Παναγιώτης Τέτσης: Ο ζωγράφος της Ύδρας και της ύπαρξής μας

Ζωγράφιζε σαν να γράφει ένα ζωντανό μανιφέστο για να μας θυμίζει πως όσο έχουμε το φως και την αλμύρα, καμία ελπίδα δεν χάνεται

«Το τοπίο σκέφτεται τον εαυτό μου μέσα μου- εγώ είμαι η συνείδηση του»  έλεγε κάποτε ο Σεζάν για την ιμπρεσιονιστική του τέχνη και κάπως έτσι με ένα τοπίο που δεν έπαψε να μιλάει, να σκέφτεται και να οργιάζει πανηγυρικά συνδέθηκε με δεσμούς μυστικούς και απαράμιλλους ο Παναγιώτης Τέτσης.

Ίσως δεν θα μπορούσε να φύγει νωρίτερα από τη ζωή καθώς έπρεπε να ολοκληρώσει αρμονικά τον ακριβό της κύκλο, ακριβώς επειδή καλούνταν μέχρι τελευταία στιγμή να ζωντανεύει με συνέπεια τα απτά και πολύτιμα υλικά της ύπαρξης μας. Ζωγράφιζε σαν να γράφει ένα ζωντανό μανιφέστο για να μας θυμίζει πως όσο έχουμε το φως και την αλμύρα, καμία ελπίδα δεν χάνεται.

Κακώς λοιπόν κάποιοι επέμεναν να τον αποκαλούν, με περισσή ευκολία, παραστατικό βάζοντας την εύκολη ταμπέλα σε έναν δημιουργό που μπορεί να έμοιαζε ειρωνικά κλασικός σε μια εποχή ευκολίας.

Ο Τέτσης παρέμενε πιστός στον άξονα των απτών πραγμάτων, της μυστικής εκείνης δόνησης που ο Ελύτης επέμενε πως διαφεντεύει κάθετι ελληνικό και κάθετι δικό μας: Την οξεία της ανωφέρειας του βράχου, την ανεξήγητη σεξουαλική γοητεία ενός κολπίσκου, το αιώνιο κύμα των αμπελώνων, τα υπέρθυρα των εκκλησιών. Μεγέθη μετρήσιμα αλλά και άπιαστα συνάμα σαν τα ανεξήγητα βράχια που επέμενε να ζωγραφίζει ο Τέτσης μέχρι τέλους, την ακροθαλασσιά που νομίζεις ότι τελειώνει την ώρα ακριβώς που αρχίζει. Τόσο αφοσιωμένος ήταν στον ορατό κόσμο ο αμετανόητος αυτός Αρβανίτης, δηλαδή στη φύση και στο χρώμα, που από παντού φώναζε ελευθερία: Ήξερε πως εδω χαμένος στα πελάγη και στα χρώματα βρίσκεται ο λυρισμός της ύπαρξης. Εδώ στέκεται αγέρωχος και πάντοτε ανωθρώσκων την ύψιστη ώρα της ταπεινοσύνης. Γι αυτό και δεν θα μπορούσε να είχε προέλθει από πουθενά αλλού παρά μόνο από την αγαπημένη του Ύδρα.

Δεν είναι τυχαίο άλλωστε πως υπήρξε ο ζωγράφος της: Ο άνθρωπος που τη δόξαζε, που ανδρώθηκε μαζί με τα τέκνα της Σχολής Καλών Τεχνών της Ύδρας, που επέμενε σχολαστικά και στοχαστικά στα μαθήματα των μεγάλων του δασκάλων: του Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα, του Παρθένη και όλων των νοερών συνομιλητών του από τη γενιά του 30 οι οποίοι δεν αποποιήθηκαν την ελληνικότητα υιοθετώντας με τον πλέον παιχνιδιάρικο τρόπο τα μοντερνιστικά τερτίπια.



Ίσως γι'αυτό ο Τέτσης να αγάπησε την καινοτομία αν και πάντα την υψηλή τέχνη είχε στο μυαλό του: Αυτή που είχε αγαπήσει στα ταξίδια του στην Ιταλία αλλά και στις ιμπρεσιονιστικές εξάρσεις της Νοτίου Γαλλίας. Στα έργα του Τέτση βρίσκει έτσι κανείς να στήνουν χορό οι φιγούρες του Ματίς, οι πιο κλασικότροπες κυρίες της αυλής του Φραγκονάρ και οι επιβλητικά ιερές μορφές του Τιτσιάνο. Σίγουρα πάντως οι οργιαστικές σκηνές του παραδείσου του Τιέπολο πρέπει να έλεγαν πολλά περισσότερα στον ίδιο από ό,τι ο Νταλί. Δεν καταλάβαινε, ούτε ασπαζόταν την αμετροέπεια των μεταμοντέρνων και ψαχούλευε να βρει το μεγαλειώδες μέσα από τις αισθήσεις. «Θα ήθελα να ζωγραφίζω ακόμα και τις μυρωδιές» έλεγε ο αγαπημένος του Τέτση Σεζάν και αυτό ήταν περίπου για εκείνον ο πρωταρχικός κανόνας: Οι αισθήσεις που ανακαλούνται μέσα από το βλέμμα πρέπει να είναι η βασική μέριμνα ενός ζωγράφου, σαν μέριμνα του εαυτού, σαν αυτό που πρέπει να δώσει ο ζωγράφος σαν παρακαταθήκη και σαν δώρο στους αιώνες.



Δουλειά του δεν ήταν τόσο να προκαλέσει ή να σοκάρει αλλά να αγαπήσει και να περιβάλλει με αυτή την ευγένεια, που χαρακτήριζε τον ίδιο τον Τέτση στον καθημερινό του βίο, τις εσωτερικές εξάρσεις. Αν τον γνώριζες από κοντά, αυτόν τον προσηνή δημιουργό  που λάτρεψε την τέχνη του και τους ανθρώπους, καταλάβαινες ότι η χρήση των ζεστών χρωμάτων ήταν απλώς η προσπάθειά του να ανακτήσει τη χαμένη ατμόσφαιρα της ανθρωπιάς. Η συζήτηση άλλωστε δεν έπρεπε να φεύγει από τον άνθρωπο και την τέχνη. Αυτό ήταν το αιτούμενο και γι' αυτο ο ίδιος μπορούσε να μιλάει για ώρες και με πάθος για το μετιέ του. 

«Η Ελλάδα ήταν και παραμένει το καταφύγιό του και η ζωγραφική του το μέσο διεκδίκησης ελευθερίας, ομορφιάς και ζωντάνιας και απτών αισθήσεων επιβεβαιώνοντας με τον πιο πειστικό τρόπο τον στοχασμό του Γιάννη Τσαρούχη που έλεγε ότι 'Έλληνας είναι ο καλλιτέχνης που έχει το θάρρος να βλέπει με τα μάτια του και να καλλιεργεί τον έρωτα μέσα του. Όλα τα άλλα είναι αισθητική χειροτεχνία. Η ζωγραφική του Τέτση είναι η έκφραση του εαυτού του, μαι αυθεντική και αισθησιακή εικόνα του κόσμου» έγραφε με ακρίβεια ο καλός του φίλος και επιμελητής της μεγάλης έκθεσης που έλαβε πρόσφατα χώρα στο Ίδρυμα Θεοχαράκης, Τάκης Μαυρωτάς.



Αντίστοιχα πριν λίγες μόλις μέρες ο Παναγιώτης Τέτσης είχε λάβει το βραβείο «Γιάννης Μόραλης» σε τιμητική εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας. Εντυπωσιακή ήταν και η αναδρομική έκθεση στην Εθνική Πινακοθήκη με την Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα, μια αμετανόητη οπαδό της τέχνης του να επιμένει «πως η ζωγραφική του Τέτση δεν είναι ποτέ περιγραφική, μιμητική. Ο θεατής καλείται να αναπλάσει την εικόνα που ερέθισε τον ζωγράφο με τη δική του αίσθηση, απολαμβάνοντας ταυτόχρονα το δημιουργικό γίγνεσθαι, την ορατή ποιητική του έργου». Η ίδια δεν έπαψε άλλωστε ποτέ να τον αποκαλεί «ηδονικό Ελπήνορα»-πόσα αλήθεια θα είχε να προσθέσει στην προσφώνηση αυτή ο Γιώργος Σεφέρης.



Για όλα αυτά ακριβώς η απώλεια του Παναγιώτη Τέτση δεν είναι απλώς η απώλεια ενός ζωγράφου, ενός πανεπιστημιακού δασκάλου και ενός περιώνυμου ονόματος στον χώρο της ιστορίας των καλών τεχνών. Είναι ένα αναπόσπαστο κομμάτι της κληρονομιάς μας, του ταπεινού κλέους που δόξαζε το υπάρχον με τα πιο απτά υλικά και έφτιαχνε μια ποιητική φτιαγμένη από το ελάχιστο. Ήταν μια τέχνη τόσο υψηλή που διατρανώνει απόλυτα την υψηλή ουσία της φωτεινότητας, της διαφάνειας αλλά και της ίδιας της ζωής ως απόλυτου μεγαλείου.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr