Το νέο βιβλίο της Βιολέττας Μπουτοπούλου- Χασάνου για την ιστορία της Άμπλιανης

 Με μακρά παρουσία στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, στον συνδικαλισμό και στα κοινά, συγκέντρωσε και καταγράφει, μετά από επίμονη προσωπική έρευνα, τις μνήμες ενός ορεινού χωριού της Ευρυτανίας

Η Βιολέττα Μπουτοπούλου-Χασάνου έχει αφιερώσει σημαντικό μέρος της ζωής και της συγγραφικής της δραστηριότητας στην καταγραφή της ιστορίας, των ανθρώπων και των παραδόσεων της Άμπλιανης, ενός ορεινού χωριού της Νοτιοανατολικής Ευρυτανίας. Χωρίς την ιδιότητα του επαγγελματία ιστορικού και χωρίς να διεκδικεί έναν τέτοιο ρόλο, αφιέρωσε χρόνια στη συγκέντρωση στοιχείων, μαρτυριών και τεκμηρίων, επιχειρώντας να διασώσει όσα ο χρόνος, η ερήμωση της υπαίθρου και η φυσική απώλεια των παλαιότερων γενεών απειλούν να σβήσουν.

Η σχέση της με την Άμπλιανη δεν είναι περιστασιακή. Γεννήθηκε και κατοικεί μόνιμα με την οικογένειά της στη Μακύνεια Ναυπακτίας, όμως το ορεινό χωριό της Ευρυτανίας, τόπος καταγωγής του συζύγου της, έγινε σταδιακά και δικός της τόπος αναφοράς. Η ίδια γράφει ότι αγάπησε πολύ την Άμπλιανη και ότι μέσα από τα βιβλία της προσπάθησε να αναδείξει το χωριό, την ιστορία και τις παραδόσεις του. Η Άμπλιανη είναι ένας τόπος που σχεδόν επιβάλλει αυτή τη σχέση με τη μνήμη. Χτισμένη σε υψόμετρο περίπου 1.220 μέτρων και σε απόσταση περίπου 62 χιλιομέτρων από το Καρπενήσι, βρίσκεται μέσα σε ένα πυκνό ορεινό τοπίο, ανάμεσα σε έλατα και πηγές. Ακριβώς στις πολλές μικρές πηγές της περιοχής, τους λεγόμενους «αμπλάδες», αποδίδεται και η ονομασία του χωριού.

Η γεωγραφία καθόρισε σε μεγάλο βαθμό και τη ζωή των ανθρώπων του. Οι δύσκολοι χειμώνες οδήγησαν από παλιά πολλούς Αμπλιανίτες σε εποχικές μετακινήσεις προς χαμηλότερα υψόμετρα, κυρίως προς την περιοχή του Μεσολογγίου αλλά και προς τη Λαμία. Έτσι δημιουργήθηκε μια ιδιαίτερη κοινότητα ανθρώπων που μπορούσε να βρίσκεται μακριά από το χωριό για μεγάλο μέρος του χρόνου, χωρίς όμως να χάνει τον δεσμό μαζί του.
Αυτή ακριβώς την ιδιαιτερότητα φαίνεται ότι διέκρινε και η Βιολέττα Μπουτοπούλου-Χασάνου. Στα γραπτά της δεν αντιμετωπίζει την Άμπλιανη απλώς ως γεωγραφικό τόπο  αλλά ως συνέχεια γενεών και κυρίως ως μια δεξαμενή μνήμης που χρειάζεται καταγραφή για να επιβιώσει.

Η ίδια είχε, άλλωστε, από νωρίς έντονη παρουσία στα κοινά. Εργάστηκε ως γραμματέας στις τότε Κοινότητες Άμπλιανης Ευρυτανίας και Μακύνειας Αιτωλοακαρνανίας. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος και γραμματέας του Τμήματος Ναυπακτίας του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, συνεργάστηκε για χρόνια με την Ιερά Μητρόπολη Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου και με το περιοδικό «Ναύς», ενώ υπήρξε συνεργάτης της εφημερίδας της Εκκλησίας της Ελλάδος «Εκκλησιαστική Αλήθεια». Παράλληλα, ανέπτυξε έντονη συνδικαλιστική δραστηριότητα. Υπήρξε ιδρύτρια και πρόεδρος του Συλλόγου Κοινοτικών Υπαλλήλων Ναυπακτίας και Δωρίδας, αντιπρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Κοινοτικών Υπαλλήλων, καθώς και ιδρύτρια και πρόεδρος του Συλλόγου Συνταξιούχων Κοινοτικών Υπαλλήλων Αιτωλοακαρνανίας. Στο βιογραφικό της καταγράφεται ακόμη η μακρόχρονη παρουσία της στην Πανελλήνια Ομοσπονδία Συνταξιούχων Κοινοτικών Υπαλλήλων και η δραστηριότητά της για ζητήματα που αφορούσαν τα δικαιώματα των εργαζομένων στην Τοπική Αυτοδιοίκηση.

Η γραφή ήρθε ως φυσική συνέχεια αυτής της διαδρομής. Για χρόνια δημοσίευε κείμενα διαφορετικού χαρακτήρα – από βιβλιοκριτικές και συνδικαλιστικά θέματα μέχρι ζητήματα Τοπικής Αυτοδιοίκησης, εκκλησιαστικά, κοινωνικά  και πολιτιστικά θέματα σε τοπικές και πανελλήνιες εκδόσεις. Δεν ήταν επομένως μια ξαφνική στροφή προς τη συγγραφή, αλλά η εξέλιξη μιας μακρόχρονης σχέσης με την καταγραφή. Το 2008 εξέδωσε το ένθετο «Η Άμπλιανη σήμερα» και τρία χρόνια αργότερα, το 2011, το βιβλίο «Αυτοδιοικητικά και άλλα στοιχεία Άμπλιανης Ευρυτανίας». Ακολούθησε το 2019 το «Εκκλησιαστικά, Εκπαιδευτικά και άλλα στοιχεία Άμπλιανης Ευρυτανίας», έργο που τιμήθηκε την ίδια χρονιά από την Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών με Α΄ Βραβείο ολοκληρωμένου έργου χρονικού μαρτυρίας στον Πανελλήνιο και Παγκύπριο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό της Ένωσης. Τώρα ακολούθησε το βιβλίο «Αμπλιανίτες Μαχητές στην Μικρασιατική εκστρατεία».

Στα βιβλία αυτά μπορεί κανείς να διακρίνει μια σταθερή κατεύθυνση, δηλαδή την προσπάθεια να συγκεντρωθούν πληροφορίες οι οποίες διαφορετικά θα έμεναν διασκορπισμένες σε αρχεία, οικογενειακές αφηγήσεις, παλιές φωτογραφίες ή στη μνήμη των ηλικιωμένων. Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι η ιστορία του τελευταίου βιβλίου της. Η αφορμή δόθηκε από την πρόταση των Γενικών Αρχείων του Κράτους – Τμήματος Ευρυτανίας και της Πανευρυτανικής Ένωσης να συμμετάσχει σε εκδήλωση για τη συμπλήρωση εκατό χρόνων από τη Μικρασιατική Εκστρατεία. Η συγγραφέας άρχισε τότε μια έρευνα που, όπως σημειώνει η ίδια, διήρκεσε μήνες, προκειμένου να εντοπίσει στοιχεία για Αμπλιανίτες που είχαν πάρει μέρος στη Μικρασιατική Εκστρατεία. Αναζήτησε στοιχεία, επικοινώνησε με συγγενείς, συγκέντρωσε φωτογραφικό υλικό και κατέγραψε προσωπικές ιστορίες. Η ίδια αναγνωρίζει ότι είναι πιθανό να μην κατάφερε να τους συμπεριλάβει όλους. Αυτό όμως προσδίδει στο εγχείρημα μια ιδιαίτερη εντιμότητα. Δεν παρουσιάζει την έρευνά της ως οριστική ιστορική απογραφή, αλλά ως μια επίμονη προσπάθεια να σωθούν όσο το δυνατόν περισσότερα ονόματα και ιστορίες.

«Χωρίς να έχω καμία προσωπική γνώση, παρά μόνον ό,τι έχω διαβάσει για τη Μικρασιατική υπόθεση, νιώθω την ιστορία της περιπέτειας αυτής σαν να την έζησα», γράφει στις σκέψεις που συνοδεύουν το βιβλίο της. Και εξηγεί ουσιαστικά το βαθύτερο κίνητρό της, να μείνει ζωντανό ένα κομμάτι της ιστορικής μνήμης της Άμπλιανης και να μπορούν οι απόγονοι να γνωρίζουν και να αισθάνονται υπερηφάνεια για τους προγόνους τους. Σε μια εποχή κατά την οποία πολλά ορεινά χωριά χάνουν μαζί με τον πληθυσμό τους και τους τελευταίους ανθρώπους που μπορούν να αφηγηθούν από πρώτο χέρι την ιστορία τους, τέτοιες πρωτοβουλίες αποκτούν μεγαλύτερη σημασία. Δεν αντικαθιστούν την επιστημονική ιστορική έρευνα ούτε φιλοδοξούν να το κάνουν. Συμπληρώνουν όμως ένα κρίσιμο κενό και καταγράφουν την τοπική μνήμη προτού αυτή χαθεί.

Η Άμπλιανη έχει πίσω της μια μεγάλη διαδρομή. Πριν από την Επανάσταση του 1821 αναφέρεται ως ένας από τους σημαντικότερους οικισμούς της Ευρυτανίας, ενώ στη νεότερη ιστορία της γνώρισε τις συνέπειες της Κατοχής και της πυρπόλησης του χωριού από τους Γερμανούς. Παράλληλα διατήρησε ιδιαίτερα πολιτιστικά χαρακτηριστικά, από την παραδοσιακή γυναικεία φορεσιά έως τα υφαντά και τα τοπικά έθιμα. Αυτόν τον μικρό αλλά ιστορικά πυκνό κόσμο επιχειρεί εδώ και χρόνια να καταγράψει η Βιολέττα Μπουτοπούλου-Χασάνου. Και ίσως εκεί βρίσκεται η ουσία της προσφοράς της. Όχι μόνο στα βιβλία που έγραψε ή στις διακρίσεις που απέσπασε, αλλά στην επιμονή της να ψάξει ένα όνομα, μια φωτογραφία, μια οικογενειακή μαρτυρία, ένα γεγονός που διαφορετικά μπορεί να χανόταν. 

Η ιστορία ενός τόπου δεν βρίσκεται μόνο στα μεγάλα γεγονότα. Βρίσκεται και στα ονόματα των ανθρώπων του, στα σχολεία και στις εκκλησίες του, στις κοινότητές του, στους ανθρώπους που έφυγαν για τον πόλεμο και γύρισαν – ή δεν γύρισαν –, στις οικογένειες που εξακολουθούν να επιστρέφουν στον τόπο των προγόνων τους. Αυτές τις μικρές ψηφίδες συγκεντρώνει η Βιολέττα Μπουτοπούλου-Χασάνου. Και μέσα από αυτές σχηματίζεται η συλλογική μνήμη ενός χωριού που, παρά την απόσταση, το υψόμετρο και τη φθορά του χρόνου, εξακολουθεί να κρατά ισχυρούς δεσμούς με τους ανθρώπους του.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr