Ο πολύπλευρος δημιουργός μιλάει για την επιθυμία να μετατρέπει μια σκιά στον τοίχο, μια φιγούρα στο μπαλκόνι ή ένα φευγαλέο βλέμμα σε πίνακες που ακροβατούν μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας
Μέσα στο ατελιέ του στη Θεσσαλονίκη, ανάμεσα σε καμβάδες που μοιάζουν να πάλλονται από εσωτερική ένταση, ο Αχιλλέας Μεσάικος μιλά με μια ηρεμία που δύσκολα συναντάς σε καλλιτέχνη της γενιάς του. Γεννημένος το 1990, σπούδασε Γραφιστική στο AAS College και από το 2013 χαράζει μια διαδρομή που κινείται με άνεση ανάμεσα στη ζωγραφική, στην εικονογράφηση, στη μουσική και τον σχεδιασμό. Ωστόσο, τίποτα στη δουλειά του δεν μοιάζει κατακερματισμένο, όλα συνδέονται από έναν αόρατο άξονα: το ανθρώπινο συναίσθημα. «Η ζωγραφική δεν ήταν επιλογή, ήταν ανάγκη», ομολογεί. Ως παιδί, εσωστρεφές και παρατηρητικό, βρήκε στο χαρτί έναν χώρο όπου μπορούσε να υπάρξει χωρίς να εξηγεί. Εκεί, η εικόνα λειτουργούσε ως γλώσσα και ως παρηγοριά. Σε επαγγελματικό επίπεδο, η επιβεβαίωση ήρθε στα πρώτα του βήματα ως εικονογράφος, όταν πούλησε τα πρώτα του έργα και κατάλαβε ότι αυτός ο ιδιωτικός κόσμος μπορούσε να σταθεί δημόσια, χωρίς να προδώσει την ευαισθησία του.
Η τέχνη του Μεσάικου σε καλεί να πλησιάσεις, να σταθείς λίγο περισσότερο μπροστά στο έργο, να αφουγκραστείς την ατμόσφαιρα. Οι φιγούρες του, συχνά μοναχικές, μοιάζουν βυθισμένες σε μια εσωτερική διαδρομή. Δεν αφηγούνται μια σαφή ιστορία, όμως υπαινίσσονται μια κατάσταση.
Ρωτώ από πού ξεκινά μια δημιουργία του. Από συναίσθημα, εικόνα ή ιδέα; «Δεν υπάρχει συγκεκριμένος τρόπος», απαντά. «Αλλοτε είναι ένα έντονο συναίσθημα που ζητά διέξοδο. Αλλοτε μια φωτογραφία, μια σκηνή από ταινία, ένα τυχαίο βλέμμα στον δρόμο». Τα τελευταία χρόνια, όμως, έχει στραφεί περισσότερο προς το υποσυνείδητο. «Με ενδιαφέρει το όνειρο, το μεταίχμιο, εκεί όπου η πραγματικότητα χάνει τα σαφή της περιγράμματα». Παλαιότερα η καθημερινότητα της πόλης ήταν η βασική του πρώτη ύλη: τα μπαλκόνια, οι σκιές στους τοίχους, οι σιωπές των ανθρώπων στα λεωφορεία. Σήμερα αυτά τα στοιχεία παραμένουν, αλλά λειτουργούν ως σκηνικό για κάτι πιο εσωτερικό. Οι μορφές του συχνά δεν έχουν καθαρά χαρακτηριστικά, είναι σαν να εκπροσωπούν μια συλλογική εμπειρία. «Δεν θέλω να κατευθύνω τον θεατή. Μου φαίνεται εγωιστικό να επιβάλλεις ένα συγκεκριμένο μήνυμα», εξηγεί.
Η τέχνη, στην εποχή της αδιάκοπης ερμηνείας, καλείται διαρκώς να εξηγηθεί. Ο Μεσάικος, ωστόσο, γέρνει προς την ανοιχτή ανάγνωση. «Αν ένας καλλιτέχνης θέλει να κάνει δήλωση, οφείλει να είναι σαφής. Αν όμως στόχος είναι η δημιουργία ατμόσφαιρας, τότε το έργο πρέπει να αναπνέει μόνο του». Στη δική του περίπτωση, το χρώμα παίζει καθοριστικό ρόλο. «Το αντιμετωπίζω ως συναίσθημα. Δεν είναι δομικό εργαλείο, είναι παλμός», λέει για τις χρωματικές του επιλογές, που άλλοτε σκοτεινές, άλλοτε φωτεινές σε υποβάλλουν.
Ζούμε σε μια εποχή θορύβου, εικόνων που καταναλώνονται γρήγορα. Πώς προστατεύεται; «Περνώ πολύ χρόνο στο ατελιέ μου», λέει. Το ατελιέ του το έχει διαμορφώσει ως καταφύγιο, έναν χώρο ασφάλειας όπου μπορεί να αφεθεί. Εκεί η διαδικασία της υλοποίησης είναι για εκείνον πιο συναρπαστική από τη στιγμή της ολοκλήρωσης. «Οταν τελειώνει ένα έργο, ακολουθεί συχνά ένα μικρό κενό. Σαν να αποχωρίζεσαι κάτι». Η έκθεση μιας δημιουργίας είναι ταυτόχρονα και έκθεση του εαυτού. Ο Μεσάικος απολαμβάνει αυτή την επικοινωνία. «Το έργο χρειάζεται το βλέμμα του άλλου για να ολοκληρωθεί». Το feedback δεν το αντιμετωπίζει ως κριτική, αλλά ως διάλογο. Κάθε συνάντηση με το κοινό είναι μια ευκαιρία να δει τη δουλειά του μέσα από μια άλλη οπτική.
Παράλληλα, η μουσική αποτελεί έναν ακόμη τρόπο έκφρασης. Δεν τη βλέπει ανταγωνιστικά προς τη ζωγραφική, αλλά συμπληρωματικά. «Ο ήχος και η εικόνα έχουν κοινό ρυθμό», σημειώνει. Υπάρχει, μάλιστα, μέσα του η επιθυμία να εξερευνήσει στο μέλλον τον κινηματογράφο και τη σκηνοθεσία, να ενώσει δηλαδή εικόνα, κίνηση και ήχο σε μια ενιαία αφήγηση.
Υπάρχουν έργα του βαθιά αυτοαναφορικά, ακόμη κι αν αυτό δεν είναι εμφανές στον θεατή. «Μιλούν για εμένα, αλλά με τρόπο που να μπορεί να ταυτιστεί και κάποιος άλλος», λέει, και ίσως αυτό να είναι και η ουσία της τέχνης του: να μετατρέπει το προσωπικό σε κοινό τόπο. Οσο για την επιτυχία; «Για τον καθένα σημαίνει κάτι διαφορετικό. Για μένα είναι η εσωτερική πληρότητα και η ηρεμία». Δεν τον ενδιαφέρει η επιφανειακή αναγνώριση όσο η αίσθηση ότι παραμένει συνεπής με τον εαυτό του.
Φεύγοντας από μια έκθεσή του, δεν επιθυμεί ο θεατής να πάρει μαζί του ένα συγκεκριμένο μήνυμα. Θα ήθελε, όμως, να έχει κινητοποιηθεί κάτι μέσα του - μια μνήμη, μια απορία, μια ανεπαίσθητη συγκίνηση. Να έχει ανοίξει ένας μικρός, προσωπικός διάλογος. Γιατί, περισσότερο απ’ όλα, η τέχνη του Αχιλλέα Μεσάικου ζητά να βιωθεί.