Lauren Weisberger, η συγγραφέας που δούλεψε με τον «Διάβολο» της Vogue

Ενας χρόνος θητείας δίπλα στην πανίσχυρη Αννα Γουίντουρ τής έδωσε όσο υλικό χρειαζόταν για να γράψει το πρώτο της μυθιστόρημα «The Devil Wears Prada». Πού να φανταζόταν ότι αυτό το κομμάτι της ζωής της θα έφτανε να σαρώνει στο box office;

Αν δεν υπήρχε η Λόρεν Γουάιζμπεργκερ, δεν θα γνωρίζαμε ποτέ ποιον οίκο μόδας προτιμάει ο διάβολος. Το ότι στη συλλογική συνείδηση παραμένει τόσο άγνωστη όσο διάσημη έγινε η ταινία που βασίστηκε στο πρώτο της βιβλίο, είναι απολύτως δική της επιλογή.

Αν Χάθαγουεϊ, Μέριλ Στριπ και Εμιλι Μπλαντ στην ταινία «Ο διάβολος φοράει Prada» (2006)

Ψηλή, ξανθιά, εμφανίσιμη, πολύ πιο πλούσια απ’ όσο θα φανταζόταν ποτέ χάρη στις παχυλές εισπράξεις τόσο αυτού του βιβλίου όσο και των επόμενων, η Γουάιζμπεργκερ θα μπορούσε να νιώθει σταρ στο είδος της και να φοράει όχι μόνο Prada, αλλά και οποιαδήποτε άλλη φημισμένη φίρμα της μόδας. Θα μπορούσε επίσης να κυκλοφορεί σε κοσμικά πάρτυ, να συγχρωτίζεται με διασημότητες, να δίνει συνεντεύξεις -OK, έχει δώσει κάποιες, μετρημένες στα δάχτυλα και μάλλον με το ζόρι-, να εκμεταλλεύεται εν πάση περιπτώσει τη φήμη της ως η γυναίκα που παρουσίασε την Αννα Γουίντουρ ως τον θηλυκό άρχοντα της κόλασης και πληρώθηκε αδρά γι’ αυτό.

Ομως ποτέ δεν την ενδιέφεραν τα λούσα και οι κοσμικότητες. «Είμαι ο τύπος του ανθρώπου που του αρέσει να παρακολουθεί το “American Idol” με τις πιτζάμες. Η δημοσιότητα με ξενίζει. Ακόμα και μια συνέντευξη μέσω Zoom με κάνει να νιώθω άβολα», επιβεβαιώνει η ίδια.

Αυτό που ήθελε πάντα ήταν να γράφει. Σε περιοδικά. Και σε εφημερίδες. Και ίσως, αν της ερχόταν πότε η θεία έμπνευση, βιβλία. Αλλά το τελευταίο τής φαινόταν μάλλον άπιαστο όνειρο πίσω στο 1999, όταν ήταν ακόμα 22 ετών, άρτι αποφοιτήσασα από το Πανεπιστήμιο Κορνέλ και χτυπούσε δειλά την πόρτα της «Vogue» με ένα βιογραφικό που δεν άξιζε να του ρίξει κανείς δεύτερη ματιά.
Το βιβλίο «Ο διάβολος φοράει Prada» είχε και τα συγγραφικά του σίκουελ

«Στην πραγματικότητα ήταν η πρώτη μου σοβαρή δουλειά, αν εξαιρέσουμε το περιστασιακό babysitting και τη θέση πωλήτριας σε ένα κατάστημα που πουλούσε παγωμένο γιαούρτι», θυμάται, αλλά παραδόξως κάποιος από το Τμήμα Ανθρώπινου Δυναμικού της Condé Nast το ξεχώρισε από τη στοίβα και την κάλεσε για συνέντευξη. Αργότερα συναντήθηκε και με την ίδια την Αννα Γουίντουρ, την πανίσχυρη διευθύντρια της «Vogue», που εδέησε να της δώσει τη θέση της περιστασιακής βοηθού της, γιατί ήταν περίοδος αδειών και οι μόνιμες έφευγαν για διακοπές.

Κάπως έτσι η Γουάιζμπεργκερ τρύπωσε στον κόσμο της αμερικανικής «βίβλου της μόδας» και κάπως έτσι ξεκίνησε μια περίοδος που η ίδια τη χαρακτήρισε «η χρονιά που όλοι μου έβαζαν τις φωνές». «Το πρωί ξυπνούσα με τα φωνητικά μηνύματα που μου είχαν αφήσει στη διάρκεια της νύχτας, με πράγματα που μου ανέθεταν να κάνω οπωσδήποτε και αμέσως. Κάθε λεπτό σε εκείνο το γραφείο έμοιαζε με κατάσταση εκτάκτου ανάγκης. Είχα μπει στη λειτουργία επιβίωσης».

Με τον σύζυγό της Μάικλ Κοέν και τα δύο παιδιά τους στην πρεμιέρα της ταινίας «Ο διάβολος φοράει Prada 2» στη Νέα Υόρκη (2026)

Αντεξε έντεκα μήνες. Η επόμενη δουλειά ήταν σε ένα ταξιδιωτικό έντυπο όπου οι συνθήκες έμοιαζαν με χαλαρό περίπατο στο πάρκο μετά την κόλαση της «Vogue» της Γουίντουρ. Η Γουάιζμπεργκερ βρήκε τον χρόνο να κάνει και μερικά σεμινάρια συγγραφής και με συνοπτικές διαδικασίες ξεκίνησε να καταγράφει τις εμπειρίες από την «πιο τρομακτική, πιο επώδυνη, αλλά και πιο συναρπαστική χρονιάς της ζωής της», όπως την περιέγραψε η ίδια.

Τον Φεβρουάριο του 2003 το «Ο διάβολος φοράει Prada» βρισκόταν στις προθήκες των βιβλιοπωλείων και έβρισκε τη θέση του στη λίστα με τα bestsellers των «New York Times».

Η Λόρεν Γουάιζμπεργκερ στην παρουσίαση του δεύτερου βιβλίου της «Everyone Worth Knowing» (2005)

Μέσα στα επόμενα δύο χρόνια θα μεταφραζόταν σε 27 γλώσσες και θα πωλούνταν σε 31 χώρες, πριν καταλήξει στη μεγάλη οθόνη και σαρώσει το παγκόσμιο box office, με τις εισπράξεις να ακουμπούν τα 326 εκατ. δολάρια. «Νομίζω ότι κανένας δεν είναι προετοιμασμένος για τέτοιου μεγέθους προσοχή. Οταν αρχικά μου είπαν ότι το βιβλίο μου θα εκδιδόταν, είχα χαρεί που θα υπήρχε τρόπος να το διαβάσουν τα παιδιά μου και οι φίλοι μου.

Οταν στη συνέχεια μου είπαν ότι θα το γύριζαν σε ταινία, ήταν μια ανατροπή που ούτε καν φανταζόμουν ότι θα συμβεί», είχε δηλώσει σε συνέντευξή της στην «Daily Mail».

Με την Αν Χάθαγουεϊ (2006)

Η Γουάιζμπεργκερ προσπάθησε να ξεκαθαρίσει από την αρχή ότι το βιβλίο δεν ήταν αυτοβιογραφία, απλώς μπολιασμένο με τις εμπειρίες της από τη θητεία της στη «Vogue». Ούτε ότι η ηρωίδα της Αντι Σακς -που την υποδύθηκε η Αν Χάθαγουεϊ- γράφτηκε κατ’ είκονα και καθ’ ομοίωση της συγγραφέως. Και ούτε ότι η σκληροπυρηνική διευθύντρια του «Runway» -την οποία ενσάρκωσε υποδειγματικά η Μέριλ Στριπ- ήταν η ακριβής κόπια της Γουίντουρ.

Ολα στο περίπου και στο σχεδόν. «Πολλά από τα αστεία περιστατικά, τις παράλογες απαιτήσεις και το κλίμα τρέλας που περιέγραφα στο βιβλίο μου ήταν αποκυήματα της φαντασίας μου, ιστορίες που επινοούσα στις 4 το πρωί, ενώ έπινα τόνους καφέ και πάλευα με την έλλειψη ύπνου», ανέφερε. Σε αντίθεση με την Αντι, η Γουάιζμπεργκερ δεν έκανε επιδρομή στην γκανταρόμπα του περιοδικού -«τα άλλα κορίτσια το έκαναν, αλλά εγώ δεν προλάβαινα», ούτε πήγε ποτέ στο Παρίσι -«η γαλλική “Vogue” προμήθευε την Αννα με ντόπιες βοηθούς»-, ούτε φόρεσε ποτέ ψηλά τακούνια παρότι ήταν προαπαιτούμενο: «Ανεβοκατέβαινα τις σκάλες του γραφείου χίλιες φορές τη μέρα και πήγαινα και γύριζα από τα Starbucks έξι φορές καθημερινά. Δεν μπορούσα να φορέσω ούτε καν δίποντα. Αντιθέτως, κυκλοφορούσα με αυτές τις απαίσιες μπότες με πλατφόρμα και παχιά λαστιχένια σόλα γιατί δεν είχα άλλη επιλογή. Τη θυμάμαι να τις κοιτάζει με αηδία και ήταν ένα βλέμμα που εξέφραζε πεντακάθαρα τη δυσαρέσκειά της». Στο «τη», βάζουμε Αννα Γουίντουρ.

Μιλώντας για τη Γουίντουρ, όταν πρωτοκυκλοφόρησε το βιβλίο, δυσκολεύτηκε πολύ να θυμηθεί ποια ήταν αυτή η Γουάιζμπεργκερ. Και παραδόξως ή και όχι, δεν έδειξε να ενοχλείται για τον τρόπο που την παρουσίαζε η πρώην βοηθός της.

Για την ακρίβεια, δεν έδειξε τίποτε. Απλώς την αγνόησε. Οπως και η Condé Nast, που δεν έγραψε ούτε μισή αράδα για το βιβλίο για το οποίο έγραφαν και μιλούσαν όλοι. Αλλά ακόμα και φέτος, που κυκλοφόρησε το σίκουελ της ταινίας, με τη Γουίντουρ πλέον να συμμετέχει ενεργά, καμία επικοινωνία δεν έγινε με τη Λόρεν. Ακόμα και στην παγκόσμια πρεμιέρα της ταινίας βρέθηκαν στον ίδιο χώρο, αλλά δεν μίλησαν ποτέ.


«Νομίζω ότι ακόμα κι αν συναντιόμασταν πρόσωπο με πρόσωπο, πάλι δεν θα με αναγνώριζε. Στον δικό της κόσμο απλά δεν υπάρχω και είμαι πολύ OK μ’ αυτό», λέει η συγγραφέας.

Και γιατί να μην είναι; Είκοσι επτά χρόνια μετά την πρώτη της μέρα ως βοηθός της Γουίντουρ, η Γουάιζμπεργκερ έχει γράψει οκτώ βιβλία -το ένατο είναι στα σκαριά- που εξασφαλίζουν το οικογενειακό παντεσπάνι και ζει βίο αρμονικό και ήρεμο με τον σύζυγό της, τον σεναριογράφο Μάικλ Κοέν και τα δύο παιδιά τους.

Η αρνητική εμπειρία της έγινε τελικά ο λόγος της επιτυχίας της. Ωστόσο, κάπου καταχωνιασμένο στην ντουλάπα της βρίσκεται το μοναδικό αξεσουάρ που είχε πάρει ποτέ από την γκαρνταρόμπα της «Vogue»: ναι, μια τσάντα Prada ◆
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr