Goody’s/ Everest: Εξήντα χρόνια ιστορίας ξανά στο τραπέζι για deal 300 εκατ. ευρώ

Η μία γεννήθηκε στην Αθήνα το 1965 και η άλλη στη Θεσσαλονίκη το 1975 - Τώρα CVC και Fairfax ολοκλήρωσαν το due diligence για την εξαγορά τους και αναμένεται συγκεκριμένη πρόταση

Θα αλλάξουν και πάλι χέρια τα Goody’s και Everest; Εξελίξεις γύρω από την επόμενη μέρα της Evergood, του μεγαλύτερου ελληνικού ομίλου εστίασης, αναμένονται ακόμη και μέσα στον μήνα. Πρόκειται για την εταιρική ομπρέλα κάτω από την οποία βρίσκονται σήμερα, μεταξύ άλλων, τα Goody’s, Everest, Flocafé και La Pasteria.

Οι συζητήσεις μεταξύ θυγατρικής του ομίλου Fairfax του κ. Πρεμ Γουάτσα και της Vivartia, που ελέγχεται από το CVC, για την πιθανή εξαγορά της Evergood συνεχίζονται. Οι επαφές, που ξεκίνησαν μετά το Πάσχα, έχουν προχωρήσει, καθώς το due diligence έχει ολοκληρωθεί και το επόμενο βήμα αναμένεται να είναι η κατάθεση συγκεκριμένης πρότασης.

Στην αγορά ακούγεται ότι η αποτίμηση της Evergood υπολογίζεται στα 300 εκατ. ευρώ, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι υπάρχει συμφωνημένο τίμημα ή δεσμευτική προσφορά σε αυτά τα επίπεδα. Εφόσον, πάντως, οι δύο πλευρές καταλήξουν σε συμφωνία κοντά σε αυτή την αποτίμηση, η συναλλαγή θα συγκαταλέγεται στα μεγαλύτερα deals της χρονιάς και θα σηματοδοτήσει μία ακόμη αλλαγή ιδιοκτησίας για δύο από τα ιστορικότερα σήματα της ελληνικής εστίασης.

Πιθανή συμφωνία θα φέρει ένα βήμα ακόμη πιο κοντά στην αποεπένδυση του CVC από τη Vivartia, τον μεγαλύτερο ελληνικό όμιλο τροφίμων, τον οποίο απέκτησε το 2021. Τότε το fund κατέβαλε 175 εκατ. ευρώ για το 100% των μετοχών και ανέλαβε περίπου 425 εκατ. ευρώ δανειακές υποχρεώσεις, ανεβάζοντας τη συνολική αξία της συναλλαγής κοντά στα 600 εκατ. ευρώ.

Επειτα από μια περίοδο αναδιάρθρωσης και ανάπτυξης των επιμέρους δραστηριοτήτων, το CVC έχει πλέον περάσει στην αντίστροφη διαδικασία. Δωδώνη και Μπάρμπα Στάθης έχουν ήδη αλλάξει χέρια και στο επίκεντρο των διεργασιών βρίσκονται πλέον η ΔΕΛΤΑ και η Ελληνική Ζύμη. Κεντρικό πρόσωπο σε αυτή τη διαδρομή είναι ο κ. Αλεξ Φωτακίδης, partner του CVC και το πρόσωπο που έχει συνδεθεί με την επενδυτική παρουσία του fund στην Ελλάδα.

Restart


Η Evergood, πάντως, είναι αρκετά διαφορετική από τον όμιλο εστίασης που παρέλαβε το CVC. Τα τελευταία χρόνια αναδιαρθρώθηκε το δίκτυο, ενισχύθηκαν το franchise και οι κλειστές αγορές, ανανεώθηκαν βασικά σήματα και επιταχύνθηκαν οι επενδύσεις, ενώ πρόσφατα στο χαρτοφυλάκιό της προστέθηκε και η Jackaroo.

Τα αποτελέσματα αυτής της προσπάθειας αποτυπώνονται και στους αριθμούς. Το 2025 οι ενοποιημένες πωλήσεις ξεπέρασαν για πρώτη φορά τα 300 εκατ. ευρώ, από 265 εκατ. ευρώ το 2024, ενώ μαζί με τα καταστήματα franchise οι πωλήσεις του συστήματος έφτασαν στα 375 εκατ. ευρώ. Τα καθαρά κέρδη διαμορφώθηκαν στα 13,57 εκατ. ευρώ, το δίκτυο αριθμούσε στο τέλος της χρονιάς 596 σημεία στην Ελλάδα και το εξωτερικό, ενώ οι επενδυτικές εκροές ήταν 20,74 εκατ. ευρώ.

Η επιστροφή στην ανάπτυξη συνοδεύτηκε και από την επάνοδο στις εξαγορές. Η Evergood απέκτησε το 60% της Red Meat, της εταιρείας πίσω από την Jackaroo, έναντι συνολικού άμεσου και έμμεσου τιμήματος 10 εκατ. ευρώ, προσθέτοντας ένα από τα ταχύτερα αναπτυσσόμενα νέα concepts της εγχώριας αγοράς στο χαρτοφυλάκιό της. Μέσα στο 2025 η Jackaroo απέκτησε επτά καταστήματα, με τα πέντε να ανοίγουν μέσα στη χρονιά.

Για τη Fairfax, από την άλλη, η εστίαση δεν αποτελεί άγνωστο πεδίο. Ο όμιλος του κ. Γουάτσα διαθέτει ήδη εκτεταμένη παρουσία στον κλάδο μέσω της καναδικής Recipe Unlimited, με περισσότερα από 1.100 εστιατόρια, ενώ στα τέλη του 2025 διεύρυνε περαιτέρω το αποτύπωμά του με την εξαγορά της βρετανικής MW Eat.

Ωστόσο, η αξία της Evergood δεν αποτυπώνεται μόνο στα σημερινά μεγέθη της. Κάτω από τη σημερινή εταιρική ομπρέλα συναντώνται δύο από τις μεγαλύτερες επιχειρηματικές ιστορίες της ελληνικής οργανωμένης εστίασης, οι οποίες γεννήθηκαν σε διαφορετικές πόλεις και εποχές και αναπτύχθηκαν για δεκαετίες χωριστά και ανταγωνιστικά.


Τσακάλωφ


Η παλαιότερη από τις δύο ξεκινά το 1965 στην οδό Τσακάλωφ στο Κολωνάκι, όπου οι Γ. Μαλτεζόπουλος, Σ. Γράψας και Σ. Νικολακάκης ανοίγουν το πρώτο Everest. Το κατάστημα εξελίσσεται σε ένα από τα χαρακτηριστικότερα ξενυχτάδικα της Αθήνας, ανοιχτό όλο το 24ωρο και ταυτισμένο με το ζεστό σάντουιτς και την περίφημη «παντόφλα».

Στα χρόνια της ακμής του πουλά περίπου 2.500 σάντουιτς ημερησίως! Στη σφαίρα της μυθολογίας εντάσσεται ακόμη και το γεγονός ότι δεν έχει πόρτες, καθώς η συνεχής κίνηση των πελατών τις καθιστά πρακτικά περιττές.

Το 1983 το Everest περνά στον κ. Λαυρέντιο Φρέρη, τον επιχειρηματία που μετατρέπει το ιστορικό κατάστημα σε έναν από τους μεγαλύτερους ομίλους οργανωμένης εστίασης της χώρας. Κομβικό πρόσωπο σε αυτή τη διαδρομή έχει ο κ. Ανδρέας Τσουκάλης, ο οποίος συνδέεται με την ανάπτυξη της Everest επί Φρέρη, παραμένει μέσα από τις διαδοχικές αλλαγές ιδιοκτησίας και βρίσκεται μέχρι σήμερα στο τιμόνι της Evergood.

Από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 το franchise επιταχύνει την πανελλαδική ανάπτυξη της Everest, ενώ ο κ. Φρέρης διευρύνει σταδιακά το αποτύπωμα του ομίλου, πέρα από το σνακ, με τη La Pasteria στο casual dining και αργότερα με την Olympic Catering. Το 1999 η Everest εισέρχεται στην Παράλληλη Αγορά του Χρηματιστηρίου Αθηνών.

Η παρέα


Η δεύτερη ιστορία έχει ξεκινήσει δέκα χρόνια μετά το Everest, στη Θεσσαλονίκη. Στον πυρήνα του εγχειρήματος των Goody’s βρίσκονται οι Γιάννης Διονυσιάδης, Αχιλλέας Φώλιας και Νίκος Παππάς, μαζί με την ευρύτερη αρχική ομάδα των Ξενοφώντα Διονυσιάδη, Δημήτρη Παρίση, Τάσου Λασκαρίδη, Φώτη Κορκόβελου και των αδελφών Μάρκου και Βαγγέλη Μαργαρίτη.

Τη δική του θέση στην ιστορία έχει και ο κ. Χρήστος Φώλιας, αδελφός του Αχιλλέα, που αργότερα ακολουθεί επιχειρηματική και πολιτική διαδρομή φτάνοντας μέχρι το υπουργικό αξίωμα. Μάλιστα ο ίδιος αναφέρεται ως ο νονός των Goody’s.

Το 1975 ανοίγουν τα πρώτα Goody’s στη Θεσσαλονίκη, στην Τσιμισκή και την Κούσκουρα. Δύο χρόνια αργότερα, στο τέταρτο κατάστημα, η εταιρεία στρέφεται στο franchising, που γίνεται η μεγάλη μηχανή ανάπτυξής της. Το 1981 κατεβαίνει στην Αθήνα με κατάστημα στη Σόλωνος και η επέκταση επιταχύνεται.

Γύρω από τα εστιατόρια δημιουργείται σταδιακά ένα ευρύτερο επιχειρηματικό οικοσύστημα. Το 1990 αποκτάται η Hellenic Catering, προσφέροντας παραγωγική και τροφοδοτική βάση, ενώ ακολουθούν τα Flocafé, ανοίγοντας για τον όμιλο την αγορά του καφέ. Το 1994 η Goody’s εισάγεται στο Χρηματιστήριο Αθηνών, λιγότερο από δύο δεκαετίες μετά τα πρώτα καταστήματα της Θεσσαλονίκης.

Κυριαρχία


Στα τέλη της δεκαετίας του ’90 και στις αρχές του 2000 η Goody’s βρίσκεται στο απόγειό της. Το δίκτυο ξεπερνά τα 200 σημεία, η εταιρεία αναπτύσσεται σε Κύπρο και Βουλγαρία και επιχειρεί ακόμη και το μεγάλο στοίχημα στην Πορτογαλία, με καταστήματα σε Πόρτο και Λισαβόνα.

Περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο μέγεθος, όμως, την ισχύ της εποχής αποτυπώνει η σχέση με τη McDonald’s. Στις αρχές της δεκαετίας του 2000 η Goody’s κατέχει περίπου το 40% της ελληνικής αγοράς fast food, ενώ η αμερικανική πολυεθνική κινείται κοντά στο 8%, επίπεδα στα οποία βρίσκεται τότε περίπου και η Everest.

Πρόκειται για ένα ασυνήθιστο επίτευγμα: μια ελληνική αλυσίδα έχει καταφέρει όχι απλώς να αντιμετωπίσει τη McDonald’s, αλλά να την αφήσει πολύ πίσω στην εγχώρια αγορά. Η εικόνα αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον υπό το πρίσμα όσων ακολουθούν, όταν οι συσχετισμοί αρχίζουν σταδιακά να ανατρέπονται.

Στις αρχές της νέας χιλιετίας έχουν διαμορφωθεί δύο ισχυροί ελληνικοί πόλοι οργανωμένης εστίασης, με τα Goody’s και την Everest να έχουν εξελιχθεί πολύ πέρα από τις αλυσίδες από τις οποίες ξεκίνησαν.

Οι δρόμοι τους παραμένουν ακόμη χωριστοί. Η κίνηση που τους φέρνει τελικά κάτω από την ίδια στέγη δεν ξεκινά από την εστίαση, αλλά από ένα πολύ μεγαλύτερο σχέδιο: τη φιλοδοξία του κ. Δημήτρη Δασκαλόπουλου να δημιουργήσει τον πρώτο πραγματικά μεγάλο ελληνικό όμιλο τροφίμων.

Vivartia


Το σχέδιο παίρνει σάρκα και οστά το 2006 με τη δημιουργία της Vivartia, μέσα από τη συγχώνευση της ΔΕΛΤΑ Συμμετοχών με τις ΔΕΛΤΑ Γαλακτοκομική, Chipita International, Goody’s και Γενική Τροφίμων, την εταιρεία πίσω από τον Μπάρμπα Στάθη. Καθοριστικός εταίρος του κ. Δασκαλόπουλου στο εγχείρημα είναι ο κ. Σπύρος Θεοδωρόπουλος, ο επιχειρηματίας που έχει ήδη μετατρέψει την Chipita σε ελληνική πολυεθνική και αναλανβάνει διευθύνων σύμβουλος του νέου ομίλου.

Κάτω από μία ομπρέλα συγκεντρώνονται γαλακτοκομικά, κατεψυγμένα τρόφιμα, σνακ και οργανωμένη εστίαση, δημιουργώντας ένα επιχειρηματικό σχήμα πρωτόγνωρου μεγέθους για την ελληνική βιομηχανία τροφίμων.

Η εποχή Δασκαλόπουλου, ωστόσο, αποδεικνύεται σύντομη. Μόλις το 2007 στο προσκήνιο μπαίνει ο Ανδρέας Βγενόπουλος, ο οποίος εκείνη την περίοδο βρίσκεται πίσω από μία από τις μεγαλύτερες επενδυτικές επελάσεις που έχει γνωρίσει η ελληνική αγορά. Μέσω της MIG αποκτά αρχικά περίπου το 30% της Vivartia αντί περίπου 550 εκατ. ευρώ, αποτιμώντας τον όμιλο κοντά στο 1,8 δισ. ευρώ. Στη συνέχεια η MIG αυξάνει τη συμμετοχή της και η οικογένεια Δασκαλόπουλου αποχωρεί.

Η ένωση


Υπό τον έλεγχο πλέον της MIG ενώνονται τελικά και οι δύο παράλληλες επιχειρηματικές διαδρομές. Το 2008 η Vivartia αποκτά τον έλεγχο της Everest, μέσω της Αλκμήνη Catering, στην οποία συμμετέχει με 51%, έναντι 49% της πλευράς του κ. Φρέρη. Η συναλλαγή αποτιμά την Everest περίπου στα 101 εκατ. ευρώ.

Goody’s και Everest βρίσκονται πλέον κάτω από την ίδια επιχειρηματική στέγη και το 2011 η συνύπαρξη παίρνει οργανωμένη μορφή με τον ενιαίο όμιλο Goody’s-Everest, συγκεντρώνοντας Goody’s, Everest, Flocafé, La Pasteria, Hellenic Catering και Olympic Catering. Μόνο που η ένωση των δύο ομίλων συμπίπτει με τη χειρότερη δυνατή συγκυρία.


Η κρίση


Η κατάρρευση της κατανάλωσης στα χρόνια της οικονομικής κρίσης χτυπά τον όμιλο που έχει χτιστεί για μια εντελώς διαφορετική αγορά. Οι πωλήσεις από 278,4 εκατ. ευρώ το 2011 υποχωρούν στα 212,4 εκατ. ευρώ το 2012, ενώ οι καθαρές ζημίες φτάνουν στα 66,6 εκατ. ευρώ. Το 2015 ο τζίρος έχει περιοριστεί στα 165 εκατ. ευρώ.

Δεν είναι, όμως, μόνο η κρίση. Η αγορά της γρήγορης εστίασης αλλάζει, νέες επιλογές εμφανίζονται και τα δύο ιστορικά σήματα έχουν χάσει μέρος της δυναμικής των προηγούμενων δεκαετιών. Η εικόνα της απόλυτης κυριαρχίας των Goody’s έχει ξεθωριάσει.

Την ίδια περίοδο αρχίζει να αντιστρέφεται και η σχέση δυνάμεων με τη McDonald’s. Το 2011 η ανάπτυξη της αλυσίδας στην Ελλάδα περνά στην Premier Capital, η οποία ξεκινά επενδύσεις, ανακαινίσεις και επέκταση του δικτύου. Η πολυεθνική που λίγα χρόνια νωρίτερα βρίσκεται πολύ πίσω από τα Goody’s σταδιακά κερδίζει σημαντικό έδαφος.

Η Goody’s-Everest επιχειρεί τη δική της επανατοποθέτηση. Τα Goody’s μετασχηματίζονται σε Goody’s Burger House, τα Everest ανανεώνονται, με το μεγαλύτερο βάρος να δίνεται στο franchise και τις κλειστές αγορές. Στο πλαίσιο της προσπάθειας ανάταξης, το 2018 τη θέση του διευθύνοντος συμβούλου αναλαμβάνει ο κ. Τσουκάλης, στέλεχος με διαδρομή στην Everest ήδη από το 1990. Η επόμενη μεγάλη αλλαγή έρχεται τρία χρόνια αργότερα.

Εποχή CVC


Το 2021 ολοκληρώνεται η εξαγορά της Vivartia από το CVC και ξεκινά μια νέα περίοδος για την εστίαση, με κεντρικό πρόσωπο από την πλευρά του fund τον κ. Φωτακίδη.

Υπό τη νέα ιδιοκτησία επιταχύνεται η αναδιάρθρωση και προχωρά η εταιρική ενοποίηση. Το 2022 συγχωνεύονται Goody’s, Everest, Pasteria και Evercat, δημιουργώντας ενιαία εταιρική βάση για τις δραστηριότητες εστίασης.

Η νέα εποχή αποτυπώνεται και στην εταιρική ταυτότητα, με τον όμιλο να μετονομάζεται σε Evergood, όνομα που συνδέει το Everest με τα Goody’s. Στο τιμόνι παραμένει ο κ. Τσουκάλης, δίνοντας συνέχεια στην προσπάθεια ανάταξης που έχει ξεκινήσει πριν από την αλλαγή ιδιοκτησίας.

Εξι δεκαετίες μετά τη γέννηση του Everest και μισό αιώνα μετά τα πρώτα Goody’s, για τα δύο ιστορικά σήματα τώρα μπορεί να πλησιάζει μία ακόμη αλλαγή σκυτάλης.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr