Άντονι Μαν: Το ξεχωριστό σκηνοθετικό βλέμμα, τα θρυλικά γουέστερν με τον Τζέιμς Στιούαρτ και ο Ελ Σιντ

Ο Μαν κατέκτησε μία περίοπτη θέση ανάμεσα στους κορυφαίους του αμερικάνικου σινεμά κυρίως με αριστοτεχνικά γουέστερν

Η υπογραφή του αποτελεί εγγύηση. Δεν υπάρχει ταινία τού Άντονι Μαν που να περνά αδιάφορα, ενώ τα κλασικά, αριστοτεχνικά του γουέστερν, όπου διακρίθηκε ιδιαίτερα, αν δεν υπήρχε ο μέγας Τζον Φορντ, είναι τα ποιοτικότερα του είδους, καθώς διακρίνονται για τον στοχασμό τους και την ανάλυση χαρακτήρων, τη δεξιοτεχνική τους δομή και την απαράμιλλη σκηνοθετική τους ματιά. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι είναι από τους ελάχιστους σκηνοθέτες που από τα πρώτα πλάνα των ταινιών του καταλαβαίνεις ότι πρόκειται για δικό του έργο.

Ο Αμερικάνος σκηνοθέτης, ξεκίνησε να διαμορφώνει το σκηνοθετικό του στιλ στα φιλμ νουάρ, να κατακτά την άνεση στη χρήση της κάμερας και των φωτισμών, ενώ στην ύστερη περίοδο της καριέρας του, που διακόπηκε απότομα και πρόωρα από μία μοιραία καρδιακή προσβολή, διακρίθηκε και στα ιστορικά έπη - θυμηθείτε μόνο το «Ελ Σιντ».

Το διακριτό σκηνοθετικό βλέμμα του Μαν, είναι πανταχού παρόν, όπως και η διείσδυση σε βάθος στους χαρακτήρες των ταινιών του. Καταφέρνοντας να περάσει το νουάρ στο γουέστερν, να συνδέσει το βάναυσο με τις υπαρξιακές αγωνίες και το αυθεντικό ψυχαγωγικό σινεμά με κάτι βαθύτερο, έστελνε τα μηνύματα, που ήθελε να περάσει, με ακρίβεια σφαίρας στο μυαλό και την καρδιά του θεατή, ενώ δεξιοτεχνικά ενσωμάτωνε τα τοπία ως μέρος της αφήγησής του.

Ο Μαν κατέκτησε μία περίοπτη θέση ανάμεσα στους κορυφαίους του αμερικάνικου σινεμά, ανάμεσα στους σινεφίλ και τους μελετητές του παγκόσμιου κινηματογράφου. Παρότι σήμερα μάλλον αγνοείται από το ευρύτερο κοινό, οι ταινίες του είναι πασίγνωστες και ειδικά τα οχτώ θρυλικά γουέστερν, που γύρισε με τον Τζέιμς Στιούαρτ, ο οποίος με την προσωπικότητά του και την υποκριτική του δεινότητα προσέδωσε μία διαφορετική προσέγγιση στον Αμερικάνο ήρωα, τον έκανε ανθρώπινο, πολλές φορές ευάλωτο, διχασμένο ανάμεσα στο καλό και το κακό, χωρίς τα στερεότυπα του γουέστερν να κυριαρχούν πάνω του.

Συμπληρώνοντας 120 χρόνια από τη γέννησή του (30 Ιουνίου 1906) και περίπου 60 χρόνια από τον πρόωρο θάνατό του (1967), πάνω στα γυρίσματα της ταινίας «A Dandy in Aspic» - ο Άντονι Μαν, παραμένει ένας δάσκαλος της σκηνοθεσίας, παρότι δεν τιμήθηκε ποτέ με το Όσκαρ ή άλλες τιμητικές διακρίσεις - «θύμα» και αυτός μιας εποχής που η Ακαδημία θεωρούσε «δεύτερο» κινηματογραφικό είδος τα γουέστερν ή τα φιλμ νουάρ.

Ανιχνεύοντας ταλέντα

Ο Έμιλ Άντον Μπούτσμαν, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, γεννήθηκε στο Σαν Ντιέγκο της Καλιφόρνιας, από δασκάλους γονείς, πέρασε δύσκολα παιδικά χρόνια λόγω των προβλημάτων υγείας του πατέρα του, που πέθανε πρόωρα. Ο νεαρός Μαν εγκατέλειψε το σχολείο για να γίνει ηθοποιός και να βοηθήσει οικονομικά τη μητέρα του, ενώ πολύ γρήγορα έφτιαξε τη δική του θεατρική ομάδα. Μετά από αρκετές περιπέτειες, το 1937 εντάχθηκε στην εταιρεία παραγωγής του διάσημου Ντέιβιντ Ο. Σέλζνικ, ως ανιχνευτής ταλέντων και υπεύθυνος κάστινγκ, ενώ το 1940 μετακόμισε στην Paramount, δουλεύοντας ως βοηθός σκηνοθέτης και ιδιαίτερα με τον Πρέστον Στάρτζες. Ο τελευταίος, διακρίνοντας το ταλέντο του, τον παρότρυνε να κάνει τις δικές του ταινίες.
Άντονι Μαν

Μπαίνοντας στα βαθιά του νουάρ

Το 1942, ο Μαν έκανε το σκηνοθετικό του ντεμπούτο, με το αγωνιώδες θρίλερ «Dr. Broadway», ενώ το επόμενο διάστημα γύρισε τρία φιλμ νουάρ, χαμηλού προϋπολογισμού, μεταξύ των οποίων και το γοτθικό «Strangers in the Night». Με αυτές τις ταινίες, αποκαλύπτει τις, «άγουρες» ακόμη, στιλιστικές και θεματικές αναζητήσεις του, που τραβούν, όμως, την προσοχή των παραγωγών. Ακολούθησε μία σειρά από ταινίες, που σιγά σιγά τον καθιέρωσαν, ενώ το 1947 παρουσίασε το «Railroaded!», μία φτηνή παραγωγή που είχε το αξιοσημείωτο ενδιαφέρον της, κυρίως λόγω του χαρακτήρα που υποδύεται έξοχα, αυτή η «παλιόφατσα», ο Τζον Άιρλαντ, στον ρόλο ενός ψυχοπαθή εγκληματία (ξυλοκοπάει τις ερωμένες του και αρωματίζει τις σφαίρες με το άρωμά τους). Την ίδια χρονιά, γύρισε το αστυνομικό θρίλερ «T-Men», σκηνοθετημένο σε ντοκιμαντερίστικη φόρμα. Τον επόμενο χρόνο, ο Μαν τα πάει ακόμη καλύτερα, με το «Raw Deal», ένα φιλμ ωδή στην αισθητική του νουάρ, ένα συναρπαστικό παιχνίδισμα φωτός και σκιάς, με κάθε του πλάνο να αποτελεί σκηνοθετικό μάθημα.

Η στροφή στο γουέστερν και ο Τζίμι

Αναγνωρίζοντας τη φθίνουσα πορεία του φιλμ νουάρ, ο Μαν κάνει μία μεγάλη στροφή στην καριέρα του, μπαίνοντας στο σύμπαν του γουέστερν, για να του προσδώσει τα δικά του ευδιάκριτα χαρακτηριστικά. Έτσι, η δεκαετία του ‘50 ξεκινά με το κλασικό γουέστερν «Winchester '73» και ταυτόχρονα εγκαινιάζει τη συνεργασία του με τον Τζίμι Στιούαρτ. Ένα υπέροχο ψυχαγωγικό φιλμ, που μέσα από την απλή ιστορία του, τη δυνατή αφήγηση και τους δουλεμένους χαρακτήρες, συναρπάζει ακόμη και σήμερα. Ακολουθούν, πάντα με τον Στιούαρτ πρωταγωνιστή, τα γουέστερν: το γοητευτικότατο «Χαμένο Καραβάνι» και το σκοτεινό «Ο Τελευταίος Ζωντανός», δυο φιλμ για την απληστία. Τα επόμενα δυο χρόνια κάνει ένα μικρό διάλειμμα από τα γουέστερν, με δυο πολύ καλά δράματα - πάντα με Στιούαρτ - το «Thunder Bay» και το βιογραφικό «The Glenn Miller Story», αποδεικνύοντας την αδιαμφισβήτητη ικανότητά του και σε άλλα κινηματογραφικά είδη.

Υπονομεύοντας την αρρενωπότητα

Το 1954 επιστρέφει στα γουέστερν με το «Far Country» (1954), όπου και πάλι - εκτός από τον Στιούαρτ, επαναφέρει και το θέμα της απληστίας, ενώ από το έξοχο καστ ξεχωρίζουν οι Γουόλτερ Μπρέναν και Ρουθ Ρόμαν. Το 1955 γυρίζει το ενδιαφέρον πολεμικό δράμα «Strategic Air Command», ενώ την ίδια χρονιά ολοκληρώνει τη συνεργασία του με τον Τζίμι Στιούαρτ με την αριστουργηματική «Καταραμένη Κοιλάδα». Εδώ για πρώτη φορά ο Μαν σκάβει ακόμη πιο βαθιά στην ψυχολογία των ηρώων, υπογραμμίζοντας και συνάμα υπονομεύοντας την βλαβερή αρρενωπότητα, ενώ στα ανοιχτά σινεμασκόπ πλάνα του, με τη βοήθεια του φυσικού τοπίου (μία από τις μεγάλες αρετές του ήταν και η επιλογή φυσικών τοποθεσιών), αναδεικνύει τον χαμένο ηρωισμό του παρελθόντος, με τον Στιούαρτ να είναι υποβλητικός με τα αμφίσημα στοιχεία του χαρακτήρα του και τον συμπρωταγωνιστή Άρθουρ Κένεντι να αποκαθηλώνει την αρσενική παλικαριά.

Το αστέρι στον αντιήρωα

Αμέσως μετά σκηνοθετεί το χορταστικό και όμορφο γουέστερν «The Last Frontier» με τον συμπαθή γίγαντα και μονοδιάστατο Βίκτορ Ματσιούρ, που όμως εντάσσεται αρμονικά στο καλογραμμένο στόρι και τους σύνθετους χαρακτήρες, ενώ το 1957 παραδίδει ένα από τα καλύτερα γουέστερν της κλασικής εποχής. Το αριστουργηματικό «The Tin Star», που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και η άλλη όψη του νομίσματος του «Τρένου θα Σφυρίξει Τρεις Φορές», καθώς το αστέρι του σερίφη, σύμβολο της νομιμότητας στο φαρ-ουέστ δεν πέφτει στη λάσπη, αλλά ούτε στον ήρωα. Τοποθετείται σε έναν ντροπαλό, καχεκτικό αντιήρωα, έναν άνθρωπο με αρχές, αξίες και ψυχικό σθένος, κόντρα στους «νοικοκυραίους» μιας πόλης και τους τραμπούκους που τους καταδυναστεύουν. Υπέροχη ασπρόμαυρη φωτογραφία και ένας Άντονι Πέρκινς να στέκεται επάξια δίπλα στον θρυλικό Χένρι Φόντα. Και μόνο η αρχική σεκάνς, που μοιάζει με μονοπλάνο, είναι ενδεικτική της σκηνοθετικής ευφυίας του Μαν.

Επικές υπερπαραγωγές

Ουσιαστικά κλείνει τον κύκλο των γουέστερν το 1958, με το έξοχο «Ο Άνθρωπος Από τη Δύση», που θυμίζει ψυχολογικό θρίλερ, στο οποίο πρωταγωνιστούν αξιοθαύμαστα Γκάρι Κούπερ και Λι Τζ. Κομπ, για να μπει στον χώρο του επικού ιστορικού θεάματος. Το 1961 παρουσιάζει το κλασικό «Ελ Σιντ», αξιοποιώντας το καλογραμμένο σενάριο και έχοντας τα εφόδια να διαχειριστεί μία σπάνια υπερπαραγωγή (8.000 κομπάρσοι, γιγάντια ντεκόρ, 35 κατασκευές πλοίων κλπ), δημιουργώντας μία από τις καλύτερες ταινίες του είδους με τον Τσάρλτον Ίστον και την Σοφία Λόρεν (κεντρ. φωτ.). Ακολουθεί η εντυπωσιακή υπερπαραγωγή, αλλά όχι το ίδιο πετυχημένη, «Η Πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας», κάτι που φάνηκε εμφαντικά και στα ταμεία, για να κλείσει με τη σφιχτοδεμένη επική πολεμική περιπέτεια «Οι Ήρωες του Τέλεμαρκ», με Κερκ Ντάγκλας και Ρίτσαρντ Χάρις.

Φινάλε θρίλερ

Ο Άντονι Μαν, που έζησε μία ζωή μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, παντρεύτηκε τρεις φορές - δεύτερη σύζυγός του η πανέμορφη Ισπανίδα ηθοποιός Σάρα Μοντιέλ - και απέκτησε τρία παιδιά, πέθανε ξαφνικά στις 29 Απριλίου του 1967 σε δωμάτιο ξενοδοχείου στο Βερολίνο, όπου είχε αρχίσει τα γυρίσματα του κατασκοπικού θρίλερ «A Dandy in Aspic», με τον Λόρενς Χάρβεϊ, ο οποίος ολοκλήρωσε και τα γυρίσματα.

Η αγένεια στη λεωφόρο της δόξας

Για την προσφορά του στον κινηματογράφο, απέκτησε ένα αστέρι στη Λεωφόρο της Δόξας του Χόλιγουντ, μία ασήμαντη επιβράβευση για το μέγεθος της σκηνοθετικής του δεινότητας. Μια αγένεια απέναντι στον σκηνοθέτη που συνέβαλε στον μύθο του γουέστερν και του φιλμ νουάρ. Και ταυτόχρονα μια υπενθύμιση για όσους αγαπούν τα δυο σχεδόν μουσειακά κινηματογραφικά είδη, ότι η απαξίωσή τους σήμερα, δεν οφείλεται αποκλειστικά στην αλλαγή των εποχών και τη λαίλαπα των ραμποϊδών ηρώων αρχικά και στη συνέχεια των ψηφιακών υπερηρώων της Marvel, αλλά κυρίως στην έλλειψη μεγάλων σκηνοθετών, εμπνευσμένων καλλιτεχνών και ατσάλινων χαρακτήρων, όπως ο Άντονι Μαν.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr