Ο Νάνος Βαλαωρίτης μέσα από τα μάτια των παιδιών του: Τα τραύματα που δεν ξεπέρασε, ο μεγάλος έρωτας και ο πατέρας που ρωτούσε για τα όνειρα

Η Κατερίνα και η Ζωή Βαλαωρίτη αποκαλύπτουν την άγνωστη πλευρά του σπουδαίου ποιητή: την απώλεια του παιδιού του, τα τραύματα της Κατοχής, την αφοσίωσή του στη σύζυγό του όταν εκείνη έπασχε από άνοια και την αγάπη που δυσκολευόταν να εκφράσει

Ενας αιώνιος ταξιδευτής των λέξεων, ο Νάνος Βαλαωρίτης (1921-2019) σφράγισε την ελληνική ποίηση με το ελεύθερο και πρωτοπόρο πνεύμα του.

Οι δυο του κόρες, Κατερίνα και Ζωή Βαλαωρίτη -αμφότερες ποιήτριες, η Ζωή και ζωγράφος-, ξεδιπλώνουν την αθέατη τρυφερή πλευρά του σπουδαίου δημιουργού: σε μια συζήτηση γεμάτη συναίσθημα, ο μεγάλος υπερρεαλιστής συναντά τον στοργικό πατέρα μέσα από πολύτιμες στιγμές όλο φως, αγάπη και σιωπηλή ευαισθησία.
Νάνος Βαλαωρίτης (1921-2019)

GALA: Ο Νάνος Βαλαωρίτης άφησε το στίγμα του παγκοσμίως όχι μόνο στους διανοούμενους, αλλά κυριολεκτικά και στους απλούς ανθρώπους μέσα από την ποίησή του.
ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗ: Ηταν ένας πολύ έξυπνος, γοητευτικός άνθρωπος, μια ανοιχτή ψυχή, που αγαπούσαν όλοι. Ενα πολύ ζωντανό, δραστήριο άτομο. Είχε πολλούς φίλους, δούλευαν μαζί. Εδινε την καθοδήγησή του όπου είχαν ανάγκη. Το τηλέφωνό του χτυπούσε συνεχώς. Εγραφε αδιάκοπα ποίηση. Ακόμα και πριν πεθάνει, στα 98 του, προετοίμαζε με τη γραμματέα του τρία βιβλία που επρόκειτο να εκδοθούν.

ZΩΗ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗ: Δεν μιλούσε, δεν άκουγε καλά, δεν μπορούσε να περπατήσει, αλλά συνέχιζε να εργάζεται ασταμάτητα. Προσωπικά, λάτρευα το χιούμορ και την ειρωνεία του. Δεν ήταν τυπικός πατέρας. Για παράδειγμα, δεν μας ρώτησε ποτέ «Πώς πήγες στο σχολείο σήμερα;». Θυμάμαι να ρωτά «Τι ονειρεύτηκες χθες;». Μελετούσε για μία περίοδο δύο ετών τόσο τα δικά του όσο και τα δικά μας όνειρα και μας εξηγούσε τι σήμαιναν.

G.: Γεννηθήκατε στην Ελλάδα και φύγατε για τις ΗΠΑ σε πολύ μικρή ηλικία.
Ζ.Β.: Φύγαμε επί δικτατορίας, σε ηλικία 5 και 8 χρόνων αντίστοιχα. Μετακομίσαμε στο Οουκλαντ. Ο πατέρας μας εργάστηκε στο Πανεπιστήμιο στο Σαν Φρανσίσκο ως καθηγητής Δημιουργικής Γραφής και Συγκριτικής Λογοτεχνίας.

G.: Πώς ήταν η μετάβαση;
Ζ.Β.: Περίεργη. Προσωπικά, έγινα πολύ ντροπαλή. Ημουν σε ένα σχολείο θηλέων σε μια τάξη με Αμερικανίδες. Δεν είχα ταυτότητα ως Ελληνίδα. Ο πατέρας μας δεν μας μιλούσε για την Ελλάδα. Την αγαπούσε πολύ, αλλά πονούσε με την πολιτική κατάσταση που διαδραματιζόταν εδώ.

G.: Πότε ξεκινήσατε να γράφετε ποίηση;
Κ.Β.: Οταν ήμουν 14 ετών. Στα 45 μου έδειξα πρώτη φορά ποιήματα στον πατέρα μου. Εξεπλάγην αλλά ενθουσιάστηκε ταυτόχρονα. Μου είπε ότι του άρεσαν πολύ.

Ζ.Β.: Παρομοίως, χρειάστηκα 20 χρόνια για να του φανερώσω ποιήματά μου. Ευτυχώς, του άρεσαν. Ξέρεις, ήταν πολύ ειλικρινής. Αν είχε διαφορετική άποψη, θα το εξέφραζε.
Κάθε γωνιά στο σαλόνι της πατρικής τους κατοικίας διηγείται χιλιάδες ιστορίες από την κοινή ζωή με τον μεγάλο ποιητή και κάθε άλλο από «τυπικό» πατέρα

G.: Κατερίνα, έχεις κυκλοφορήσει μια ποιητική συλλογή στην Ελλάδα.
Κ.Β.: Ναι, το «Χαμένος θησαυρός». Στην Αμερική κυκλοφόρησα και τη συλλογή «Τα μάτια του πάνθηρα».

G.: Ως ποιήτρια έχεις κοινά στοιχεία με εκείνον;
Κ.Β.: Οχι, δεν μοιάζει η γραφή μου με του πατέρα μου. Ομως, δύο χρόνια μετά τον θάνατό του, σε μια συλλογή που δημιουργούσα, αισθάνθηκα πως γράφει εκείνος τα ποιήματα, σαν να τα υπαγόρευε το πνεύμα του.

G.: Σας διάβαζε τα έργα του;
Κ.Β.: Οχι, δεν μας μιλούσε για το έργο του, το ζούσαμε όμως ως κόρες του.

G.: Πώς ήταν η σχέση του με τη μητέρα σας, τη ζωγράφο και κεραμίστρια Μαρί Γουίλσον;
Κ.Β.: Ηταν η μοναδική γυναίκα που αγάπησε, όμως είχαν δύσκολη σχέση. Μάλωναν συχνά. Τα έξι χρόνια που έζησαν στο Παρίσι ήταν μαγικά. Είχε γνωρίσει όλους τους φίλους της, άνοιξε ένας ολόκληρος κόσμος για εκείνον. Η μητέρα μου δούλευε στο στούντιο του Πικάσο. Θαύμαζε ο ένας τον άλλον. Βέβαια, είχαν προβλήματα, όπως όλα τα ζευγάρια. Ο γάμος είναι δύσκολος... Οταν η μητέρα μας ασθένησε από άνοια, της αφιερώθηκε. Θυμάμαι πόσο την πρόσεχε. Ηταν ολοκληρωτικά ερωτευμένος.

G.: Πόσα χρόνια έπασχε από άνοια η μητέρα σας πριν φύγει από τη ζωή;
Κ.Β.: Ξεκίνησε όταν εκείνη ήταν 80 ετών. Εφυγε στα 96. Διατηρούσε το όμορφο χαμόγελό της, που φώτιζε ακόμα και την πιο σκοτεινή γωνιά του σπιτιού, αλλά δεν μιλούσαμε πια. Ηταν πολύ δύσκολο. Επειδή είχε ξεχάσει τα πάντα, δεν τσακώνονταν πια με τον πατέρα μου. Δεν τους χώριζε τίποτα. Ηταν πολύ ερωτευμένη μαζί του. Τον ήθελε συνέχεια δίπλα της. Ο πατέρας μου επίσης ήταν πολύ ευτυχισμένος που βρισκόταν κοντά της. Δυσκολεύτηκε πολύ όταν την έχασε. Την έβλεπε συνεχώς στα όνειρά του.

G.: Τον έχετε ονειρευτεί μέσα στα επτά χρόνια που έχει φύγει από τη ζωή;
Ζ.Β.: Μία φορά είδα ένα πολύ συμβολικό όνειρο. Εξηγούσε τα πάντα για τον χαρακτήρα του. Διαδραματιζόταν στο σπίτι της Αμερικής. Το πνεύμα του Χίτλερ είχε καταλάβει τον χώρο μας και μπλόκαρε τα πάντα. Κάποια στιγμή έφυγε και αισθανθήκαμε με γαλήνη την αύρα καθαρή. Τότε είδα τον πατέρα μου στην πόρτα να με φωνάζει με λαχτάρα. Με αγκάλιασε με τόση αγάπη! Ηταν απίθανο. Οταν ξύπνησα, σκέφτηκα πως ποτέ δεν μπόρεσε να το κάνει αυτό εν ζωή. Δεν μπόρεσε να εκφράσει την αγάπη του. Επειτα από λίγες ημέρες ο γιος μου είδε το ίδιο όνειρο... Ο πατέρας μου κουβαλούσε γιγαντώδη τραύματα από την Κατοχή. Οι ναζί είχαν επιτάξει το μισό σπίτι του. Κατάλαβα πόσο είχε θρυμματιστεί από τον πόλεμο. Αργότερα βίωσε μία ακόμη τραγωδία, έχασε σε ένα σοκαριστικό ατύχημα το παιδί από τον πρώτο του γάμο στην Αγγλία: έπεσε από το καράβι, ενώ ήταν εν πλω μεταξύ Γαλλίας και Αγγλίας και πνίγηκε. Δεν μας μιλούσε ποτέ γι’ αυτό το γεγονός. Από εκείνο το όνειρο αντιλήφθηκα ότι ο λόγος που ποτέ δεν εξέφραζε τα συναισθήματά του ήταν αυτά τα τραύματα.

G.: Ζωή, πότε αποφάσισες να εγκατασταθείς στην Ελλάδα;
Ζ.Β.: Στα 21 μου ένιωσα πως είμαι Ελληνίδα. Αποφάσισα να αγκαλιάσω τις ρίζες μου. Εμαθα μόνη μου ελληνικά. Με βοήθησε πολύ ο Λεωνίδας Εμπειρίκος, με τον οποίο είμαστε αγαπημένοι φίλοι.

G.: Ποια ευχαριστώ χρωστάς στον πατέρα σου;
Ζ.Β.: Που είχα αυτόν τον πατέρα. Η ζωή μας ήταν ονειρική μέσα στην τέχνη μαζί του. Οταν έκλεισα τα 19, ήταν περισσότερο φίλος παρά πατέρας. Θυμάμαι πως στον δεύτερο χρόνο των σπουδών μου στην Καλών Τεχνών απογοητεύτηκα. Δεν μου ταίριαζε η νοοτροπία της σχολής. Σταμάτησα να ζωγραφίζω θεωρώντας ότι δεν έχω ταλέντο. Ο πατέρας μου τοποθέτησε όλους τους πίνακες που είχα πετάξει στον τοίχο και μου είπε: «Υπάρχει μια ατμόσφαιρα στα τοπία που δημιουργείς». Του απάντησα: «Δεν είναι καλοί». Τότε οργάνωσε μια έκθεση για εμένα στο Κολωνάκι και μου είπε: «Θέλω 20 πίνακες από αυτούς». «Γιατί να τους φτιάξω; Είναι πολύ εύκολο», σχολίασα και μου ανταπάντησε: «Ζωή, είναι το ταλέντο σου! Γι’ αυτό σού είναι εύκολο». Η έκθεση με έσωσε γιατί συνέχισα να ζωγραφίζω. Στην οικογένειά μας υπήρχε ουσιαστική ενθάρρυνση του ενός στον άλλο.

G.: Υπάρχει μήπως κάποια συγγνώμη που θεωρείς ότι σου οφείλει;
Ζ.Β.: Στο τέλος της ζωής του μου ζήτησε συγγνώμη για κάποια πράγματα που με είχαν πληγώσει. Είχα γίνει πια σαν τη μεγάλη αδελφή του. Δεν ήμουν το κοριτσάκι που παραπονούνταν.

G.: Πώς ήταν τις τελευταίες ημέρες του;
Ζ.Β.: Την τελευταία ημέρα βρισκόταν σε κώμα. Είχε πάθει σηπτικό σοκ. Τις δύο τελευταίες εβδομάδες μεταβαλλόταν συνεχώς η διάθεσή του, τη μία στιγμή σού κρατούσε το χέρι με τρυφερότητα, την άλλη ήταν πιο ψυχρός. Δεν καταλάβαινε ότι θα φύγει από τη ζωή. Τον βοηθούσα στη μετάφραση των ποιημάτων του όμως. Αυτή η επαφή ήταν για μένα το παν.

G.: Τι άλλο δεν γνωρίζουμε οι περισσότεροι για τον Νάνο Βαλαωρίτη;
Κ.Β.: Η προσωπικότητά του ήταν πολύπλευρη. Ολοι οι τοίχοι στο σπίτι ήταν γεμάτοι βιβλία. Μέσα από κάθε βιβλίο, κάθε σημείωση, κάθε γραπτό, τον καταλάβαινες. Ζωγράφιζε επίσης πολύ αυθόρμητα. Ηταν ένα ποτάμι δημιουργικότητας και είχε την αγκαλιά του πάντα ανοιχτή για τους νέους ◆
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr