Στεγαστικό: 10 αιτίες και 3+3 παρεμβάσεις που προτείνονται για την επίλυσή του
07.07.2026
08:53
Από την αποκέντρωση της οικονομικής δραστηριότητας μέχρι τα κίνητρα μετεγκατάστασης μεταξύ των παρεμβάσεων που προτείνει το ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ στην τελευταία ανάλυση για την επίλυση του στεγαστικού ζητήματος
Μία πολύ δύσκολη εξίσωση που απαιτεί συνολική αναδιοργάνωση, συμπεριλαμβανομένων και πολιτικών εξορθολογισμού της κατανομής του πληθυσμού και των οικονομικών δραστηριοτήτων αποτελεί η λύση του στεγαστικού ζητήματος, «ένα πολυπαραγοντικό πρόβλημα και δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποσπασματικά με πολιτικές πρόσκαιρης άμβλυνσης της έντασης».
Στην τελευταία του ανάλυση με τίτλο «Στεγαστικό ζήτημα και πολιτικές επίλυσής» το ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ εστιάζει σε 10 βασικές παραμέτρους που έχουν οξύνει το πρόβλημα τα τελευταία χρόνια και αναφέρει τουλάχιστον 3 παρεμβάσεις σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα και 3 ακόμη σε μακροπρόθεσμο που θα μπορούσαν να μετριάσουν το πρόβλημα.
Ως προς τις κύριες αιτίες προβλήματος νούμερο 1 είναι η προσφορά και ζήτηση και ακολουθεί η συγκέντρωση οικονομικής – κοινωνικής δραστηριότητας με την ολοένα και μεγαλύτερη συγκέντρωση της οικονομικής δραστηριότητας σε μεγάλα αστικά κέντρα που αυξάνει διαρκώς τις πληθυσμιακές ροές, αλλά και το ενεργειακό κόστος και η φορολογική επιβάρυνση των ιδιοκτητών. Μία ακόμη πολύ σημαντική αιτία έχει να κάνει με το κόστος ενοικίου και το κόστος ιδιοκατοίκησης: Σύμφωνα με τα δεδομένα του ΟΟΣΑ, η αναλογία τιμής κατοικίας προς εισόδημα στην Ελλάδα έχει αυξηθεί κατά 25% από το 2015, καθιστώντας την αγορά κατοικίας όλο και πιο απρόσιτη για τα χαμηλά ακόμα και τα μεσαία εισοδηματικά στρώματα. Παράλληλα, ο δείκτης τιμής προς ενοίκιο έχει επίσης αυξηθεί σημαντικά, υποδηλώνοντας πιθανή υπερτίμηση της αγοράς ακινήτων.
Σε περιοχές όπως η Αττική, σε ότι αφορά τουλάχιστον το αιτούμενο ενοίκιο, οι φθηνότερες προσφερόμενες κατοικίες κοστολογούνται με τη μέση τιμή στα 8,89 ευρώ /ανά τ.μ. στα δυτικά προάστια του Λεκανοπεδίου και αυξάνονται σημαντικά ανάλογα με την τοποθεσία του ακινήτου και τις ειδικές συνθήκες της περιοχής, φθάνοντας μέχρι και τα 12,99 ευρώ/ τ.μ. στα νότια προάστια. Το κατώτατο ενοίκιο με βάση τη μέση ζητούμενη τιμή διαμορφώνεται επομένως πάνω από 450 ευρώ για διαμέρισμα των 60 τ.μ., αντίτιμο μεγαλύτερο του ημίσεος περίπου του μικτού κατώτατου μισθού.
Σημαντικό ρόλο παίζει και ο λεγόμενος οικιστικός κορεσμός: Η συγκέντρωση του πληθυσμού στα μεγάλα αστικά κέντρα προκαλεί δυσανάλογη πίεση στην αγορά κατοικίας, ενώ οι περιφερειακές πόλεις αποδυναμώνονται. Στις μεγάλες αστικές συγκεντρώσεις ή στις εδαφικά περιορισμένες περιοχές (νησιά) η οικιστική επέκταση (νόμιμη ή αυθαίρετη) έχει ξεπεράσει σε πολλές περιπτώσεις τα ανεκτά όρια επέκτασης οικισμών.
Ως επιπλέον αιτίες που επιτείνουν το στεγαστικό πρόβλημα είναι ακόμη το υπάρχον κληρονομικό δίκαιο και οι χρονοβόρες διαδικασίες για την ολοκλήρωση της αποδοχής ενός κληροδοτήματος, επιπλέον η πιστωτική πολιτική που φαίνεται να αποθαρρύνει τους ενδιαφερομένους αγοραστές να επιλέξουν ένα στεγαστικό, το πρόγραμμα ‘’Golden Visa’’ για τη χορήγηση αδειών διαμονής- «υπάρχουν περιπτώσεις πώλησης ακινήτων σε εξωφρενικές τιμές συγκριτικά με την πραγματική τους αξία», όπως επισημαίνεται σχετικά, αλλά και το θέμα των υποβαθμισμένων περιοχών: «Πρακτικά η αναβάθμιση υποβαθμισμένων περιοχών των μεγαλουπόλεων έχει αφεθεί ολοκληρωτικά στην ιδιωτική πρωτοβουλία με την αύξηση των τουριστικών αφίξεων και την ανάπτυξη της δραστηριότητας των βραχυχρόνιων μισθώσεων να αποδεικνύεται ιδιαίτερα επιδραστική και επωφελής σε ορισμένες γειτονιές των αστικών κέντρων. Τα ακίνητα όμως των αναβαθμισμένων αστικών σημείων, συνηθέστερα αξιοποιούνται για επιχειρηματική δραστηριότητα, συμπαρασύροντας τελικά και μάλιστα απότομα τις τιμές και όσων ακινήτων διατίθενται για οικιστική ή επαγγελματική χρήση στις ίδιες περιοχές. Η απότομη και ραγδαία αύξηση των απαιτήσεων των ιδιοκτητών, συχνά οδηγεί σε “βίαιη” απομάκρυνση νοικοκυριών και επιχειρήσεων, ιδίως εάν αδυνατούν να ανταποκριθούν στις απαιτούμενες αυξήσεις», σχολιάζει ο μελετητικός φορέας για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις της χώρας που υποστηρίζει επιστημονικά τη ΓΣΕΒΕΕ.
Το ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, πέραν όλων των άλλων εστιάζει σε τρεις βασικές βραχυπρόθεσμες και τρεις ακόμη μακροπρόθεσμες παρεμβάσεις.
Στις βραχυπρόθεσμες περιλαμβάνονται η ενίσχυση διαθέσιμου εισοδήματος νοικοκυριών, η αποσύνδεση της ακίνητης περιουσίας από την άδεια διαμονής, αλλά και η επιτάχυνση δικαιοσύνης – αδειοδοτικών διαδικασιών.
Αντίστοιχα σε πιο μακροπρόθεσμο ορίζοντα και λαμβάνοντας υπόψη τις δυσκολίες του όλου εγχειρήματος, προτείνονται, μεταξύ άλλων, παρεμβάσεις σε σχέση με την αποκέντρωση της οικονομικής δραστηριότητας, την πολιτική κατεδαφίσεων, αλλά και τα κίνητρα μετεγκατάστασης.
Ως προς τις βραχυπρόθεσμες παρεμβάσεις και δη την ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών «αυτή δεν μπορεί να προκύπτει μόνο από τη θεμιτή πολιτική αύξησης των μισθών ή συντάξεων. Άλλωστε ο ρυθμός αύξησης αυτής της κατηγορίας εισοδημάτων είναι μικρότερος του ρυθμού αύξησης του κόστους διαβίωσης και του κόστους στέγασης, ιδίως υπό το πρίσμα της σωρευτικής μείωσης της αγοραστικής δύναμης την τελευταία δεκαπενταετία».
Διαβάστε περισσότερα στο newmoney.gr
Στην τελευταία του ανάλυση με τίτλο «Στεγαστικό ζήτημα και πολιτικές επίλυσής» το ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ εστιάζει σε 10 βασικές παραμέτρους που έχουν οξύνει το πρόβλημα τα τελευταία χρόνια και αναφέρει τουλάχιστον 3 παρεμβάσεις σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα και 3 ακόμη σε μακροπρόθεσμο που θα μπορούσαν να μετριάσουν το πρόβλημα.
Οι 10 αιτίες
Ως προς τις κύριες αιτίες προβλήματος νούμερο 1 είναι η προσφορά και ζήτηση και ακολουθεί η συγκέντρωση οικονομικής – κοινωνικής δραστηριότητας με την ολοένα και μεγαλύτερη συγκέντρωση της οικονομικής δραστηριότητας σε μεγάλα αστικά κέντρα που αυξάνει διαρκώς τις πληθυσμιακές ροές, αλλά και το ενεργειακό κόστος και η φορολογική επιβάρυνση των ιδιοκτητών. Μία ακόμη πολύ σημαντική αιτία έχει να κάνει με το κόστος ενοικίου και το κόστος ιδιοκατοίκησης: Σύμφωνα με τα δεδομένα του ΟΟΣΑ, η αναλογία τιμής κατοικίας προς εισόδημα στην Ελλάδα έχει αυξηθεί κατά 25% από το 2015, καθιστώντας την αγορά κατοικίας όλο και πιο απρόσιτη για τα χαμηλά ακόμα και τα μεσαία εισοδηματικά στρώματα. Παράλληλα, ο δείκτης τιμής προς ενοίκιο έχει επίσης αυξηθεί σημαντικά, υποδηλώνοντας πιθανή υπερτίμηση της αγοράς ακινήτων.Σε περιοχές όπως η Αττική, σε ότι αφορά τουλάχιστον το αιτούμενο ενοίκιο, οι φθηνότερες προσφερόμενες κατοικίες κοστολογούνται με τη μέση τιμή στα 8,89 ευρώ /ανά τ.μ. στα δυτικά προάστια του Λεκανοπεδίου και αυξάνονται σημαντικά ανάλογα με την τοποθεσία του ακινήτου και τις ειδικές συνθήκες της περιοχής, φθάνοντας μέχρι και τα 12,99 ευρώ/ τ.μ. στα νότια προάστια. Το κατώτατο ενοίκιο με βάση τη μέση ζητούμενη τιμή διαμορφώνεται επομένως πάνω από 450 ευρώ για διαμέρισμα των 60 τ.μ., αντίτιμο μεγαλύτερο του ημίσεος περίπου του μικτού κατώτατου μισθού.
Σημαντικό ρόλο παίζει και ο λεγόμενος οικιστικός κορεσμός: Η συγκέντρωση του πληθυσμού στα μεγάλα αστικά κέντρα προκαλεί δυσανάλογη πίεση στην αγορά κατοικίας, ενώ οι περιφερειακές πόλεις αποδυναμώνονται. Στις μεγάλες αστικές συγκεντρώσεις ή στις εδαφικά περιορισμένες περιοχές (νησιά) η οικιστική επέκταση (νόμιμη ή αυθαίρετη) έχει ξεπεράσει σε πολλές περιπτώσεις τα ανεκτά όρια επέκτασης οικισμών.
Ως επιπλέον αιτίες που επιτείνουν το στεγαστικό πρόβλημα είναι ακόμη το υπάρχον κληρονομικό δίκαιο και οι χρονοβόρες διαδικασίες για την ολοκλήρωση της αποδοχής ενός κληροδοτήματος, επιπλέον η πιστωτική πολιτική που φαίνεται να αποθαρρύνει τους ενδιαφερομένους αγοραστές να επιλέξουν ένα στεγαστικό, το πρόγραμμα ‘’Golden Visa’’ για τη χορήγηση αδειών διαμονής- «υπάρχουν περιπτώσεις πώλησης ακινήτων σε εξωφρενικές τιμές συγκριτικά με την πραγματική τους αξία», όπως επισημαίνεται σχετικά, αλλά και το θέμα των υποβαθμισμένων περιοχών: «Πρακτικά η αναβάθμιση υποβαθμισμένων περιοχών των μεγαλουπόλεων έχει αφεθεί ολοκληρωτικά στην ιδιωτική πρωτοβουλία με την αύξηση των τουριστικών αφίξεων και την ανάπτυξη της δραστηριότητας των βραχυχρόνιων μισθώσεων να αποδεικνύεται ιδιαίτερα επιδραστική και επωφελής σε ορισμένες γειτονιές των αστικών κέντρων. Τα ακίνητα όμως των αναβαθμισμένων αστικών σημείων, συνηθέστερα αξιοποιούνται για επιχειρηματική δραστηριότητα, συμπαρασύροντας τελικά και μάλιστα απότομα τις τιμές και όσων ακινήτων διατίθενται για οικιστική ή επαγγελματική χρήση στις ίδιες περιοχές. Η απότομη και ραγδαία αύξηση των απαιτήσεων των ιδιοκτητών, συχνά οδηγεί σε “βίαιη” απομάκρυνση νοικοκυριών και επιχειρήσεων, ιδίως εάν αδυνατούν να ανταποκριθούν στις απαιτούμενες αυξήσεις», σχολιάζει ο μελετητικός φορέας για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις της χώρας που υποστηρίζει επιστημονικά τη ΓΣΕΒΕΕ.
Οι παρεμβάσεις
Το ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, πέραν όλων των άλλων εστιάζει σε τρεις βασικές βραχυπρόθεσμες και τρεις ακόμη μακροπρόθεσμες παρεμβάσεις.Στις βραχυπρόθεσμες περιλαμβάνονται η ενίσχυση διαθέσιμου εισοδήματος νοικοκυριών, η αποσύνδεση της ακίνητης περιουσίας από την άδεια διαμονής, αλλά και η επιτάχυνση δικαιοσύνης – αδειοδοτικών διαδικασιών.
Αντίστοιχα σε πιο μακροπρόθεσμο ορίζοντα και λαμβάνοντας υπόψη τις δυσκολίες του όλου εγχειρήματος, προτείνονται, μεταξύ άλλων, παρεμβάσεις σε σχέση με την αποκέντρωση της οικονομικής δραστηριότητας, την πολιτική κατεδαφίσεων, αλλά και τα κίνητρα μετεγκατάστασης.
Οι 3 βραχυπρόθεσμες παρεμβάσεις…
Ως προς τις βραχυπρόθεσμες παρεμβάσεις και δη την ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών «αυτή δεν μπορεί να προκύπτει μόνο από τη θεμιτή πολιτική αύξησης των μισθών ή συντάξεων. Άλλωστε ο ρυθμός αύξησης αυτής της κατηγορίας εισοδημάτων είναι μικρότερος του ρυθμού αύξησης του κόστους διαβίωσης και του κόστους στέγασης, ιδίως υπό το πρίσμα της σωρευτικής μείωσης της αγοραστικής δύναμης την τελευταία δεκαπενταετία».Διαβάστε περισσότερα στο newmoney.gr
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr