Τι ήταν τελικά το «Oracle» της Στέγης δια χειρός Łukasz Twarkοwski;
20.10.202618:59
Βασίλης Τσακίρογλου
Το ζήτημα που απασχολεί τον Łukasz Twarkοwski στο Oracle είναι η Τεχνητή Νοημοσύνη και εν ολίγοις το κλισέ του τρόμου μπροστά στον κίνδυνο της απώλειας εξουσίας του ανθρώπου επί του κατασκευάσματός του
Στο παλιό/καλό Star Trek, ο Κυβερνήτης Κερκ και ο Κύριος Σποκ έπαιζαν σκάκι -αλλά τρισδιάστατο σκάκι. Και υποτίθεται ότι κέρδιζε πάντα ο γήινος Κερκ, απλώς και μόνο επειδή ο εγκέφαλός του, εκ κατασκευής, έχει τη δυνατότητα να σκέπτεται ανορθολογικά. Ενώ ο Σποκ από τον πλανήτη της τετράγωνης λογικής ήταν εγκλωβισμένος στον στεγνό και ανέμπνευστο ρασιοναλισμό του. Εν πάση περιπτώσει, όμως, το σκάκι ήταν τρισδιάστατο, όποιος και εάν κέρδιζε.
Αυτό έχασε όποιος/όποια δεν παρακολούθησε το Oracle του Łukasz Twarkοwski στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση: Το επέκεινα της θεατρικής εμπειρίας, τις επιπλέον διαστάσεις του θεάματος, το πώς είναι να περιεργάζεσαι ένα αντικείμενο ανακαλύπτοντας πλευρές που δεν ήξερες ότι υπάρχουν -ή ότι θα μπορούσαν να υπάρξουν.
Τι δεν έχασε όποιος/όποια αμέλησε ή ατύχησε να εξασφαλίσει θέση σε κάποια από τις ελάχιστες παραστάσεις του Oracle; Την άλωση της δραματουργίας, με την παραδεδεγμένη, τη συντηρητική και συμβατική αν προτιμά κανείς έννοια. Δεν έχασε τον ειρμό μιας ιδέας που να διατρέχει το έργο από την αρχή ως το φινάλε, ακριβώς διότι ο Łukasz Twarkοwski δεν θέλει να έχει τον προφανή, άμεσα αντιληπτό ειρμό στις παραστάσεις του. Η δική του γλώσσα είναι γεμάτη από σπαράγματα και κέρματα στοχασμών, πραγματικών και αναπλασμένων γεγονότων, ένα κοκτέιλ αισθητηριακών ερεθισμάτων που πολιορκούν τον αποδέκτη του μηνύματος και πυρπολούν το μυαλό του, χωρίς απαραιτήτως να αναζητούν λύση -τη μία και μοναδική λύση, τη μία και μοναδική ανάγνωση.
Το Oracle του Łukasz Twarkοwski -όπου «oracle» είναι ο μάντης, ή το μαντείο, ή, ακόμη καλύτερα, το κατά Ηράκλειτον «ο άναξ ου το Μαντείον εστί εν Δελφοίς, ούτε λέγει, ούτε κρύπτει αλλά σημαίνει»- είναι μία ανοιχτή πρόσκληση στον προβληματισμό για το πού οδεύει η ανθρωπότητα. «Για να καταλάβεις τη μηχανή, πρέπει να γίνεις εσύ η μηχανή».
Το ζήτημα που απασχολεί τον Łukasz Twarkοwski στο Oracle είναι η Τεχνητή Νοημοσύνη και εν ολίγοις το κλισέ του τρόμου μπροστά στον κίνδυνο της απώλειας εξουσίας του ανθρώπου επί του κατασκευάσματός του. Είναι βαθύς και πρωτότυπος αυτός ο, από σκηνής, προβληματισμός; Όχι, σαφέστατα όχι. Θα έπρεπε να είναι; Πιθανώς ναι. Αλλά δεν πειράζει. Αρκεί που μέσω του Oracle ο Twarkοwski εγκατέστησε ένα κύκλωμα πυροκροτητών σκέψης για το κοινό του.
Υπ' αυτή την έννοια, οι κατακερματισμένες, καταιγιστικές εικόνες -οπτικές, ηχητικές, αφηρημένες, προσωποποιημένες κ.ο.κ.- του Oracle είναι η συνέχεια και η εξέλιξη ενός μανιφέστου ψυχαγωγίας, μιας τέχνης που ο Łukasz Twarkοwski αντιλαμβάνεται σαν να παίζει με δύο ή τρεις κύβους ρούμπικ ταυτόχρονα. Ένα μανιφέστο νεο-κυβισμού, θα τολμούσε να πει κανείς καθ' υπερβολήν, καθώς το λεξιλόγιό του υπερβαίνει το θέατρο και τη multimedia performance, υπερβαίνει ακόμη και τον ναρκισσιστικό φορμαλισμό που ελλοχεύει στην κατάχρηση αυτών των (σχετικά) νέων εκφραστικών εργαλείων.
Η αλήθεια είναι ότι το ελληνικό κοινό θα πρέπει ευγνωμονεί τη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση για την εισαγωγή του Łukasz Twarkοwski στην καθ' ημάς κουλτούρα προς μέθεξιν, ή, έστω κατανάλωσιν. Και δεν υπάρχει η παραμικρή πρόθεση αυλοκολακείας σε αυτό, εφόσον πρόκειται απλώς για «μετρημένα κουκιά»: Οι τεχνικές και υλικές/οικονομικές προδιαγραφές του θεάτρου που διακονούν καλλιτέχνες όπως ο Twarkοwski, συνεπάγονται τόλμη και χορηγία. Κάτι που, πρωτίστως, σχετίζεται με την ουσία: Ο Twarkοwski δεν σκηνοθετεί και χορογραφεί τους ηθοποιούς του μπροστά στο σκηνικό. Χορογραφεί ταυτόχρονα το σκηνικό και τους ηθοποιούς, τρόπον τινά εξισώνοντάς τα δύο αυτά στοιχεία, αποδίδοντάς τους ίση βαρύτητα στη σύνθεση του τελικού θεάματος.
Τι ήταν το Oracle, συμπερασματικά; Ένα ντελίριο εικόνων, ήχων και νοημάτων, ένα τηλε-θέατρο σε ζωντανή εκτέλεση. Άψογα χορογραφημένο, αν και ασταθές στο βηματισμό του ως προς το βάθος του στοχασμού που ο Łukasz Twarkοwski σκόπευε να εναύσει.
Από την άλλη, και όσο μπορεί κανείς να υπεισέλθει σε συγκεκριμένα ζητήματα υποκριτικής και θεατρικών κωδίκων, η ηθοποιία εκ μέρους όλων ανεξαιρέτως των συντελεστών υπενθύμισε, για μία ακόμη φορά κατ' αντίστιξη, πόσο τελματωμένη είναι η «ελληνική σχολή» στο σύνδρομο του horror vacui.
Ο Twarkοwski, μέσα από χαρακτήρες που ποικίλουν, από τον Άλαν Τούρινγκ, αυτή την δυστυχή διάνοια που εφηύρε την (εφαρμοσμένη) Τεχνητή Νοημοσύνη, μέχρι τη Χέντι Λαμάρ, τη Χιονάτη και μια πνευματίστρια, διδάσκει πώς ο θεατρικός λόγος μπορεί να μεταδοθεί, με την ίδια δύναμη και πειστικότητα, είτε με τα ουρλιαχτά μιας δαιμονισμένης, είτε με τις μακρές και σιωπηρές παύσεις δύο ανθρώπων χαρακτήρων αμήχανων μπροστά στην έλξη και τον έρωτα. Δηλαδή, μπροστά «στην αρχή, εκεί όπου πρέπει να επιστρέψουμε για να λύσουμε το αίνιγμα», όπως προσπάθησε να διδάξει το Oracle.