ΙΟΒΕ: Στα €238,6 δισ. τα ληξιπρόθεσμα χρέη του ιδιωτικού τομέα, το 70% είναι οφειλές σε εφορία και ΕΦΚΑ
30.09.2026
14:54
Στα 420 δισ. ευρώ ήταν το συνολικό ιδιωτικό χρέος στην Ελλάδα το πρώτο τρίμηνο του 2026 - Αυξήθηκε κατά 22,1 δισ. ευρώ κυρίως λόγω της επέκτασης της εξυπηρετούμενης χρηματοδότησης
Το ιδιωτικό χρέος στην Ελλάδα ανήλθε στα 420,9 δισ. ευρώ το πρώτο τρίμηνο του 2026, σύμφωνα με το νέο δελτίο του ΙΟΒΕ, κυρίως λόγω της αύξησης της χρηματοπιστωτικής επέκτασης. Παράλληλα, η αγορά κατοικίας διατηρεί τη δυναμική της, με άνοδο τιμών και σημαντική αύξηση των στεγαστικών εκταμιεύσεων. Η ανάλυση για Αθήνα και Θεσσαλονίκη δείχνει αύξηση της προσφοράς ακινήτων, αλλά και μεγαλύτερους χρόνους παραμονής στην αγορά, αναδεικνύοντας τις πιέσεις στην προσιτή στέγαση.
Ειδικότερα, το Ίδρυμα Οικονομικών & Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) σε συνεργασία με την CEPAL παρουσίασαν το τρίτο τεύχος του Τριμηνιαίου δελτίου για το ιδιωτικό χρέος στην Ελληνική οικονομία, συνεχίζοντας τη συστηματική παρακολούθηση των εξελίξεων στο ιδιωτικό χρέος στην Ελλάδα και της αλληλεπίδρασής του με το ευρύτερο μακροοικονομικό και χρηματοπιστωτικό περιβάλλον, λαμβάνοντας ταυτοχρόνως υπόψη τις εξελίξεις στην αγορά ακινήτων.
Το συνολικό ιδιωτικό χρέος έφτασε τα 420,9 δισεκ. Ευρώ (169% του ΑΕΠ) το πρώτο τρίμηνο του 2026, στο 168% του ΑΕΠ, ωθούμενο κυρίως από την πιστωτική επέκταση, που είναι θετική και δευτερευόντως από τη συσσώρευση οφειλών προς τον δημόσιο τομέα. Τα ληξιπρόθεσμα χρέη ανήλθαν σε 238,6 δισεκ. ευρώ, με τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις προς την ΑΑΔΕ και τον ΕΦΚΑ να αντιπροσωπεύουν σχεδόν το 70% των ληξιπρόθεσμων οφειλών. Το συνολικό ιδιωτικό χρέος σε δάνεια αυξήθηκε στα 254,6 δισεκ. ευρώ, κυρίως λόγω των επιχειρηματικών δανείων. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια που κατέχουν τράπεζες και διαχειριστές υποχώρησαν στο 28,4%, με τους διαχειριστές να διαχειρίζονται περί το 90% του συνόλου των μη εξυπηρετούμενων δανείων.
Στο διεθνές οικονομικό περιβάλλον, ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή συνέβαλε στην αυξημένη μεταβλητότητα των τιμών ενέργειας και αναζωπύρωση των πληθωριστικών πιέσεων το 2026. Παρά τις διεθνείς προκλήσεις, η ελληνική οικονομία κατέγραψε θετικό ετήσιο ρυθμό μεγέθυνσης 1,9% το δεύτερο τρίμηνο του 2026, έναντι 1,0% στην Ευρωζώνη, με τη μεγέθυνση να στηρίζεται στις πάγιες επενδύσεις, την ιδιωτική κατανάλωση και τις εξαγωγές. Η δημοσιονομική επίδοση και η επενδυτική δραστηριότητα παρέμειναν ισχυρές, ενώ προκλήσεις εξακολουθούν να αποτελούν ο επίμονα υψηλός πληθωρισμός, η αρνητική αποταμίευση των νοικοκυριών, η υποτονική εξέλιξη του διαθέσιμου εισοδήματος και το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.
Η δραστηριότητα στην αγορά ακινήτων διατήρησε τη δυναμική της στις αρχές του 2026. Η κατασκευαστική δραστηριότητα αυξήθηκε κατά 16,9%, σε ετήσια βάση, το πρώτο τρίμηνο, ενώ ο πληθωρισμός στο κόστος των υλικών επιταχύνθηκε. Οι τιμές των κατοικιών συνέχισαν την ανοδική τους πορεία, καταγράφοντας ετήσια αύξηση κατά 5,8% σε εθνικό επίπεδο, με τη Θεσσαλονίκη να εμφανίζει ισχυρότερη αυξητική τάση σε σχέση με την Αθήνα. Οι νεόδμητες κατοικίες με ένα υπνοδωμάτιο κατέγραψαν τις μεγαλύτερες ετήσιες αυξήσεις στις ζητούμενες τιμές πώλησης. Παράλληλα, οι νέες εκταμιεύσεις στεγαστικών δανείων υπερδιπλασιάστηκαν σε σχέση με έναν χρόνο νωρίτερα, φθάνοντας τα €1,14 δισεκ. το δεύτερο τρίμηνο του 2026, ενώ το ποσοστό των ολοκληρωμένων πλειστηριασμών υποχώρησε κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους.
Το ειδικό θέμα του τρίτου τεύχους εξετάζει το προφίλ της προσφοράς κατοικιών στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη κατά την περίοδο 2025–2026. Οι αγγελίες κατοικιών προς πώληση αυξήθηκαν κατά περίπου 15%–26% στις περιοχές που εξετάστηκαν, ωστόσο η αύξηση αυτή συνοδεύτηκε από λιγότερες συναλλαγές και μεγαλύτερους χρόνους παραμονής των ακινήτων στην αγορά. Η σύνθεση της προσφοράς διαφοροποιείται σημαντικά μεταξύ των επιμέρους περιοχών: τα νεόδμητα ακίνητα αντιπροσωπεύουν αισθητά μεγαλύτερο μερίδιο στα Νότια και Βόρεια Προάστια της Αθήνας, ενώ στο Κέντρο της Αθήνας και στον Πειραιά η αύξηση της προσφοράς προέρχεται κυρίως από παλαιότερες κατοικίες που επανέρχονται στην αγορά. Οι εξελίξεις αυτές αναδεικνύουν τη σημασία της εξέτασης όχι μόνο της συνολικής αύξησης της προσφοράς κατοικιών, αλλά και της γεωγραφικής της κατανομής, της ηλικίας του οικιστικού αποθέματος και της δυνατότητάς του να ανταποκρίνεται στις μεταβαλλόμενες συνθήκες ζήτησης. Για την άμβλυνση των πιέσεων στην αγορά κατοικίας, η στεγαστική πολιτική κρίνεται σκόπιμο να εστιάζει στην περαιτέρω ενίσχυση της προσφοράς, με τρόπο που να ανταποκρίνεται αποτελεσματικότερα στις μεταβαλλόμενες συνθήκες και ανάγκες της ζήτησης.
Ειδικότερα, το Ίδρυμα Οικονομικών & Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) σε συνεργασία με την CEPAL παρουσίασαν το τρίτο τεύχος του Τριμηνιαίου δελτίου για το ιδιωτικό χρέος στην Ελληνική οικονομία, συνεχίζοντας τη συστηματική παρακολούθηση των εξελίξεων στο ιδιωτικό χρέος στην Ελλάδα και της αλληλεπίδρασής του με το ευρύτερο μακροοικονομικό και χρηματοπιστωτικό περιβάλλον, λαμβάνοντας ταυτοχρόνως υπόψη τις εξελίξεις στην αγορά ακινήτων.
New Publication
— IOBE (@IOBE_FEIR) September 30, 2026
The 3rd issue of the Quarterly bulletin on private debt in the Greek economy, prepared by the @IOBE_FEIR and supported by Cepal, is now available.
👉 https://t.co/34kxXDRhrg pic.twitter.com/czvmg6ZPHR
Το συνολικό ιδιωτικό χρέος έφτασε τα 420,9 δισεκ. Ευρώ (169% του ΑΕΠ) το πρώτο τρίμηνο του 2026, στο 168% του ΑΕΠ, ωθούμενο κυρίως από την πιστωτική επέκταση, που είναι θετική και δευτερευόντως από τη συσσώρευση οφειλών προς τον δημόσιο τομέα. Τα ληξιπρόθεσμα χρέη ανήλθαν σε 238,6 δισεκ. ευρώ, με τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις προς την ΑΑΔΕ και τον ΕΦΚΑ να αντιπροσωπεύουν σχεδόν το 70% των ληξιπρόθεσμων οφειλών. Το συνολικό ιδιωτικό χρέος σε δάνεια αυξήθηκε στα 254,6 δισεκ. ευρώ, κυρίως λόγω των επιχειρηματικών δανείων. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια που κατέχουν τράπεζες και διαχειριστές υποχώρησαν στο 28,4%, με τους διαχειριστές να διαχειρίζονται περί το 90% του συνόλου των μη εξυπηρετούμενων δανείων.
Στο διεθνές οικονομικό περιβάλλον, ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή συνέβαλε στην αυξημένη μεταβλητότητα των τιμών ενέργειας και αναζωπύρωση των πληθωριστικών πιέσεων το 2026. Παρά τις διεθνείς προκλήσεις, η ελληνική οικονομία κατέγραψε θετικό ετήσιο ρυθμό μεγέθυνσης 1,9% το δεύτερο τρίμηνο του 2026, έναντι 1,0% στην Ευρωζώνη, με τη μεγέθυνση να στηρίζεται στις πάγιες επενδύσεις, την ιδιωτική κατανάλωση και τις εξαγωγές. Η δημοσιονομική επίδοση και η επενδυτική δραστηριότητα παρέμειναν ισχυρές, ενώ προκλήσεις εξακολουθούν να αποτελούν ο επίμονα υψηλός πληθωρισμός, η αρνητική αποταμίευση των νοικοκυριών, η υποτονική εξέλιξη του διαθέσιμου εισοδήματος και το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.
Η δραστηριότητα στην αγορά ακινήτων διατήρησε τη δυναμική της στις αρχές του 2026. Η κατασκευαστική δραστηριότητα αυξήθηκε κατά 16,9%, σε ετήσια βάση, το πρώτο τρίμηνο, ενώ ο πληθωρισμός στο κόστος των υλικών επιταχύνθηκε. Οι τιμές των κατοικιών συνέχισαν την ανοδική τους πορεία, καταγράφοντας ετήσια αύξηση κατά 5,8% σε εθνικό επίπεδο, με τη Θεσσαλονίκη να εμφανίζει ισχυρότερη αυξητική τάση σε σχέση με την Αθήνα. Οι νεόδμητες κατοικίες με ένα υπνοδωμάτιο κατέγραψαν τις μεγαλύτερες ετήσιες αυξήσεις στις ζητούμενες τιμές πώλησης. Παράλληλα, οι νέες εκταμιεύσεις στεγαστικών δανείων υπερδιπλασιάστηκαν σε σχέση με έναν χρόνο νωρίτερα, φθάνοντας τα €1,14 δισεκ. το δεύτερο τρίμηνο του 2026, ενώ το ποσοστό των ολοκληρωμένων πλειστηριασμών υποχώρησε κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους.
Το ειδικό θέμα του τρίτου τεύχους εξετάζει το προφίλ της προσφοράς κατοικιών στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη κατά την περίοδο 2025–2026. Οι αγγελίες κατοικιών προς πώληση αυξήθηκαν κατά περίπου 15%–26% στις περιοχές που εξετάστηκαν, ωστόσο η αύξηση αυτή συνοδεύτηκε από λιγότερες συναλλαγές και μεγαλύτερους χρόνους παραμονής των ακινήτων στην αγορά. Η σύνθεση της προσφοράς διαφοροποιείται σημαντικά μεταξύ των επιμέρους περιοχών: τα νεόδμητα ακίνητα αντιπροσωπεύουν αισθητά μεγαλύτερο μερίδιο στα Νότια και Βόρεια Προάστια της Αθήνας, ενώ στο Κέντρο της Αθήνας και στον Πειραιά η αύξηση της προσφοράς προέρχεται κυρίως από παλαιότερες κατοικίες που επανέρχονται στην αγορά. Οι εξελίξεις αυτές αναδεικνύουν τη σημασία της εξέτασης όχι μόνο της συνολικής αύξησης της προσφοράς κατοικιών, αλλά και της γεωγραφικής της κατανομής, της ηλικίας του οικιστικού αποθέματος και της δυνατότητάς του να ανταποκρίνεται στις μεταβαλλόμενες συνθήκες ζήτησης. Για την άμβλυνση των πιέσεων στην αγορά κατοικίας, η στεγαστική πολιτική κρίνεται σκόπιμο να εστιάζει στην περαιτέρω ενίσχυση της προσφοράς, με τρόπο που να ανταποκρίνεται αποτελεσματικότερα στις μεταβαλλόμενες συνθήκες και ανάγκες της ζήτησης.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr