Γιώργος Μαζωνάκης: Ένας τραγουδιστής με τη στόφα του σταρ που μπορούσε να ερμηνεύσει από βαρύ ζεϊμπέκικο μέχρι ραπ
09.09.202622:15
Αναστασία Κουκά
Άφησε στη νυχτερινή διασκέδαση το δικό του, απόλυτα αναγνωρίσιμο αποτύπωμα και ήταν αυθεντικά εκκεντρικός γι' αυτό και περνούσε στον κόσμο
«Ανήκω σε μένα και στα όνειρά μου, δεν θέλω κανένα μες τη μοναξιά μου»: Οι στίχοι αυτοί μιας από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του Γιώργου Μαζωνάκη χαρακτηρίζουν απόλυτα τη ζωή και την προσωπικότητά του. Γιατί μπορεί να έκανε από νωρίς μεγάλα όνειρα και να τα πραγματοποίησε, το αίσθημα της μοναξιάς, ωστόσο, τον συνόδευε πάντα, σαν σκιά. Τα τελευταία χρόνια, μάλιστα, ακόμη πιο έντονο και βασανιστικά. Ίσως, αυτό είναι το βαρύ τίμημα που πληρώνουν όσοι έχουν άστρο και ξεχωρίζουν, επιλέγοντας να ξεφύγουν από την πεπατημένη, φλερτάροντας συχνά με σκοτάδια ενίοτε και με τον θάνατο. Κι ο Γιώργος Μαζωνάκης είχε, αναμφισβήτητα, τη στόφα του σταρ.
Το τέλος του ήρθε απρόσμενα, πρόωρα, εκκωφαντικά...Η καρδιά του εκκεντρικού αλλά και βαθιά ευαίσθητου τραγουδιστή, που ξεκίνησε από τις λαϊκές φτωχογειτονιές του Πειραιά και έγινε πρώτο όνομα στην εγχώρια νυχτερινή διασκέδαση, σταμάτησε να χτυπά, τα καταγάλανα μάτια του έκλεισαν για πάντα και η φωνή του, με αυτή την απόλυτα αναγνωρίσιμη χροιά, σώπασε, οριστικά κι αμετάκλητα.
Όλα αυτά σε μια χρονική περίοδο που ετοιμαζόταν για τη δυναμική του επιστροφή του στα νυχτερινά δρώμενα της πόλης και, όπως μαθαίνουμε από συνεργάτες του, είχε ένα καθημερινό πρόγραμμα με υποχρεώσεις που περιελάμβαναν φωτογραφήσεις, πρόβες, συναντήσεις… Η ξαφνική είδηση του θανάτου του άφησε τους ανθρώπους με τους οποίους συνεργαζόταν τον τελευταίο καιρό απόλυτα σοκαρισμένους, ανίκανους να συνειδητοποιήσουν το αιφνίδιο πέρασμά του από τη ζωή στο θάνατο.
Μια ζωή στην οποία η μουσική και το τραγούδι έπαιζαν, από πολύ νωρίς, πρωταγωνιστικό ρόλο. Γιατί όταν ο έφηβος Γιώργος άκουγε στο ραδιόφωνο τον Πάριο, τη Χαρούλα, τη Μαρινέλλα, τον Διονυσίου αλλά και τις κασέτες με τους ξένους ροκ σταρ, ένιωθε μέσα του ότι αυτό ήταν που ήθελε να κάνει κι εκείνος στη ζωή του. Να πάρει ένα μικρόφωνο και να τραγουδά για έρωτες, φιλίες, χαρές και λύπες, παρασύροντας το κοινό του με τις ερμηνείες του αλλά τη σκηνική του παρουσία η οποία δεν θα θύμιζε κανέναν καλλιτέχνη απ’ όσους είχαν ανέβει μέχρι τότε στην πίστα. Και τα κατάφερε.
Από τις γειτονιές της Νίκαιας όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε, βρέθηκε στην Πάτρα να κάνει τα πρώτα μουσικά του βήματα. Εκεί, σε ένα μαγαζί της αχαϊκής πρωτεύουσας τον ανακάλυψαν οι άνθρωποι της δισκογραφικής εταιρείας Polygram, διέκριναν το ταλέντο, το πάθος και το έμφυτο σταριλίκι του και τού άνοιξαν την πόρτα της ελληνικής δισκογραφίας στην οποία ο ίδιος συστήθηκε το 1993, με τον δίσκο «Μεσάνυχτα και κάτι», κάνοντας μια πολύ δυναμική είσοδο.
Η απογείωση, ωστόσο, ήρθε έναν χρόνο αργότερα με το άλμπουμ «Με τα μάτια να το λες» το οποίο περιείχε το ομώνυμο κομμάτι, που έγινε το απόλυτο σουξέ της εποχής, κι άλλα επιτυχημένα τραγούδια όπως το «3 το πρωί». Η δεκαετία που ακολούθησε ήταν για εκείνον κάτι παραπάνω από θριαμβευτική. Το όνομά του γράφτηκε με τεράστια γράμματα στις λαμπερές μαρκίζες της παραλιακής και της Λ. Συγγρού, τα τραγούδια του, από το ραπ «Το Gucci φόρεμα» και το ξεσηκωτικό χορευτικό «Ζηλεύω» μέχρι το ευαίσθητο «Θέλω να γυρίσω στα παλιά» και τη διασκευή της λαϊκής μπαλάντας «Σ’ έχω κάνει Θεό» έπαιζαν ασταμάτητα παντού.
Ο Μαζωνάκης είχε πλέον καθιερωθεί ως ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα της εγχώριας μουσικής διασκέδασης καταφέρνοντας να δημιουργήσει αυτό που μόνον όσοι διαθέτουν άστρο μπορούν: φανατικούς θαυμαστές και ορκισμένους εχθρούς. Η ιδιαίτερη φωνή του, που σε καμία περίπτωση δεν ήταν τέλεια τεχνικά μπορούσε όμως να ερμηνεύσει τα πάντα με συναίσθημα, η εκκεντρικότητα του, χάρη στην οποία δεν δίσταζε να κάνει ακραίες ενδυματολογικές και στυλιστικές επιλογές που κανείς άλλος δεν θα τολμούσε, η αυτοπεποίθησή του εξαιτίας της οποίας κατάφερνε να γεμίζει τη σκηνή και να μονοπωλεί τα βλέμματα, όλα αυτά ήταν που τον έκαναν μοναδικό. Κι αυτή τη μοναδικότητα και την αυθεντικότητά του την αναγνώριζαν ακόμη κι όσοι δεν άκουγαν τα τραγούδια του.
Άνθρωπος δυναμικός αλλά και βαθιά συναισθηματικός, με πάθη, τα οποία πάλευε να χαλιναγωγήσει κατά καιρούς, πληγώθηκε βαθιά τα τελευταία χρόνια από τη σκληρή διαμάχη που είχε με μέλη της οικογένειάς του, για οικονομικούς λόγους, η οποία τον οδήγησε μέχρι και σε προσωρινό εγκλεισμό του σε ψυχιατρική κλινική. Κάπου εκεί η ζωή του άρχισε να παίρνει σκοτεινές διαστάσεις και ο ίδιος να μετατρέπεται σε έναν τραγικό ήρωα.
Παρόλα αυτά δεν το έβαζε κάτω. Προχωρούσε, συνέχιζε, προσπαθούσε να βρει τα πατήματά του, τραγουδούσε...Μέχρι πριν λίγες, ώρες, «Ώρες μικρές» που, έτσι ξαφνικά, γύρισε την πλάτη και πήρε το δρόμο που δεν έχει επιστροφή.