της δημόσιας κατανάλωσης κατά 1%. Ιδιαίτερα ισχυρή ήταν η αύξηση των επενδύσεων παγίου κεφαλαίου, οι οποίες ενισχύθηκαν κατά 6,1%, με άνοδο σε όλες τις βασικές κατηγορίες.
Ανασταλτικά λειτούργησε η αύξηση των εισαγωγών αγαθών και υπηρεσιών κατά 3,7%. Οι εισαγωγές υπηρεσιών αυξήθηκαν κατά 8,3%, ενώ εκείνες των αγαθών κατά 2%.
Το κρίσιμο στοίχημα των επενδύσεων
Κεντρικό εύρημα της έκθεσης αποτελεί η ειδική μελέτη για τους πολλαπλασιαστές των δημόσιων δαπανών και την επίδρασή τους στην ιδιωτική ζήτηση. Η ανάλυση βασίζεται σε τριμηνιαία στοιχεία της περιόδου 1999-2025 και διαχωρίζει τη δημόσια κατανάλωση από τις δημόσιες επενδύσεις.Τα συμπεράσματα δείχνουν ότι, βραχυπρόθεσμα, οι δύο κατηγορίες δαπανών έχουν παρόμοια επίδραση στο ΑΕΠ, με σωρευτικό πολλαπλασιαστή κοντά στη μονάδα σε ορίζοντα ενός έτους. Σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, όμως, οι δημόσιες επενδύσεις έχουν σαφώς ισχυρότερη και πιο διατηρήσιμη επίδραση.
Κάθε 1 ευρώ δημόσιων επενδύσεων συνδέεται με περίπου 1,7 ευρώ πρόσθετου ΑΕΠ σε ορίζοντα δύο ετών. Σε ορίζοντα τριών ετών, η αντίστοιχη επίδραση φτάνει περίπου τα 2,25 ευρώ.
Για τη δημόσια κατανάλωση, τα αντίστοιχα μεγέθη είναι 1,14 ευρώ σε δύο έτη και 1,06 ευρώ σε τρία έτη.
Η αύξηση των δημόσιων επενδύσεων συνοδεύεται, με χρονική υστέρηση, από ενίσχυση των επιχειρηματικών επενδύσεων έως και κατά περίπου 2 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το επίπεδο που θα είχαν χωρίς τη συγκεκριμένη δημόσια δαπάνη.
Αντίθετα, η αντίδραση των ιδιωτικών επενδύσεων μετά από αύξηση της δημόσιας κατανάλωσης είναι ασθενέστερη και δεν διακρίνεται από το μηδέν. Σε ορίζοντα τριών ετών, μάλιστα, η εκτίμηση γίνεται αρνητική.
Το ΓΠΚΒ επισημαίνει ότι για την ελληνική οικονομία το εύρημα έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η ενίσχυση των ιδιωτικών επενδύσεων είναι καθοριστική τόσο για την άνοδο της παραγωγικότητας όσο και για τη μείωση του επενδυτικού κενού έναντι της Ευρωζώνης. Το επενδυτικό κενό εκτιμάται για το 2025 σε 4,4 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ.
Ωστόσο, το Γραφείο σημειώνει ότι δεν αρκεί το ύψος των δημόσιων δαπανών. Κρίσιμη είναι η σύνθεσή τους, αλλά και η ποιότητα, η έγκαιρη υλοποίηση και το δημοσιονομικό κόστος κάθε έργου.
Η ανάλυση βασίζεται στις ημερήσιες αποδόσεις των 10ετών ομολόγων δέκα χωρών της Ευρωζώνης και συγκρίνει την αντίδρασή τους στις πιο ταραχώδεις ημέρες των αγορών πριν και μετά την πανδημία.
Τα ελληνικά ομόλογα ήταν, κατά την περίοδο της πανδημίας, τα πιο ευάλωτα στην Ευρωζώνη, με την αντίδρασή τους στις διεθνείς αναταράξεις να είναι υπερδιπλάσια σε σχέση με εκείνη των αμέσως επόμενων χωρών. Μετά το 2022, όμως, η ευαισθησία τους υποχώρησε δραστικά και πλέον η Ελλάδα κινείται παράλληλα με την Ιταλία και την Πορτογαλία.
Καθοριστικό ρόλο στη βελτίωση αυτή διαδραμάτισαν οι δημοσιονομικές επιδόσεις της χώρας. Η διατήρηση πρωτογενών πλεονασμάτων και η μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ κατά περίπου 34 ποσοστιαίες μονάδες —η μεγαλύτερη μεταξύ των χωρών του δείγματος— περιόρισαν το ασφάλιστρο αβεβαιότητας που απαιτούν οι επενδυτές.
Το ίδιο μοτίβο καταγράφεται και στην υπόλοιπη Ευρωζώνη. Οι χώρες που μείωσαν περισσότερο το χρέος τους εμφάνισαν μεγαλύτερη σταθεροποίηση των αποδόσεων των ομολόγων τους. Αντίθετα, χώρες με αυξανόμενο χρέος, όπως η Γαλλία και η Φινλανδία, δεν παρουσίασαν αντίστοιχη βελτίωση.
Η βελτίωση της ελληνικής θέσης, ωστόσο, δεν θεωρείται δεδομένη. Καθώς το ελληνικό χρέος μεταφέρεται σταδιακά από τον επίσημο στον ιδιωτικό τομέα, οι αγορές αναμένεται να γίνονται πιο ευαίσθητες στις δημοσιονομικές επιλογές της χώρας.
Η απόδοση του αμερικανικού 10ετούς ομολόγου ξεπέρασε το 5,2%, ενώ εκείνη του 30ετούς το 5,5%, επίπεδα υψηλότερα από το 2007. Οι επενδυτές ενσωματώνουν στις αποτιμήσεις τους τον κίνδυνο υψηλότερου και πιο επίμονου πληθωρισμού και ζητούν μεγαλύτερο ασφάλιστρο για τον δανεισμό κρατών με υψηλό χρέος.
Στις πιέσεις συμβάλλουν:
•Η άνοδος των τιμών ενέργειας.
•Η αβεβαιότητα για τη διάρκεια του πληθωρισμού.
•Οι ανησυχίες για το δημόσιο χρέος των μεγάλων οικονομιών.
•Η νέα αύξηση των επιτοκίων της ΕΚΤ στις 10 Σεπτεμβρίου 2026.
•Η αναζωπύρωση των γεωπολιτικών εντάσεων στη Μέση Ανατολή και η αβεβαιότητα για την ομαλοποίηση των ενεργειακών ροών μέσω των Στενών του Ορμούζ.
Το έλλειμμα του Ισοζυγίου Τρεχουσών Συναλλαγών διευρύνθηκε το διάστημα Ιανουαρίου-Ιουλίου 2026 σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025. Ωστόσο, σύμφωνα με την έκθεση, η εξέλιξη αυτή δεν αντανακλά επιδείνωση των θεμελιωδών μεγεθών του εξωτερικού τομέα.
Το ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών, που αποτυπώνει σε σημαντικό βαθμό την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, βελτιώθηκε αισθητά. Οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών αυξήθηκαν με ρυθμό σχεδόν διπλάσιο από εκείνον των εισαγωγών, με σημαντική συμβολή των ταξιδιωτικών εισπράξεων.
Τα έσοδα από τον ΦΠΑ αυξήθηκαν κατά 2,037 δισ. ευρώ, εξέλιξη που συνδέεται εν μέρει με την άνοδο των ταξιδιωτικών εισπράξεων και εν μέρει με την αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης σε τρέχουσες τιμές.
Στην πλευρά των δαπανών του Κρατικού Προϋπολογισμού καταγράφηκε αύξηση κατά 4,916 δισ. ευρώ. Η άνοδος προήλθε από:
•Αύξηση των πρωτογενών δαπανών κατά 3,190 δισ. ευρώ.
•Αύξηση των δαπανών του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων και του Ταμείου Ανάκαμψης κατά 1,471 δισ. ευρώ.
Παράλληλα, η πιστοληπτική εικόνα της Ελλάδας βελτιώθηκε περαιτέρω, παρά τις διεθνείς πιέσεις στις αγορές ομολόγων. Οι Morningstar DBRS, Rating and Investment και Moody’s διατήρησαν τη βαθμίδα αξιολόγησης, αλλά αναβάθμισαν τις προοπτικές της Ελληνικής Δημοκρατίας σε θετικές. Η Scope αναβάθμισε τη χώρα από BBB σε BBB+.
Ως βασικοί λόγοι αναφέρονται η ταχεία αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους, η δημοσιονομική σύνεση, η δυναμική των επενδύσεων παγίου κεφαλαίου, η βελτίωση των δεικτών του τραπεζικού συστήματος και η ανθεκτικότητα της οικονομίας στα διαδοχικά εξωγενή σοκ.
Ο λόγος των επενδύσεων προς το ΑΕΠ αυξήθηκε από 11,3% το 2018 σε 16,9% το 2025. Το ζητούμενο πλέον είναι αν αυτή η ώθηση θα μετατραπεί σε μηχανισμό ανάπτυξης που θα στηρίζεται περισσότερο σε εθνικούς πόρους και στην κινητοποίηση ιδιωτικών κεφαλαίων.
Οι διαρθρωτικές προκλήσεις παραμένουν:
• Το επενδυτικό κενό έναντι της Ευρωζώνης δεν έχει κλείσει.
• Η παραγωγικότητα της εργασίας κινείται περίπου στο 55% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
• Το έλλειμμα του Ισοζυγίου Τρεχουσών Συναλλαγών καταγράφει την εξάρτηση από εισαγωγές και εξωτερική χρηματοδότηση.
• Ο πληθωρισμός παραμένει υψηλότερος από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
• Ο μέσος μισθός, παρά τη βελτίωση, εξακολουθεί να υπολείπεται του ευρωπαϊκού.
Το συμπέρασμα της Έκθεσης είναι ότι η δημοσιονομική πειθαρχία πρέπει να συνδυαστεί με μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις που ενισχύουν το παραγωγικό δυναμικό. Η κρίσιμη επιλογή δεν αφορά μόνο το πόσος δημοσιονομικός χώρος θα διατεθεί, αλλά κυρίως το πού θα κατευθυνθεί κάθε πρόσθετο ευρώ: στις επενδύσεις, την παραγωγικότητα, τη δημόσια διοίκηση, τη δικαιοσύνη, τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και την εξωστρέφεια της οικονομίας.
Ωστόσο, το Γραφείο σημειώνει ότι δεν αρκεί το ύψος των δημόσιων δαπανών. Κρίσιμη είναι η σύνθεσή τους, αλλά και η ποιότητα, η έγκαιρη υλοποίηση και το δημοσιονομικό κόστος κάθε έργου.
Η Ελλάδα λιγότερο ευάλωτη στις αγορές
Η έκθεση καταγράφει παράλληλα σημαντική μεταβολή στην αντιμετώπιση των ελληνικών ομολόγων από τις αγορές.Η ανάλυση βασίζεται στις ημερήσιες αποδόσεις των 10ετών ομολόγων δέκα χωρών της Ευρωζώνης και συγκρίνει την αντίδρασή τους στις πιο ταραχώδεις ημέρες των αγορών πριν και μετά την πανδημία.
Τα ελληνικά ομόλογα ήταν, κατά την περίοδο της πανδημίας, τα πιο ευάλωτα στην Ευρωζώνη, με την αντίδρασή τους στις διεθνείς αναταράξεις να είναι υπερδιπλάσια σε σχέση με εκείνη των αμέσως επόμενων χωρών. Μετά το 2022, όμως, η ευαισθησία τους υποχώρησε δραστικά και πλέον η Ελλάδα κινείται παράλληλα με την Ιταλία και την Πορτογαλία.
Καθοριστικό ρόλο στη βελτίωση αυτή διαδραμάτισαν οι δημοσιονομικές επιδόσεις της χώρας. Η διατήρηση πρωτογενών πλεονασμάτων και η μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ κατά περίπου 34 ποσοστιαίες μονάδες —η μεγαλύτερη μεταξύ των χωρών του δείγματος— περιόρισαν το ασφάλιστρο αβεβαιότητας που απαιτούν οι επενδυτές.
Το ίδιο μοτίβο καταγράφεται και στην υπόλοιπη Ευρωζώνη. Οι χώρες που μείωσαν περισσότερο το χρέος τους εμφάνισαν μεγαλύτερη σταθεροποίηση των αποδόσεων των ομολόγων τους. Αντίθετα, χώρες με αυξανόμενο χρέος, όπως η Γαλλία και η Φινλανδία, δεν παρουσίασαν αντίστοιχη βελτίωση.
Η βελτίωση της ελληνικής θέσης, ωστόσο, δεν θεωρείται δεδομένη. Καθώς το ελληνικό χρέος μεταφέρεται σταδιακά από τον επίσημο στον ιδιωτικό τομέα, οι αγορές αναμένεται να γίνονται πιο ευαίσθητες στις δημοσιονομικές επιλογές της χώρας.
Το νέο περιβάλλον στις αγορές
Οι πιέσεις στις αγορές κρατικών ομολόγων εντάθηκαν τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο, καθώς οι μακροπρόθεσμες αποδόσεις σε ΗΠΑ, Ηνωμένο Βασίλειο, Ιαπωνία και Γερμανία ανήλθαν σε πολυετή υψηλά.Η απόδοση του αμερικανικού 10ετούς ομολόγου ξεπέρασε το 5,2%, ενώ εκείνη του 30ετούς το 5,5%, επίπεδα υψηλότερα από το 2007. Οι επενδυτές ενσωματώνουν στις αποτιμήσεις τους τον κίνδυνο υψηλότερου και πιο επίμονου πληθωρισμού και ζητούν μεγαλύτερο ασφάλιστρο για τον δανεισμό κρατών με υψηλό χρέος.
Στις πιέσεις συμβάλλουν:
•Η άνοδος των τιμών ενέργειας.
•Η αβεβαιότητα για τη διάρκεια του πληθωρισμού.
•Οι ανησυχίες για το δημόσιο χρέος των μεγάλων οικονομιών.
•Η νέα αύξηση των επιτοκίων της ΕΚΤ στις 10 Σεπτεμβρίου 2026.
•Η αναζωπύρωση των γεωπολιτικών εντάσεων στη Μέση Ανατολή και η αβεβαιότητα για την ομαλοποίηση των ενεργειακών ροών μέσω των Στενών του Ορμούζ.
Πληθωρισμός και εξωτερικός τομέας
Ο πληθωρισμός στην Ελλάδα ανήλθε τον Αύγουστο στο 3,7%, παραμένοντας υψηλότερος από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, που διαμορφώθηκε στο 3,2%. Το ΓΠΚΒ θεωρεί ότι η επίμονη απόκλιση αποτελεί πηγή προβληματισμού, καθώς διαβρώνει τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας και επιβαρύνει το Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών.Το έλλειμμα του Ισοζυγίου Τρεχουσών Συναλλαγών διευρύνθηκε το διάστημα Ιανουαρίου-Ιουλίου 2026 σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025. Ωστόσο, σύμφωνα με την έκθεση, η εξέλιξη αυτή δεν αντανακλά επιδείνωση των θεμελιωδών μεγεθών του εξωτερικού τομέα.
Το ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών, που αποτυπώνει σε σημαντικό βαθμό την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, βελτιώθηκε αισθητά. Οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών αυξήθηκαν με ρυθμό σχεδόν διπλάσιο από εκείνον των εισαγωγών, με σημαντική συμβολή των ταξιδιωτικών εισπράξεων.
Δημοσιονομική εικόνα και αξιολόγηση
Για το επτάμηνο Ιανουαρίου-Ιουλίου 2026, το Ενοποιημένο Πρωτογενές Αποτέλεσμα της Γενικής Κυβέρνησης, με προσαρμογές, κατέγραψε πλεόνασμα 11,302 δισ. ευρώ ή 4,3% του ΑΕΠ. Το αποτέλεσμα ήταν αυξημένο κατά 1,995 δισ. ευρώ σε σύγκριση με το αντίστοιχο επτάμηνο του 2025.Τα έσοδα από τον ΦΠΑ αυξήθηκαν κατά 2,037 δισ. ευρώ, εξέλιξη που συνδέεται εν μέρει με την άνοδο των ταξιδιωτικών εισπράξεων και εν μέρει με την αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης σε τρέχουσες τιμές.
Στην πλευρά των δαπανών του Κρατικού Προϋπολογισμού καταγράφηκε αύξηση κατά 4,916 δισ. ευρώ. Η άνοδος προήλθε από:
•Αύξηση των πρωτογενών δαπανών κατά 3,190 δισ. ευρώ.
•Αύξηση των δαπανών του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων και του Ταμείου Ανάκαμψης κατά 1,471 δισ. ευρώ.
Παράλληλα, η πιστοληπτική εικόνα της Ελλάδας βελτιώθηκε περαιτέρω, παρά τις διεθνείς πιέσεις στις αγορές ομολόγων. Οι Morningstar DBRS, Rating and Investment και Moody’s διατήρησαν τη βαθμίδα αξιολόγησης, αλλά αναβάθμισαν τις προοπτικές της Ελληνικής Δημοκρατίας σε θετικές. Η Scope αναβάθμισε τη χώρα από BBB σε BBB+.
Ως βασικοί λόγοι αναφέρονται η ταχεία αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους, η δημοσιονομική σύνεση, η δυναμική των επενδύσεων παγίου κεφαλαίου, η βελτίωση των δεικτών του τραπεζικού συστήματος και η ανθεκτικότητα της οικονομίας στα διαδοχικά εξωγενή σοκ.
Η επόμενη ημέρα
Με την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης, η ελληνική οικονομία εισέρχεται σε νέα φάση. Το τέλος των ευρωπαϊκών πόρων δεν αποτελεί από μόνο του μείζονα δημοσιονομική πρόκληση, αλλά συνιστά δοκιμασία για την ικανότητα της χώρας να διατηρήσει την επενδυτική δυναμική χωρίς έκτακτη ευρωπαϊκή χρηματοδότηση.Ο λόγος των επενδύσεων προς το ΑΕΠ αυξήθηκε από 11,3% το 2018 σε 16,9% το 2025. Το ζητούμενο πλέον είναι αν αυτή η ώθηση θα μετατραπεί σε μηχανισμό ανάπτυξης που θα στηρίζεται περισσότερο σε εθνικούς πόρους και στην κινητοποίηση ιδιωτικών κεφαλαίων.
Οι διαρθρωτικές προκλήσεις παραμένουν:
• Το επενδυτικό κενό έναντι της Ευρωζώνης δεν έχει κλείσει.
• Η παραγωγικότητα της εργασίας κινείται περίπου στο 55% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
• Το έλλειμμα του Ισοζυγίου Τρεχουσών Συναλλαγών καταγράφει την εξάρτηση από εισαγωγές και εξωτερική χρηματοδότηση.
• Ο πληθωρισμός παραμένει υψηλότερος από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
• Ο μέσος μισθός, παρά τη βελτίωση, εξακολουθεί να υπολείπεται του ευρωπαϊκού.
Το συμπέρασμα της Έκθεσης είναι ότι η δημοσιονομική πειθαρχία πρέπει να συνδυαστεί με μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις που ενισχύουν το παραγωγικό δυναμικό. Η κρίσιμη επιλογή δεν αφορά μόνο το πόσος δημοσιονομικός χώρος θα διατεθεί, αλλά κυρίως το πού θα κατευθυνθεί κάθε πρόσθετο ευρώ: στις επενδύσεις, την παραγωγικότητα, τη δημόσια διοίκηση, τη δικαιοσύνη, τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και την εξωστρέφεια της οικονομίας.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr