Από τον Τζάρμους και τον Ρομέν Γαβρά στον Καστελούτσι και τον Παπαϊωάννου: Όλα όσα θα δούμε στο φετινό πρόγραμμα της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση

«Ο χρόνος μετριέται σε συναισθήματα» είναι το φετινό μότο που ενώνει όλα τα μεγάλα ονόματα -από Ρομέν Γαβρά και (άκρως ποδοσφαιρικό) Νίκο Καραθάνο μέχρι Δημήτρη Παπαιωάννου- τις απρόσμενες εκπλήξεις και τις μεγάλες κινηματογραφικές συναντήσεις που θα λάβουν χώρα στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση

Είναι ωραίο, λίγο πριν ξεκινήσει η παρουσίαση του προγράμματος της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση, ενός ζωντανού καταφύγιου για την πόλη, να βλέπει κανείς τον ήλιο να δύει πίσω από τα κτήρια της πόλης που τόσο έχει αγαπήσει και δοξάσει ως κέντρο τέχνης, συναντήσεων και ανθρώπων -με τον Νέο Κόσμο από κάτω και τον ουρανό να αλλάζει χρώματα, σαν να είχε αποφασίσει και ο ίδιος να συμμετάσχει στη σκηνογραφία μιας βραδιάς που θα μιλούσε πολύ για την πόλη, το μέλλον, τεχνολογικό και αναλογικό, αλλά ακόμη περισσότερο για όλα όσα εξακολουθούν να μας κάνουν ανθρώπους.


Ίσως γι' αυτό η φράση του Brian Eno που είχε επιλέξει η Στέγη για να προαναγγείλει τη φετινή χρονιά έμοιαζε με ξεκάθαρη δήλωση προθέσεων: «The only product of art is feelings»-το μόνο προϊόν της τέχνης είναι τα συναισθήματα. Μια φράση που είχε ήδη εμφανιστεί, χωρίς υπογραφή, στο μετρό και στους δρόμους της Αθήνας και που, όπως είπε η καλλιτεχνική διευθύντρια και μέλος του Δ.Σ. του Ιδρύματος Ωνάση, Αφροδίτη Παναγιωτάκου, έκανε αρκετούς να αναρωτηθούν αν πίσω της κρυβόταν η Στέγη.

Γιατί μέσα σε αυτά τα 16 χρόνια -η Στέγη είναι πλέον, όπως χαριτολογώντας ειπώθηκε, μια δεκαεξάχρονη με όλες τις αντιφάσεις, τις εντάσεις και τις διαθέσεις αυτής της ηλικίας- έχει πράγματι διαμορφώσει ένα αναγνωρίσιμο λεξιλόγιο, το οποίο δεν μιλάει για ωραία, υψηλή ή «σημαντική» τέχνη αλλά γι αυτή που μπορεί να μας προκαλεί και να μας αφυπνίζει -σαν εκείνη την παράδοξη σωκρατική αλογόμυγα την Αθήνα- ή να μας γαληνεύει, όταν η ένταση γίνεται ανυπόφορη.


Πριν, όμως, από τις παραστάσεις, τα μεγάλα διεθνή ονόματα και τις εκπλήξεις της σεζόν, ο πρόεδρος του Ιδρύματος Ωνάση, Αντώνης Παπαδημητρίου, επέλεξε να ανοίξει την παρουσίαση μιλώντας για κάτι που εκ πρώτης όψεως βρισκόταν μακριά από μια καλλιτεχνική σεζόν, στην πραγματικότητα όμως έδινε το μέτρο ολόκληρης της φιλοσοφίας του Ιδρύματος: τα Ωνάσεια σχολεία.

Το όραμα, είπε, είναι να αποκτήσουν όσο το δυνατόν περισσότερα παιδιά πρόσβαση «σε ένα σύγχρονο και αναβαθμισμένο δημόσιο σχολείο»· όχι σε ένα σχολείο-εξαίρεση, ούτε σε ένα ακόμη πρότυπο για τους λίγους, αλλά σε ένα σχολείο «όπως θα έπρεπε να είναι όλα τα δημόσια σχολεία», όπου η γνώση θα συναντά τη δημιουργικότητα, οι επιστήμες τις τέχνες και η εκπαίδευση τη συναισθηματική νοημοσύνη.

Γι' αυτό και δεν φάνηκε καθόλου παράξενο μια βραδιά αφιερωμένη στο θέατρο, στον χορό, στο σινεμά, στη μουσική, στην τεχνολογία και στα εικαστικά να ξεκινά από εκεί. Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμα και η καλλιτεχνική διευθύντρια του Ιδρύματος Ωνάση, Αφροδίτη Παναγιωτάκου είπε με πλήρη ειλικρίνεια πως αν κάποτε της ζητούσαν να επιλέξει μία μόνο δράση του Ιδρύματος, «θα έλεγα να κλείσει η Στέγη, να φτιάξουμε κι άλλα σχολεία». «Έτσι πρέπει», είπε κοιτάζοντας τη μεταμόρφωση των σχολείων-με χρώμα, πνευματική διάθεση και χαρές, να γίνονται τα σχολεία που ονειρευόμασταν όλοι εμείς που, όπως είπε, περάσαμε από τα δημόσια και ξέρουμε την αξία τους. «Και το αγρίμι θα μαζευτεί και το μαζεμένο παιδί θα ξετυλιχθεί».

Μια δεκαεξάχρονη στον Νέο Κόσμο

Από εκεί και πέρα η Αφροδίτη Παναγιωτάκου πήρε ουσιαστικά το νήμα της βραδιάς, με εκείνο το χαρακτηριστικό μείγμα της δυναμικής κατάθεσης ενός πιθανού μανιφέστου, ποτισμένου με διάθεση αυτοσαρκασμού και αυθορμητισμού που κάνει τις παρουσιάσεις της Στέγης να μοιάζουν λιγότερο με θεσμικές ανακοινώσεις και περισσότερο με μια μεγάλη συζήτηση μεταξύ ανθρώπων που έχουν ήδη μοιραστεί τις έντονες εμπειρίες τους.

«Στην τρίτη πιο κουλ γειτονιά του κόσμου», είπε για τον Νέο Κόσμο, προσθέτοντας αμέσως ότι, αν το επαναλάβουμε αρκετές φορές, μπορεί στο τέλος να το πιστέψουμε κι εμείς. Αλλά πέρα από τα αστεία, η αλήθεια είναι πως η Στέγη βρίσκεται εδώ δεκαέξι χρόνια και η σχέση της με τη γειτονιά δεν χτίστηκε μέσα σε μία νύχτα. Ο Νέος Κόσμος άλλαξε σταδιακά και η ίδια η Στέγη έγινε μέρος αυτής της αλλαγής, όχι ως απομονωμένος πολιτιστικός πύργος αλλά ως οργανισμός που επιχειρεί συνεχώς να ανοίγει διαδρομές προς την πόλη.

Και η φετινή θεατρική διαδρομή είναι πράγματι πυκνή. Ο Łukasz Twarkowski επιστρέφει μετά το Rohtko και το Respublika με το Oracle, δεύτερο μέρος της τριλογίας του γύρω από την επιστήμη και την τεχνολογία, αυτή τη φορά με επίκεντρο τον Alan Turing, τη ζωή του και την ιστορία της αποκρυπτογράφησης της Enigma. Τέσσερις ώρες θεάτρου, όπως ειπώθηκε, που δεν περιγράφονται τόσο όσο βιώνονται -μια εμπειρία στα όρια θεάτρου, κινηματογράφου και εγκατάστασης, εκεί όπου ο Twarkowski έχει πλέον δημιουργήσει το προσωπικό του πεδίο.

Επίσης, φέτος επιστρέφει επίσης ο διαρκώς sold out Οιδίποδας του Robert Icke, με τον Νίκο Κουρή και τη Μαρία Κεχαγιόγλου, η οποία μίλησε παίρνοντας τη σκυτάλη από την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη για τη χαρά αλλά και την ευθύνη της συμμετοχής της σε μια παράσταση που έχει ήδη αποκτήσει τη δική της αναγνώριση ανάμεσα στο κοινό που την τίμησε. Ο χρόνος που δίνεται για την επανάληψη μιας παραγωγής, σημείωσε, δεν είναι καθόλου αυτονόητος καθώς προβάλλει τη δυνατότητα μιας νέας εμβάθυνσης- και όχι απλώς μιας επαναφοράς.

Και ύστερα έρχεται (με φόρα!) ο Romeo Castellucci με τον Faust. Οι περίπου δώδεκα χιλιάδες στίχοι του Goethe φαίνεται να εμπλουτίζονται από τις απαραίτητες εναλλαγές ανάμεσα στο σκοτάδι και το φως με κύριους άξονες τρεις βασικούς ερμηνευτές και δέκα άνθρωπους από κάθε πόλη όπου παρουσιάζεται το έργο. Ο Ιταλός δημιουργός, που εδώ και δεκαετίες επιμένει ότι το θέατρο μπορεί να σκέφτεται μέσα από την εικόνα πριν ακόμη φτάσει στη λέξη, επιστρέφει στην αρχέγονη συναλλαγή του Φάουστ: τι είμαστε διατεθειμένοι να παραδώσουμε για να αποκτήσουμε αυτό που επιθυμούμε;

Κι αν ο Faust συνιστά ξεκάθαρα το σύγχρονο έπος του δυτικού πολιτισμού, το δικό μας έπος, η Ιλιάδα φαίνεται συναντά αυτή τη φορά ένα άλλο έπος -αυτό του ποδοσφαίρου. Ο Νίκος Καραθάνος έφερε στη βραδιά ίσως την πιο απρόβλεπτη εξίσωση της σεζόν: τι σχέση έχουν οι σαράντα μία θυμωμένες ημέρες της Ιλιάδας με δύο χωριά που συναντιούνται σε ένα γήπεδο; Πολύ περισσότερη απ' όση νομίζουμε, αν δεχτούμε ότι και στα δύο υπάρχουν στρατόπεδα, ήρωες, θυμός, ταπείνωση, δόξα, σώματα που συγκρούονται και μια μπάλα -ή ένα πουκάμισο αδειανό, για να το πούμε ποιητικά και μια Ελένη-γύρω από την οποία μπορεί να στηθεί ένας ολόκληρος κόσμος. Δύο γυναίκες-προπονήτριες, νέα παιδιά από δύο χωριά και η ομηρική οργή μεταφερμένη στο γήπεδο συνθέτουν ένα από τα πιο παράδοξα στοιχήματα της χρονιάς.

Χορεύοντας μέσα στο metaverse

Στον χορό, η πρώτη εμφάνιση στην Ελλάδα του Ballet National de Marseille έρχεται για να ανατρέψει ήδη από τον τίτλο την εικόνα που μπορεί να έχει κανείς ακούγοντας «Εθνικό Μπαλέτο». Με τη (LA)HORDE στη διεύθυνσή του, πρόκειται για μια σύγχρονη χορογραφική συλλογικότητα που έχει μεγαλώσει μέσα στις underground κουλτούρες και έχει συνεργαστεί με μερικά από τα πιο αναγνωρίσιμα ονόματα της διεθνούς ποπ.

Η παράσταση που έρχεται στη Στέγη έχει περιγραφεί ως «metaverse dance»: δεκαέξι χορευτές συναντούν, κατά κάποιον τρόπο, τα avatars τους, μέσα σε ένα σύμπαν που δανείζεται κάτι από Barbie και κάτι από Grand Theft Auto, μέχρι και ένα πραγματικό αυτοκίνητο που εισβάλλει στη σκηνή. Παράλληλα, τα Onassis Dance Days επιστρέφουν για δέκατη τέταρτη χρονιά, επιμένοντας στην ελληνική χορογραφική δημιουργία, με κεντρικό έργο το Landless των Χρήστου Παπαδόπουλου και Γιώργου Κοτσιφάκη -την πρώτη τους χορογραφική συνεργασία, ένα σκοτεινό σόλο που αντιμετωπίζει το σώμα και τον χορό σχεδόν ως αρχιτεκτονική.

Το κοσμοπολίτικο underground

Κάπου εκεί, όμως, ήταν που η βραδιά απέκτησε πραγματικό μπιτ-ο γνώριμος ρυθμός της Στέγης. Γιατί όταν στη Στέγη λένε «μουσική», το party δεν βρίσκεται ποτέ πολύ μακριά -και τα πάρτι της είναι πάντα σημεία αναφοράς για τις διαφορετικές γωνιές της πόλης, από τη Συγγρού μέχρι την Κυψέλη. Borderline Festival, Stegi Radio Takeover, Speaking with Spirits: διαφορετικές νησίδες ενός ίδιου μουσικού αρχιπελάγους, που μπορεί να ξεκινά από την αραβική μουσική της Yasmine Hamdan και να περνά στην indie, την jazz, το post-punk, τους DJs και την ηλεκτρονική σκηνή. Η έκφραση που χρησιμοποιήθηκε ήταν ίσως η πιο εύστοχη: ένα «cosmopolitan underground», όπου συναντιούνται διαφορετικά έως ετερόκλητα είδη, πόλεις και εποχές χωρίς αποκλεισμούς-η πιο δημοκρατική συγκυρία με όπλο τη μουσική.

Και μέσα σε αυτό το σύμπαν εμφανίζεται ο Jim Jarmusch. Ο άνθρωπος που μπορεί με την ίδια φυσικότητα να είναι κινηματογραφιστής και ροκ σταρ, ο δημιουργός του Only Lovers Left Alive -που το είδαμε πρόσφατα, στις αρχές του καλοκαιριού, σε μια άλλη καλοκαιρινή ταράτσα της Στέγης στου Ρέντη- αναμένεται τον Μάρτιο στη Στέγη για κάτι που, προς το παρόν, μας λένε ότι το φυλάνε ως έκπληξη. Η σύνδεση, ωστόσο, είχε ήδη αρχίσει να διαγράφεται ξεκάθαρα αφού η Yasmine Hamdan, που εμφανίζεται και τραγουδά στην ταινία του Jarmusch, θα βρίσκεται στο Borderline, κλείνοντας έναν κύκλο ανάμεσα στο σινεμά και τη μουσική.

Από τον Wenders στη «Σπασμένη Φλέβα»

Το σινεμά, άλλωστε, δεν είναι πλέον μια παράλληλη δραστηριότητα της Στέγης αλλά ένας από τους βασικούς της άξονες. Από την τρισδιάστατη κινηματογραφική περιήγηση του Wim Wenders στην αρχιτεκτονική του Peter Zumthor μέχρι τη Sacrifice του Romain Gavras με ένα σχεδόν εξωπραγματικό καστ -Chris Evans, Anya Taylor-Joy, John Malkovich, Vincent Cassel, Salma Hayek, Charli XCX- και από τον Αλέξανδρο Βούλγαρη μέχρι την Κωνσταντίνα Κοτζαμάνη, τον Σύλλα Τζουμέρκα και την Ευαγγελία Κρανιώτη, η Στέγη επιχειρεί να βρίσκεται όχι απλώς στο τέλος της διαδρομής αλλά στην αρχή, στη στιγμή της σύλληψης της. Η Ελισάβετ Ηλία Γεωργιάδου περιέγραψε ακριβώς αυτή τη διαδικασία: ανάγνωση σεναρίων, δημιουργική συμμετοχή, παραγωγή και συμπαραγωγή, συνοδεία της ταινίας μέχρι τα διεθνή φεστιβάλ και ύστερα επιστροφή της στην Αθήνα. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται οι συνεργασίες με τις Νύχτες Πρεμιέρας, το Φεστιβάλ Δράμας και το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, αλλά και η νέα συνεργασία με το ARTE και το ARTE Kino Festival.

Ιδιαίτερη θέση είχε, αναπόφευκτα, η “Σπασμένη Φλέβα” του Γιάννη Οικονομίδη και η διαδρομή της προς τα Όσκαρ. Η Παναγιωτάκου δεν περιορίστηκε στην καλλιτεχνική αξία του σκηνοθέτη αλλά στάθηκε σε κάτι πολύ πιο σπάνιο που είναι η γενναιοδωρία που έχει δείξει ο σκηνοθέτης απέναντι στους νεότερους δημιουργούς καθώς έχει προτείνει, σε διαφορετικές συγκυρίες, στη Στέγη ταινίες νέων Ελλήνων σκηνοθετών που θεωρεί ότι αξίζει να υποστηριχθούν. Γιατί, όπως είπε, «το ήθος έχει σημασία» -και ίσως αυτή να είναι μια από τις πιο ουσιαστικές φράσεις που ακούστηκαν ολόκληρη τη βραδιά.

Στην ίδια λογική της τέχνης ως χώρου δημόσιας συνομιλίας εντάσσεται και το Athens Palestine Film Festival, που διευρύνεται σε τριήμερο, από 29 έως 31 Οκτωβρίου, δημιουργώντας περισσότερο χώρο για ταινίες αλλά και για συζητήσεις γύρω από την παλαιστινιακή ταυτότητα, κάτι που, όπως ειπώθηκε, δεν τόλμησαν να κάνουν ούτε στο Παρίσι.

Bella Freud, Gillian Anderson και Slavoj Žižek

Και επειδή η Στέγη έχει αποδείξει ;oτι ποντάρει πολύ στις ουσιαστικές, ανθρώπινες, συζητήσεις, φέρνοντας κοντά στο κοινό, κορυφαίες προσωπικότητες η Παναγιωτάκου θα συναντήσει τρεις ετερόκλητες μεn, πλην όμως άκρως ενδιαφέρουσες προσωπικότητες. Πρώτα την Bella Freud, κόρη του Lucian Freud, σχεδιάστρια και δημιουργό του podcast Fashion Neurosis, όπου ένα ρούχο μπορεί να λειτουργήσει ως ψυχαναλυτικό κίντρο. Έπειτα την Gillian Anderson, ηθοποιό αλλά και δημιουργό τοy Want, του βιβλίου που συγκέντρωσε ανώνυμες εξομολογήσεις γυναικών γύρω από την επιθυμία. Και τέλος τον Slavoj Žižek, τον φιλόσοφο που κατόρθωσε κάτι που πριν από μερικές δεκαετίες να μετατρέψει τη φιλοσοφία, την ιδεολογία και την ψυχανάλυση σε υλικό που κυκλοφορεί από τις πανεπιστημιακές αίθουσες μέχρι το TikTok.

Το μέλλον πρέπει ίσως να μάθει να ξεχνά

Κι έπειτα ήρθε η τεχνολογία. Όχι όμως ως η συνηθισμένη θριαμβευτική αφήγηση ενός μέλλοντος όπου οι μηχανές λύνουν τα πάντα. Το ONX -το εξαετές, άτακτο «αγοράκι», όπως το περιέγραψε χαριτολογώντας η Παναγιωτάκου σε αντιδιαστολή με τη δεκαεξάχρονη Στέγη- ξεκίνησε στη Νέα Υόρκη ως χώρος αφιερωμένος περισσότερο στο VR και στο AI και σήμερα δρα ανάμεσα στη Νέα Υόρκη και το Ρέντη. Η βασική του θέση παραμένει και αυτή επίμονα ανθρωποκεντρική (ευτυχώς η Στέγη έχει τέτοιες ευχάριστες εμμονές): πώς μπορεί το ψηφιακό να παραμένει χειροποίητο και ο άνθρωπος να βρίσκεται στο κέντρο ακόμη και σε μια εποχή που αρέσκεται να αυτοχαρακτηρίζεται μετα-ανθρώπινη;

Όπως μας ανακοίνωσε ο διευθυντής του τμήματος ψηφιακής ανάπτυξης και καινοτομίας του προγράμματος ONX του Ιδρύματος Ωνάση, Πρόδρομος Τσιαβός, η φετινή θεματική Machine Unlearning, ίσως είναι η πιο εύγλωττη απάντηση. Αν οι αλγόριθμοι πρέπει να εκπαιδευτούν για να λειτουργήσουν, υπάρχει και η αντίστροφη διαδικασία: η απομάθηση. «Πώς μπορούμε να κάνουμε τον αλγόριθμο να ξεχάσει, για να μπορέσουμε κι εμείς να υπάρξουμε ως άνθρωποι;» είναι το κυρίαρχο ερώτημα που θα μας απασχολήσει-και εμάς και τη Στέγη. Ως εκ τούτου το «The Future is Analog» δεν μοιάζει ένα ρετρό σύνθημα, που ακούγεται κατ εξακολούθηση, αλλά μια πολύ πιο σύγχρονη πολιτική και αισθητική θέση.

Η μόδα ως τρόπος να λες ποιος είσαι

Σε αυτό το συνεχές άνοιγμα των ορίων εντάσσεται και ένα νέο κεφάλαιο: η μόδα. Όχι, όπως τόνισε η Παναγιωτάκου, ως glamour ή status, αλλά ως δημιουργική γλώσσα, ένας δημιουργικός τρόπος κατάκτησης της ταυτότητας και της έκφρασης. Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο κινείται η συνεργασία με το Central Saint Martins, με residents και mentoring, που εντάσσεται στη διαρκώς διευρυνόμενη οικογένεια του Onassis AiR. Έπειτα από οκτώ χρόνια λειτουργίας, το πρόγραμμα φτάνει πλέον περίπου τους τριακόσιους fellows: δημιουργούς από το σινεμά, τον χορό, το θέατρο, τα εικαστικά και τώρα τη μόδα, οι οποίοι δεν αντιμετωπίζονται ως ονόματα μιας λίστας υποτροφιών αλλά ως κοινότητα που εξακολουθεί να υποστηρίζεται και μετά το τέλος του residency. Ο άνθρωπος που ανέλαβε να συντονίσει αυτή τη δυναμική συνύπαρξη της τέχνης και της μόδας στη Στέγη είναι ο πολύπειρος Σταύρος Καρέλης.

Και στο τέλος, Δημήτρης Παπαϊωάννου

Επειδή για τη Στέγη σημασία έχουν οι μακροχρόνιες φιλίες, η απόδειξη είναι ότι οι καλλιτέχνες όπως ο The Boy, o Καραθάνος και ο Νιάρρος επιστρέφουν διαρκώς στο αγαπημένο τους σπίτι: ειδικά ο τελευταίος επιστρέφει με μια άκρως πρωτότυπη πρόταση στήνοντας μαζί με την Ομάδα ΝΥΞ στήνουν ένα παράξενο εργαστήριο προσομοίωσης της ανθρώπινης ζωής με τη νέα τους παράσταση, 2Β – Απαγωγή και Παρατήρηση-πρεμιέρα στη Μικρή Σκηνή τον Μάρτιο. Σε αυτή την παράξενα εμβυθιστική εμπειρία, ενσαρκώνει υιοθετώντας φαρσικά καφκικά στοιχεία ένα ανθρώπινο υποκείμενο υπό συνεχή παρατήρηση από τρία μυστηριώδη υπερπλάσματα-ερευνητές.

Αλλά ο Δημήτρης Παπαϊωάννου, αφήνοντας, όπως λέει πίσω του τις μεγάλες διαδρομές, ετοιμάζει στο Ρέντη μια μεγάλη μονογραφική έκθεση. «Αυτή την έκθεση που ετοιμάζουμε, μια πολύ μεγάλη έκθεση, την ονειρευόμαστε πολλά χρόνια», είπε σε έναν de profundis τόνο. Η δεκατριάχρονη περιοδεία του στον κόσμο τον έκανε, όπως εξήγησε, να επανεξετάσει τη σχέση του με τη σκηνή και να αναρωτηθεί κατά πόσο ήθελε να εξακολουθήσει να περνά τη ζωή του με αυτό τον τρόπο. Και έτσι αποφάσισε να πατήσει φρένο σταματώντας τις περιοδείες και επιστρέφοντας στο τεράστιο αρχείο του για να ξαναδεί τις εικόνες, τις σωματικές εφευρέσεις και τις ιδέες που επί χρόνια είχαν ενταχθεί στη δραματουργία των παραστάσεών του, ενώ ίσως μπορούσαν να αποκτήσουν μια δεύτερη ζωή ως γλυπτά, εγκαταστάσεις και αυτόνομα έργα.

Σαν να μην έφτανε αυτό, η επιστροφή στο αρχείο άνοιξε μια ακόμη πόρτα, ακόμη βαθύτερα πίσω στον χρόνο: στα κόμικς που δημιουργούσε τη δεκαετία του '80, όταν ανήκε στην ελληνική underground σκηνή, πριν από το θέατρο, με post-punk και queer δουλειές που τώρα πρόκειται να μεταφραστούν και να εκδοθούν στη Νέα Υόρκη, παράλληλα με την έκθεση. Ως γνωστόν, η σχέση του Δημήτρη Παπαιωάνου με τη Στέγη ξεκίνησε το 2015 με το Still Life, στην απαρχή της μεγάλης διεθνούς διαδρομής του και τώρα, με ειρωνικό τρόπο, επιστρέφει σε ένα νέο είδος ακινητοποίησης στον χρόνο ζητώντας μας να σταθούμε μπροστά σε ένα έργο όσο πρέπει, να αποστασιοποιηθούμε, να επιστρέψουμε και να το ξαναδούμε με άλλο βλέμμα-και ίσως αυτό να είναι το σκεπτικό όλου του φετινού προγραμματισμού-η αλλαγή του βλέμματος και η ένταση των συναισθημάτων.

Ρολόγια που άλλα δείχνουν την ώρα κι άλλα όχι

Γι' αυτό και όλους εμάς τους προσκεκλημένους της παρουσίασης δόθηκαν παλιά ρολόγια -μια ιδέα του Σταύρου Καρέλη- αγορασμένα από παλιατζίδικα της Αθήνας. Κάποια λειτουργούσαν, κάποια είχαν σταματήσει. Στο πίσω μέρος τους είχε χαραχτεί η φράση του Brian Eno: The only product of art is feelings. Πρόκειται για ένα μικρό, συμβολικό αντικείμενο που, ωστόσο απέκτησε διαφορετικό οντολογικό και χωροχρονικό νόημα τόσο για τον πολιτιστικό οργανισμό που έγινε πια δεκαέξι, όσο για παιδιά που μόλις αρχίζουν να ανακαλύπτουν τον κόσμο μέσα σε καινούργια σχολεία αλλά και για όλους εμάς που προσπαθούμε να κατανοήσουμε έναν κόσμο που τρέχει με ταχύτητες που μας ξεπερνούν-και μας αναγκάσουν να ξαναδούμε τι σημαίνει άνθρωπος.

«Στη Στέγη μετράμε τον χρόνο σε συναισθήματα», είπε η Αφροδίτη Παναγιωτάκου -και αυτό είναι τελικά που μετράει είτε μιλάμε για τον Turing, τον Goethe, τον Όμηρο, τον Jarmusch, τον Wenders ή τον Παπαϊωάννου. «Όλη η ιστορία είναι να κάνεις κάτι και να έχει νόημα αυτό που κάνεις» κατέληξε η καλλιτεχνική διευθύντρια και το στοίχημα που βάλαμε φέτος είναι απέναντι στον κόσμο των συγκρούσεων να γίνουμε συναισθηματικά και πραγματικά δημιουργικοί.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr