Ο Βρετανός δημιουργός αναβάθμισε τη φωτογραφία μόδας και πορτρέτου με μια αισθητική που καθόρισε τον 20ό αιώνα, αποτυπώνοντας την ομορφιά, την αίγλη και τη δύναμη του μεγαλοαστικού μύθου
Ανήκοντας στην εναλλακτική γενεαλογία καλλιτεχνών, δανδής φύσει και θέσει, και μέγας λάτρης των πάρτυ, γνώρισε τις χαρές ενός περιζήτητου καριερίστα που ανέβηκε στην κορυφή των πολυτελών πύργων του Μανχάταν και έγινε τόσο διάσημος όσο τα αστέρια του Μπρόντγουεϊ και οι κοσμικές προσωπικότητες της Παρκ Αβενιου που φωτογράφισε, αφήνοντας το στίγμα του στις τέχνες του 20ού αιώνα. Τώρα, έρχεται η μεγαλειώδης έκθεση «Cecil Beaton’s Fashionable World» στη National Portrait Gallery του Λονδίνου (έως 11/1/26) να αναδείξει την πρωτοποριακή συνεισφορά του στη φωτογραφία μόδας, αλλά και τον άνθρωπο που λάτρεψε και λατρεύτηκε από την υψηλή κοινωνία.
«Best Invitation of the Season» - Το μοντέλο Νίνα ντε Βο με δημιουργία Balmain (1951) [The Condé Nast Archive, New York]
Γιος ενός Βρετανού εμπόρου ξυλείας, γεννήθηκε σε εύπορη οικογένεια, αλλά κατόρθωσε να ανελιχθεί στις ανώτατες κοινωνικές τάξεις απορρίπτοντας νωρίς τους γονείς του που δεν ήταν αρκετά πλούσιοι. Αναγκασμένος να δουλεύει για τα χρήματα, αρχικά είδε τη φωτογραφία ως περιστασιακή απασχόληση στις επαγγελματικές δυσκολίες που αντιμετώπιζε. Στην ηλικία των 11 έλαβε ως δώρο την πρώτη του φωτογραφική μηχανή. Με αυτήν προσπάθησε να αναπαράγει εικόνες μόδας από καρτ ποστάλ και περιοδικά. Οταν μπήκε στο Κέιμπριτζ, αδιαφορούσε για τις σπουδές και αφιερώθηκε στη φωτογραφία και στον σχεδιασμό κοστουμιών για τη θεατρική λέσχη. Του άρεσε να ντύνεται εκκεντρικά και να φωτογραφίζει κόσμο σε πάρτυ.
Η Οντρεϊ Χέπμπορν με το φόρεμα που σχεδίασε ο Μπίτον για την «Ωραία μου Κυρία» (1963) [The Cecil Beaton Studio Archive, London]
Το πέρασμά του από φοιτητής στις πρώτες φωτογραφίες των νεαρών θαμώνων του αριστοκρατικού Λονδίνου -η εποχή των «Bright Young Things» στα 20s και 30s- μέχρι τις φωτογραφίες των βασιλιάδων και το πολεμικό ρεπορτάζ τον έβαλε στον παγκόσμιο χάρτη. Είχε ήδη αφήσει το στίγμα του στο Λονδίνο ως συνεργάτης της βρετανικής «Vogue» όταν επισκέφτηκε για πρώτη φορά τη Νέα Υόρκη το 1928 ως ένα 24χρονο παιδί-θαύμα. Σχεδόν αμέσως ξεκίνησε τη μακρά του συνεργασία με την αμερικανική «Vogue» ως φωτογράφος, εικονογράφος και συγγραφέας. Κατάφερε με την οξυδέρκεια και τη γοητεία του να σαγηνέψει σταρ της εποχής και την αριστοκρατία, κάνοντας τις ηλικιωμένες χήρες να φαίνονται νέες στον φακό του και μεταμορφώνοντας καλλιτέχνες σε διασημότητες. Ως χαρακτήρας ήταν τόσο κακεντρεχής και επιρρεπής σε κουτσομπολιά ώστε έκανε τον Ζαν Κοκτό να τον χαρακτηρίσει ως «Η Κακία στη Χώρα των Θαυμάτων».
Η Μέριλιν Μονρόε ως «Venus Unmasked» (1956) [London, National Portrait Gallery]
Τα ταλέντα του έδρεψαν δάφνες και ο Μπίτον αποθανάτισε μια εποχή όπου οι πλούσιοι ξεχώριζαν από το κομψό τους ντύσιμο. Νοσταλγούσε τα παιδικά του χρόνια, την εδουαρδιανή εποχή, καθώς η θεατρικότητα εκείνης της περιόδου είναι έντονη σε όλες τις φωτογραφίες του. Στο θέατρο και την όπερα αναδημιουργούσε τα βελούδινα της παριζιάνικης Μπελ Επόκ, ενώ από το σπίτι του στο Λονδίνο ταξίδευε ασταμάτητα και έμενε για καιρό στο Μανχάταν δημιουργώντας έναν μοναδικό μύθο μεγαλοαστού. Εκτός από το ότι εφηύρε τον εαυτό του -την εμφάνισή του, τη φωνή του, τη λαμπερή περσόνα του-, εφηύρε και μια μοναδική γλώσσα στη φωτογραφική τέχνη: απεικόνισε άψογα την εδουαρδιανή περίοδο για το θέατρο και τον κινηματογράφο, σχεδιάζοντας τα πιο ασυνήθιστα κοστούμια και τα πιο περίτεχνα σκηνικά.
Ήταν τόσο κουτσομπολης που ο Ζαν Κοκτό τον αποκαλούσε «Η Κακία στη Χώρα των Θαυμάτων»
Δημιουργώντας εμβληματικά πορτρέτα που καθόρισαν την αισθητική του 20ού αιώνα με τους τιτάνες της τέχνης Λούσιαν Φρόιντ, Φράνσις Μπέικον, αστέρων του Χόλιγουντ όπως οι Μάρλον Μπράντο, Μέριλιν Μονρόε, Ελίζαμπεθ Τέιλορ, Γκρέτα Γκάρμπο, Κάθριν Χέπμπορν, Μάρλεν Ντίτριχ, προσωπικοτήτων όπως οι Κοκό Σανέλ, Μαρία Κάλλας και πληθώρα άλλων, συνέβαλε στη διαμόρφωση της εικόνας τόσο των σταρ του κινηματογράφου όσο και της βρετανικής βασιλικής οικογένειας.
Ελίζαμπεθ Τέιλορ (1955) [The Cecil Beaton Studio Archive, London]
Η Οντρεϊ Χέπμπορν με το φόρεμα που σχεδίασε ο Μπίτον για την ταινία «Ωραία μου Κυρία» -και του χάρισε το Οσκαρ- υπήρξε ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά μοντέλα του. Φωτογράφιζε συχνά και τις αδελφές του, οι οποίες αποτέλεσαν τα πρώτα του μοντέλα και τον ενέπνευσαν στα πρώτα του καλλιτεχνικά βήματα. Προσκλήθηκε μάλιστα να φωτογραφίσει τους βασιλείς διαφόρων χωρών και από το 1937 έγινε φωτογράφος της αυλής της βρετανικής βασιλικής οικογένειας, απαθανατίζοντας τη βασίλισσα Ελισάβετ Β’ και την πριγκίπισσα Μαργαρίτα.
Νάνσι Χάρις (1946) [The Condé Nast Archive, New York]
Το τέλος του πολέμου που σηματοδότησε μια νέα εποχή κομψότητας τού έδωσε την ευκαιρία να αιχμαλωτίσει τη νεωτερικότητα της υψηλής μόδας των 50s. Αμετρα φιλόδοξος, έθεσε στο στόχαστρό του τη Νέα Υόρκη ως «αποταμιευτήρα χρυσού», όταν οι χιλιάδες μετανάστες κατέφταναν στη «γη της επαγγελίας» ρακένδυτοι, διαμένοντας σε πολυτελείς σουίτες ξενοδοχείων, τις οποίες ανακαίνιζε σε ένα στυλ που ονόμασε «ιαπωνικό art nouveau» με αντάλλαγμα τη διαμονή, κάνοντας ολόκληρη την πόλη μια δική του παιδική χαρά ή ακροβατώντας στις ψηλές γέφυρες σε ευφάνταστες λήψεις. Το Λονδίνο, το Παρίσι, η Νέα Υόρκη και το Χόλιγουντ υποκλίνονταν στον πιο εφευρετικό, πειστικό και αφοπλιστικό αριβίστα.
«The Second Age of Beauty is Glamour» (1946) [The Condé Nast Archive, New York]
«Θα ήθελα να κοιμηθώ μαζί του απλώς για να τον χαϊδέψω και μετά να με πάρει ο ύπνος», είχε δηλώσει ο Φρεντ Αστέρ, ενώ φημολογείται πως η αδελφή του, η Αντέλ, είχε μυήσει τον Μπίτον στις απολαύσεις του ετερόφυλου σεξ. Οι άνθρωποι που τον γοήτευαν είχαν αίγλη που τη συνόδευε ο μεγαλοαστικός μύθος. Αυτό του άρεσε να αποδίδει σε εικόνες. Οταν κατέβαζε τη μηχανή, όμως, χρησιμοποιούσε μια αιχμηρή γλώσσα με δριμύτατη κριτική.
Πριγκίπισσα Εμελιν ντε Μπρέιγ (1928) [The Cecil Beaton Studio Archive, London]
Ο Μπίτον περιέγραφε την Γκρέτα Γκάρμπο ως μονόκερο, τον Τρούμαν Καπότε ως διεστραμμένο χερουβείμ και την Ελσα Μάξγουελ ως παχύσαρκη πεταλούδα. Εκεί που οι φωτογράφοι επεδίωκαν να κάνουν ορατά τα κοινωνικά προβλήματα μιας δύσκολης εποχής και όχι να κολακεύουν διασημότητες, εκείνος φωτογράφιζε τους Σαλβατόρ και Γκαλά Νταλί προστατευμένους από την ενοχλητική πραγματικότητα με μια μάσκα ξιφασκίας.
Από αδημοσίευτη καμπάνια για την εταιρεία γυναικείων ειδών υγιεινής Modess [National Portrait Gallery, London]
Δεν ενστερνίστηκε το μοντερνιστικό κίνημα και το βιομηχανικό μέλλον που οδήγησε σε αιμοδιψείς πολέμους. Κατέγραψε με τον εστέτ τρόπο του την κόλαση και τις κακουχίες των στρατευμάτων κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και με την έμφυτη γενναιότητα και το θάρρος του πετούσε νύχτες ολόκληρες σε πολεμικές ζώνες στην Απω Ανατολή με αεροπλάνα με έλικες και μεταλλικά δάπεδα. Μετά από αυτές τις εμπειρίες, θα γίνει υποστηρικτής της πλήρους απόρριψης του «σθένους», αρνούμενος μαζί με πολλούς νέους της γενιάς του να υπηρετήσει το έθνος, να ζήσει στη σκιά των μυθοποιημένων νεκρών. Ανήκει σε αυτούς που δεν θέλησαν να ξοδέψουν τα νιάτα τους στα χαρακώματα. Αντ' αυτού, πήγαν σε γκαλερί και περιοδικά μόδας για να διεξάγουν τον αισθητικό τους πόλεμο, που πλέον αντιμετωπίζεται ιστορικά ως αντικείμενο τεράστιου ενδιαφέροντος.
Ο κοσμικός της εποχής Στίβεν Τέναντ [National Portrait Gallery, London]
Το 1972 ο Σέσιλ Μπίτον έλαβε τον τίτλο του ιππότη και οκτώ χρόνια αργότερα πέθανε. Μέχρι σήμερα, παραμένει ένα σεβαστό πρόσωπο στην ιστορία της παγκόσμιας φωτογραφίας και πάντα επίκαιρος: φωτογραφίες και βιβλία του αναδημοσιεύονται, νέες εκθέσεις με τα έργα του πραγματοποιούνται, αφού ο Βρετανός δημιουργός κατάφερε να συνδέσει την τέχνη με τη δημοσιότητα και την κοινωνική κουλτούρα, αφήνοντας ανεξίτηλο αποτύπωμα στην αισθητική του 20ού αιώνα ◆
info
«Cecil Beaton’s Fashionable World», National Portrait Gallery, Λονδίνο. Εως 11/1/26