Clinamen: Μετά τη Νέα Υόρκη και το Παρίσι, στο Onassis Mandra το διεθνές έργο που εμπνεύστηκε από τον Λουκρήτιο
28.09.202608:10
Τίνα Μανδηλαρά
Το Clinamen του Σελέστ Μπουρσιέ Μουζενό αφήνει εκατοντάδες πορσελάνινα μπολ να επινοήσουν τη δική τους μουσική κάτω από τον αττικό ουρανό, ενώ η συνεργασία της Στέγης με το 0fr. Paris μετατρέπει το βιβλίο, το αντικείμενο και την ίδια την πράξη της επιλογής σε μια δεύτερη τέχνη της συνάντησης
Φτάνοντας στη θεατρικά φωτισμένη Mandra του Ιδρύματος Ωνάση, εκεί όπου κάποτε ο Αττικ έστηνε τις δικές του ρομαντικές παραστάσεις σε ένα καθεστώς εξωτερικών συγκρούσεων, σκέφτεσαι πόσο απαραίτητη είναι η ηρεμία που αποπνέει το έργο του διεθνώς αναγνωρισμένου συνθέτη και εικαστικού, Μπουρσιέ-Μουζινό, σε αντίθεση με όλα μας περιβάλλουν: λίγο παραπέρα τα συντρίμμια του κτηρίου, που στέρησε τη ζωή τόσων ανθρώπων, ο θόρυβος της πόλης, η ασφυχτική βοή μιας Αθήνας που δεν λέει να ηρεμήσει έρχονται σε απόλυτη αντίστιξη με την ηρεμία του clinamen. Αυτομάτως, προκύπτουν διάφορες σκέψεις για τον ρόλο που έχει να επιτελέσει η τέχνη σε τέτοιες ακραίες καταστάσεις. Ερωτήματα που δεν λένε να φύγουν και κάνουν τη συνομιλία με το έργο του Μουζινό ακόμα πιο επιτακτική.
Εδώ, καθισμένη σε μια άκρη, δίπλα σε έναν άγνωστο που κοιτάει αντίστοιχα σιωπηλά το έργο, σχεδόν σαν υπνωτισμένος, αντιλαμβάνομαι όλη τη φιλοσοφία των Ιαπώνων που βρίσκουν την εσωτερική γαλήνη στην απέριττη επιβολή του νερού-και όχι μόνο αυτό αλλά και στο περιεχόμενου ενός κόσμου που μπορεί να χωρέσει και να αντηχήσει σε εκείνο το πρώτο τιν, που σε προσκαλεί στη δική του εσωτερική αλήθεια. Δεν είναι νότα, ούτε θόρυβος αλλά το ηχητικό ίχνος μιας συνάντησης που κρατά λιγότερο από ένα δευτερόλεπτο: δύο λευκές πορσελάνες πλησιάζουν η μία την άλλη επάνω στην σχεδόν εξωπραγματικά γαλάζια επιφάνεια, άπτονται η μια της άλλης, απομακρύνονται και συνεχίζουν προς διαφορετικές κατευθύνσεις, ενώ λίγο παραπέρα μια δεύτερη σύγκρουση ετοιμάζεται να αντηχήσει μέσα σου ακόμα πιο ηχηρή αλλά ταυτόχρονα ανεπαίσθητη. Εξου και ότι στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου, ανάμεσα στην τουριστική πολυγλωσσία, στα βήματα που ανεβαίνουν προς την Ακρόπολη και στον μόνιμο υπόκωφο βόμβο μιας πόλης που σπανίως κατεβάζει την έντασή της, νιώθεις εξαίφνης την αναγκαιότητα του να μη συμβεί κυριολεκτικά τίποτα.
Αυτό είναι ίσως το πρώτο μικρό τέχνασμα του Σελέστ Μπουρσιέ-Μπουρσιέ-Μουζενό (Céleste Boursier-Mougenot). Φροντίζει, εσκεμμένα, να αποβάλει την επιβλητική παρουσία του γεγονότος. Δεν υπάρχει κορύφωση ή επιβλητική performance, ούτε καν η συνήθης σύμβαση της έκθεσης που σε στέλνει πειθαρχημένα από το ένα στάδιο του έργου στο επόμενο. Ακόμα και η διαδρομή στις τρεις στρογγυλές πισίνες ακολουθεί τον δικό σου ρυθμό νερό σε διαρκή κίνηση και με τα εκατοντάδες πορσελάνινα μπολ, διαλεγμένα ένα προς ένα από τον καλλιτέχνη για το ηχόχρωμά τους, περιφερόμενα χωρίς προορισμό καθώς συγκρούονται και παράγουν μια μουσική που κάθε φορά δημιουργείται, εκ νέου, και δεν θα υπάρξει ποτέ ξανά με ακριβώς την ίδια μορφή.
Αυτομάτως τότε ο τίτλος δικαιώνει την ύπαρξη του καθώς Clinamen, τη λατινική λέξη που συνδέθηκε με την περίφημη επικούρεια παρέγκλισιν, την απρόβλεπτη απόκλιση των ατόμων από την πορεία τους· ένα σχεδόν τίποτε που όμως αλλάζει τα πάντα, επειδή αν κανείς δεν παρεξέκλινε ποτέ, αν όλα υπάκουαν αιωνίως σε παράλληλες τροχιές, τίποτε δεν θα συναντούσε τίποτε και κανένας κόσμος δεν θα μπορούσε να δημιουργηθεί εκ νέου. Ο κόσμος, με άλλα λόγια, αρχίζει από ένα μικρό λάθος πορείας και αυτό αλλάζει άρδην, όλα όσα θεωρεί κανείς για τη σωστή λάθος και οπτική από έναν καλλιτέχνη που γνωρίζει τι σημαίνει ήχος,μουσική και χωροχρονική έκφραση-και όλα αυτά σε αγαστή αρμονία ήχου και εικόνας.
Μια μηχανή παραγωγής συμπτώσεων
Ο Μπουρσιέ-Μουζενό δεν γράφει μουσική με τη συμβατική έννοια παρά κατασκευάζει μουσικές ενδεχομενικότητες. Γεννημένος στη Νίκαια το 1961 και εγκατεστημένος στη Σετ, υπήρξε από το 1985 έως το 1994 συνθέτης για την ομάδα Side One–Posthume Théâtre του Pascal Rambert, προτού αρχίσει να μεταφέρει τη μουσική έξω από τις συμβατικές μορφές εκτέλεσής της αντιμετωπίζοντας τον εκθεσιακό χώρο σαν μια παράξενη τρισδιάστατη παρτιτούρα, μέσα στην οποία τα αντικείμενα μπορούν επιτέλους να χειραφετηθούν από τη χρηστική τους μοίρα. Ως εκ τούτου ένα πιάνο μπορεί να παραμείνει ως έχει, χωρίς πιανίστα, μια κιθάρα μπορεί να παιχτεί από ένα πουλί, μια καμπάνα από κάποιον που κάνει κούνια, ένα μπολ δεν χρειάζεται να περιέχει τίποτε για να αποκτήσει λόγο ύπαρξης.
Στο from here to ear, αυστραλιανοί σπίνοι πετούν, κουρνιάζουν και πηδούν επάνω σε ενισχυμένες ηλεκτρικές κιθάρες, συνθέτοντας εν αγνοία τους μια παράξενη ορνιθολογική avant-garde· στο offroad, τρία πιάνα με ουρά περιφέρονται στον χώρο σαν μεγαλόσωμα μαύρα ζώα, καταδιώκοντας ή αποφεύγοντας το ένα το άλλο και συγκρουόμενα περιστασιακά· στο envolée του 2026, οκτώ κούνιες συνδέονται με εκκλησιαστικές καμπάνες και οι ίδιοι οι επισκέπτες, καθώς αιωρούνται, παράγουν την κωδωνοκρουσία. Εννοείται ότι το χιούμορ διατρέχει και χαρακτηρίζει όλες αυτές τις εικαστικές εγκαταστάσεις, πέρα από τη σύγχρονη τέχνη που μεταφράζεται στη βαριά γλώσσα των καταλόγων.
Σε όλα αυτά, όμως, παρεισφρέει και η δραματική ερώτηση περί ταυτότητας του δημιουργού-ποιος είναι ακριβώς αυτός που σχεδίασε το σύστημα, το πουλί που πάτησε τη χορδή, ο επισκέπτης στην κούνια, η δύναμη της βαρύτητας ή τη ρευστή διάσταση του νερού. Ή μήπως το ίδιο το σύστημα, από τη στιγμή που το αφήνεις ελεύθερο να παραγάγει γεγονότα τα οποία ούτε ο δημιουργός του μπορεί πλέον να προβλέψει; Ο Τζον Κέιτς βρίσκεται αναπόφευκτα κάπου στο βάθος αυτής της σκέψης, όπως και η μακρά ιστορία μιας πρωτοπορίας που επιχείρησε να απομακρύνει τον καλλιτέχνη από τη θέση του παντοδύναμου κυρίαρχου του έργου του. Μόνο που ο Μπουρσιέ-Μουζενό επιτρέπει το παιχνίδι της ενδεχομενικότητας μετατρέποντας τον παράγοντα της τυχαιότητας σε συνθετική μέθοδο και ταυτόχρονα σε φυσικό φαινόμενο. Με άλλα λόγια, το τυχαίο μοιάζει, εν προκειμένω, να αποκτά ήχο ή ακόμα καλύτερα, όπως έχει εξηγήσει ο ίδιος, καθιστά τον ήχο απτό και ορατό.
Ένα έργο που (ανα)γεννιέται διαρκώς
Το clinamen ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του '90 και έκτοτε δεν σταμάτησε να μεταμορφώνεται: περισσότερες από είκοσι εκδοχές, σε διαφορετικά σημεία του κόσμου και σε διαφορετικές διαστάσεις με διαφορετικές ακουστικές, επειδή ακριβώς ο Μπουρσιέ-Μουζενό δεν το αντιμετωπίζει σαν ένα γλυπτό που μεταφέρεται σε διαφορετικά εικαστικά περιβάλλοντα και μουσειακούς χώρους αλλά σαν έναν οργανισμό που πρέπει κάθε φορά να ξαναβρεί τον τόνο του απέναντι στην αρχιτεκτονική που τον περιβάλλει. Το καλοκαίρι του 2025, στην Bourse de Commerce–Pinault Collection στο Παρίσι, μια δεξαμενή διαμέτρου δεκαοκτώ μέτρων εγκαταστάθηκε κάτω από τη Rotonde, με το νερό να αντανακλά τον ουρανό μέσα από τον γυάλινο θόλο και τα λευκά μπολ να μετατρέπουν τον μνημειακό χώρο σε κάτι ανάμεσα σε τοπίο, μουσικό όργανο και μηχανή ονειροπόλησης.
Η Pinault Collection μιλούσε τότε για μια «συμφωνία της στιγμής»: μια μουσική που δεν αποθηκεύεται, δεν επαναλαμβάνεται και, ουσιαστικά, πεθαίνει την ίδια στιγμή που γεννιέται. Το 2026 το έργο πέρασε τον Ατλαντικό και βρέθηκε στο Wade Thompson Drill Hall του Park Avenue Armory της Νέας Υόρκης, στην πιο φιλόδοξη εκδοχή του μέχρι τότε: τρεις κυκλικές δεξαμενές διαμέτρου περίπου δώδεκα μέτρων η καθεμία, περισσότερα από 10.000 γαλόνια νερού σε κάθε πισίνα και σχεδόν 800 μπολ, ρυθμισμένα από τον ίδιο τον καλλιτέχνη, μέσα στον αχανή χώρο του Armory. Η κλίμακα ήταν σχεδόν υπερβατική, αλλά η βασική χειρονομία άγγιζε απόλυτα το ανθρώπινο μέτρο μέσα από τις διαρκείς συναντήσεις των αντικειμένων και των ανθρώπων.
Στην Αθήνα όμως για πρώτη φορά το clinamen, χάνει παροδικά τη στέγη του καθώς παρουσιάζεται, για πρώτη φορά, σε εξωτερικό χώρο και αυτό σημαίνει ότι ένα έργο βασισμένο εξαρχής στο απρόβλεπτο, παραδίδεται σε μια ακόμη μεγαλύτερη περιοχή αβεβαιότητας: στις εναλλαγές των καιρικών συνθηκών. Αυτό σημαίνει ότι ο ουρανός δεν υπάρχει μόνο ως αντανάκλαση όπως στη Rotonde αλλά ότι στη Μάντρα ο ουρανός εισέρχεται στο έργο ως αναπόσπαστο μέρος του. Ο αττικός ήλιος αντανακλά στις πισίνες και τις μεταβάλλει σε τρεις σχεδόν τεχνητούς γαλάζιους δίσκους με τις σκιές να αλλάζουν και τον άνεμο να αναστατώνει την επιφάνεια· οι φωνές από τη Διονυσίου Αρεοπαγίτου εισβάλλουν εντελώς απρόσκλητες: ένα αεροπλάνο μπορεί να περάσει από πάνω, ένα απρόβλεπτο αντικείμενο να προσγειωθεί-όπως και συνέβη- ως εισβολέας στο νερό. Και αν αρχίσει να βρέχει, ακόμη καλύτερα: όσο η βροχή παραμένει ήπια, το clinamen εξακολουθεί να λειτουργεί και οι σταγόνες γίνονται μια ακόμη φωνή της συνολικής παρτιτούρας.
Ούτε καν ο ίδιος ο Μπουρσιέ-Μουζενό ξέρει λοιπόν ακριβώς πώς θα ακούγεται το έργο του σε κάθε στιγμή της μέρας-και ευτυχώς. Γιατί η Αθήνα δεν λειτουργεί εδώ ως φωτογενές φόντο ενός διεθνούς έργου που έκανε ακόμη μία στάση στην παγκόσμια περιοδεία του αλλά μολύνει δημιουργικά το έργο εισάλλοντας μέσα του, αναγκάζοντας το να δεχτεί τον καιρό, τη σκόνη, τη θερμοκρασία, τον δρόμο, τις εξωτερικές συνθήκες, τον ανοιχτό ουρανό -μια ενεργός παράμετρος της site-specific τέχνης και ίσως και το αιτούμενο της.
Το φάντασμα ενός παλιού θεάτρου
Και ο συγκεκριμένος τόπος στη Μάντα αναμφίβολα διαθέτει τη δική της μνήμη. Η ανακαινισμένη Onassis Mandra δεν είναι ένας ακόμη ουδέτερος χώρος, ορισμένος για να φιλοξενεί σύγχρονη τέχνη αλλά ένα ιστορικό υπόλειμμα μιας άλλης Αθήνας. Εδώ βρίσκεται μια υπαίθρια θεατρική σκηνή του 1909, το αντιπροσωπευτικότερο σωζόμενο δείγμα της αθηναϊκής τυπολογίας του θεάτρου-μάντρας της Belle Époque, με την υποτυπώδη πλατεία και την ιταλίζουσα σκηνή, γνωστό κάποτε ως «Αθηναϊκόν», «Θέατρο της Πύλης του Ανδριανού» αλλά και «Γερμανικό», από τις γερμανικές οπερέτες που φιλοξενούσε. Έναν αιώνα αργότερα η σκηνή υπάρχει ακόμη, με τη μουσική να καταλαμβάνει με τον δικό της δημιουργικό τρόπο το χώρο-και ο ιδανικός φωτισμός φροντίζει να ρίξει ακόμα περισσότερο φως στην επιτελεστική διάσταση. Και δεν μπορούμε να πούμε ότι δεν μας αρέσει αυτή η χρονική αναδίπλωση περισσότερο από οποιαδήποτε προγραμματική απόπειρα να συνδεθεί το «παλιό» με το «νέο»: ένας χώρος που κατασκευάστηκε σε ανοιχτό διάλογο με την πόλη φιλοξενεί σήμερα την αυτοσχέδια πολυφωνία αντικειμένων, ενώ ακριβώς έξω από τους τοίχους του η Αθήνα συνεχίζει να εκτελεί τη δική της άναρχη παρτιτούρα. Το clinamen δεν παραγνωρίζει τον ρόλο της αλλά την ακούει προσεχτικά.
Μετά τα μπολ, τα βιβλία
Και τότε, ενώ έχουμε μόλις πειστεί ότι ένα λευκό πορσελάνινο μπολ μπορεί να είναι μουσικό όργανο, ένα άλλο μπολ εμφανίζεται μπροστά μας ως αντικείμενο προς απόκτηση. Θα μπορούσε να είναι το σημείο που τέμνει την ποίηση με μια χαιντεγκεριανού τύπου χρηστικότητα. Αλλά η ιστορία που κρύβεται πίσω από το όμορφο pop up store έχει τη δική της δυναμική που δεν έχει να κάνει μόνο με την έκθεση, ούτε τις διάφορες παραλλαγές του κυανού-από το λευκό και μπλε του αττικού ουρανού ως τα όμορφα πουκάμισα που φοράνε οι κοπέλες που μας υποδέχονται στην είσοδο αλλά με το ότι το shop που δημιουργείται στην Onassis Mandra, για όσο διάστημα διαρκεί το clinamen, προκύπτει από τη συνεργασία της Στέγης με το 0fr. Paris. Σημαντικό ότι το 0fr. δεν είναι ακριβώς βιβλιοπωλείο- τουλάχιστον όχι με την παλιά, παραδεδομένη έννοια που θέλει τα βιβλία ταξινομημένα με μια ευπειθή λογική και ανάγκη αλλά για έναν μηχανισμό πολιτιστικών εκλεκτικών συγγενειών.
Η ιστορία του 0fr ξεκινά στο Παρίσι το 1996, όταν τα αδέλφια Αλεξάντρ και Μαρί Θουμαρέλ Alexandre δημιούργησαν μια δωρεάν εφημερίδα-εξού και το όνομα 0fr., μηδέν φράγκα-προτού το εγχείρημα εξελιχθεί στο ιδιόμορφο βιβλιοπωλείο, gallery και εκδοτικό σύμπαν που γνωρίζουμε σήμερα. Βιβλία τέχνης και φωτογραφίας, μόδα, αρχιτεκτονική, ανεξάρτητα περιοδικά, editions, αντικείμενα, tote bags, πράγματα υψηλής και χαμηλής κουλτούρας που δεν αισθάνονται καμία υποχρέωση να απολογηθούν επειδή βρίσκονται το ένα δίπλα στο άλλο δεσπόζουν στην άκρη του χώρου ακολουθώντας τη λογική του 0fr. Και είναι ακριβώς αυτό το curating ως γούστο, εμμονή, ένστικτο, ακόμη και ιδιοτροπία- που έκανε το 0fr. έναν από εκείνα τα ξεχωριστά βιβλιοφιλικά-και όχι μόνο-τοπόσημα.
Στην Αθήνα αυτή η μικρή προσωρινή επικράτεια περιλαμβάνει επιλεγμένα βιβλία και εκδόσεις του 0fr., αντικείμενα περιορισμένης κυκλοφορίας, καπέλα και tote bags, αλλά και συλλεκτικά πορσελάνινα μπολ που δημιουργήθηκαν ειδικά, μέσα από τη στρατηγική συνεργασία της Στέγης με την ΙΩΝΙΑ, ως απόηχος των μπολ που επιπλέουν λίγα μέτρα πιο πέρα. Και η κίνηση είναι αμφίδρομη: επιλογή των Onassis Publications περνά στα ράφια του 0fr. στο Παρίσι, στο Τόκιο και στη Σεούλ, ώστε αυτό που συμβαίνει στη Μάντρα να μην είναι ένα παρισινό pop-up που προσγειώθηκε στην Αθήνα αλλά μια μικρή ανταλλαγή πολιτιστικών κυττάρων ανάμεσα στις πόλεις.
Όπως, ανέφερε χαρακτηριστικά, η καλλιτεχνική διευθύντρια του Ιδρύματος Ωνάση, Αφροδίτη Παναγιωτάκου: «Όταν οι άνθρωποι νιώθουν σαν να γνωρίζονται μια ζωή και προσπαθούν να χωρέσουν χίλιες ιδέες σε μιας ώρας συνάντηση, τότε ξέρεις πως ξεκινά μια δημιουργική περιπέτεια. Αυτό ακριβώς συνέβη με το 0fr. Paris. Αυτή ακριβώς ήταν η αίσθηση με τον Alex. Και να 'μαστε εδώ λοιπόν. Λίγα βήματα από τον Παρθενώνα, να προτείνουμε βιβλία· αυτή την υπέροχη μορφή νοημοσύνης που μας φέρνει πιο κοντά στην ειρήνη.» Για να συμπληρώσει με τον δικό του μοναδικό τρόπο ο ιδρυτής του 0fr. Paris, Αλεξάντρ Θουμερέλ: «Αγαπάμε την Ελλάδα. Κατέχει μια ξεχωριστή θέση για εμάς ως σύμβολο της δημοκρατίας, της σκέψης και της φιλοσοφίας. Από την πρώτη κιόλας συζήτηση με την Αφροδίτη [Παναγιωτάκου], αισθάνθηκα μια ισχυρή σύνδεση με το Onassis Culture, λόγω των καλλιτεχνών που υποστηρίζει, της προσέγγισής του στην πολιτιστική παραγωγή και του ενθουσιασμού της ομάδας. Ανυπομονούμε να προχωρήσουμε μαζί αυτή τη συνεργασία όσο το δυνατόν πιο μακριά».
Καταληκτικά μιλώντας ένα πραγματικά καλό βιβλιοπωλείο είναι και αυτό μια μηχανή παρέγκλισης. Μπαίνεις για ένα συγκεκριμένο βιβλίο και φεύγεις κρατώντας πολλά διαφορετικά. Αν λοιπόν υπάρχει κάτι που συνδέει πραγματικά τον Μπουρσιέ-Μουζινό με το 0fr., δεν είναι απλώς η κομψή αισθητική ενός διεθνούς πολιτιστικού δικτύου αλλά η αξία της μη προγραμματισμένης συνάντησης. Γι αυτό είναι σημαντικό που η ανακαινισμένη Μάντρα (επανα)συστήνεται ξανά στην Αθήνα με ένα έργο που επιστρέφει στην πόλη ένα μέρος της άκρως σημαντικής της αξίας. «Με ενδιαφέρει να δίνω μορφή στις αισθήσεις των επισκεπτών, προσφέροντάς τους κατεύθυνση αλλά και χώρο για να ονειροπολήσουν», έχει υποστηρίξει ο Μπουρσιέ-Μουσινό για να συμπληρώσει ότι η μοναδική πρόσκληση που θέλει πραγματικά να απευθύνει είναι να κατοικήσουμε για λίγο τον χώρο που σχεδίασε για εμάς. Το πιο σημαντικό είναι το clinament δεν μας χρειάζεται αφού απουσιάζει η ναρκισσιστική παρηγοριά της «διαδραστικής τέχνης» που περιμένει από τον θεατή να την ενεργοποιήσει για να αποκτήσει υπόσταση. Ο κόσμος εξακολουθεί να συμβαίνει ακόμη κι όταν δεν τον κοιτάζουμε. Αλλά ζητά την ανθρώπινη υπόσταση ως απαραίτητο συμπλήρωμα για να συνεχίσει να υπάρχει στο αθηναικό τοπίο, μέσα από αυτές τις μικρές, απτές χειρονομίες και τυχαιότητες που μπορεί να είναι η τυχαία σύγκρουση δυο αντικειμένων και η δική σου τυχαία επίσης συνάντηση με ένα έργο, ένα βιβλίο ακόμα και με τον άνθρωπο που δεν ήξερε ότι το αναζητούσε. Αν είχαν δίκιο ο Επίκουρος και ο Λουκρήτιος, κάπως έτσι άρχισαν όλα-με μια μικρή παρέκκλιση από την ευθεία.