Ο σπουδαίος Έλληνας Μίκης Θεοδωράκης πίσω από τον διεθνή μουσικό
05.01.202607:57
Γράφει η Μαρία Λεμονιά
To συλλεκτικό λεύκωμα των εκδόσεων Μέλισσα για τα 100 χρόνια από τη γέννηση του σπουδαίου συνθέτη είναι ένα οδοιπορικό στην ταραχώδη ζωή του μέσα από σπάνιο υλικό
Ενα υψηλής αισθητικής λεύκωμα με τίτλο «Μίκης Θεοδωράκης 100» παρουσίασε ο εκδοτικός οίκος Μέλισσα στο Μέγαρο Μουσικής. Η συλλεκτική έκδοση συνοψίζει τη ζωή του μεγάλου μας συνθέτη σε δέκα κεφάλαια, τα οποία παρουσιάζουν θεματικά τη διαδρομή του στην καλλιτεχνική και πολιτική του πορεία. Μέσα από σπάνια τεκμήρια, όπως χειρόγραφα, παρτιτούρες, επιστολές, σημειώσεις, φωτογραφίες, αφίσες και προγράμματα, ξετυλίγεται ένα οδοιπορικό ζωής. Κάθε κεφάλαιο περιλαμβάνει πλούσιο φωτογραφικό υλικό και ένα χαρακτηριστικό κείμενο, υπογεγραμμένο από μια σπουδαία προσωπικότητα που συμπορεύτηκε ή συνεργάστηκε μαζί του. Ως ιδιαίτερο δώρο για τους αναγνώστες, η πολυτελής πανόδετη έκδοση συνοδεύεται από ένα δισκάκι 30 στροφών με δύο ανέκδοτα ηχητικά ντοκουμέντα από το Αρχείο Μίκη Θεοδωράκη, που φωτίζουν τη σχέση του δημιουργού με τους γονείς του. «Δεν ήταν απλώς ένας σπουδαίος συνθέτης. Υπήρξε μια παρουσία που ξεπερνούσε τα όρια της μουσικής και μετατρεπόταν σε τρόπο ζωής, στάση απέναντι στον κόσμο, σύμβολο συλλογικής μνήμης. Η προσωπικότητά του άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στον σύγχρονο ελληνικό πολιτισμό, καθώς η τέχνη του συνδέθηκε άρρηκτα με την Ιστορία, την πολιτική και τους κοινωνικούς αγώνες», αναφέρει η Αννη Ραγιά, ψυχή των εκδόσεων Μέλισσα.
Ο Μάκης Μάτσας θυμάται: «Ο Μίκης ήρθε τον Νοέμβριο του 1953 στην Ελλάδα αφού έκανε τις σπουδές του στο Παρίσι, όπου έζησε πολλά χρόνια. Η πρώτη δισκογραφική που συνεργάστηκε ήταν η Columbia, ανταγωνίστριά μας. Εκεί κυκλοφόρησε τα πρώτα του έργα, τα “Αρχιπέλαγος” και “Αξιον Εστί”. Με την επιβολή της δικτατορίας την 21η Απριλίου του 1967 ο Μίκης διώχτηκε, φυλακίστηκε και εξορίστηκε μέχρι το 1970. Σε όλη τη διάρκεια της επταετίας, ένα πράγμα στριφογύριζε στο μυαλό μου: πώς θα υπέγραφα ένα συμβόλαιο αποκλειστικής συνεργασίας μαζί του, πώς θα ηχογραφούσα τα νέα του έργα και πώς θα τον έφερνα θριαμβευτή πίσω στην Ελλάδα με ελεύθερο το έργο του. Βρισκόμαστε, λοιπόν, στα χρόνια της δικτατορίας.
Ο Μίκης βρίσκεται στο Παρίσι, όπου τον επισκέπτομαι τακτικά, σε αντίθεση με τον διευθυντή της Columbia που δεν το έκανε ποτέ. Αλλοτε συναντιόμασταν στο σπίτι του Μίκη στην Quartier Latin, άλλοτε σε κάποιο μπιστρό. Σε μία από αυτές τις συναντήσεις μας, και χωρίς να έχω κάτι συγκεκριμένο στο μυαλό μου, του είπα ότι θα μπορούσα να αποδεσμεύσω τα τραγούδια του από τη χούντα. Του πρότεινα, λοιπόν, να υπογράψουμε ένα συμβόλαιο το οποίο θα προέβλεπε ότι, εάν σε 8 έως 10 μήνες το πολύ δεν κατάφερνα να ελευθερώσω τα τραγούδια του, το συμβόλαιο θα ακυρωνόταν και θα έχανα την προκαταβολή που θα του έδινα μετρητοίς με την υπογραφή. Στο επόμενο ταξίδι μου στο Παρίσι δέχτηκε και υπογράψαμε το συμβόλαιο δίνοντάς μου ένα καινούριο έργο του, τα “18 λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας”. Ετσι αρχίσαμε, σαν το κρυφό σχολειό, να τα ηχογραφούμε στην Αθήνα τα βράδια, με τον Γιώργο Νταλάρα και την Αννα Βίσση, που έκανε την πρώτη της εμφάνιση στη δισκογραφία».
Πρόγραμμα για την όπερα «Ηλέκτρα» στο Carnegie Hall (Νέα Υόρκη, 11/6/2000)
Αφίσα της ταινίας «Ζ», σε σκηνοθεσία Κώστα Γαβρά (1969)
Επειτα ήρθε ο Γιάννης Ρίτσος και ο «Επιτάφιος». Στην αρχή ήταν διστακτικός. Μα, να γίνει τραγούδι; Στο λεύκωμα διαβάζουμε τα λόγια του Μίκη: «Πώς είναι δυνατόν αυτή η ιερή λειτουργία, αυτός ο θρήνος και ο ύμνος για την εργατική τάξη, να ακούγεται εκεί όπου βωμολοχούνε, που τρώνε και πίνουν, που τσιμπιούνται και φιλιούνται;». Χρόνια αργότερα, όμως, η ίδια η ζωή έδωσε την απάντηση: «Τελικά, είχα άδικο. Εκεί έπρεπε να πάει ο “Επιτάφιος”. Κι εκεί τους βρήκε κι εκεί τους δόθηκε, τους προσφέρθηκε και προσφέρθηκαν κι αυτοί στο ποίημα μαζί με τη μουσική. Το ’πιαν το ποίημα. Το έφαγαν».
Μίκης και Μυρτώ Θεοδωράκη στο Pont Alexandre III (Παρίσι, 1954-1955)
Οι εικόνες, σε συνδυασμό με κείμενα δικά του αλλά και ανθρώπων που μοιράστηκαν μαζί του δημιουργικές και προσωπικές στιγμές στην Ελλάδα και το εξωτερικό, σκιαγραφούν τον Μίκη πίσω από τον μύθο. Τον καλλιτέχνη, τον αγωνιστή, τον πολιτικό, τον άνθρωπο της καθημερινότητας. Εναν Μίκη παγκόσμιο, αλλά ταυτόχρονα βαθιά ελληνικό, δεμένο με τη γλώσσα, τις μνήμες και τα βιώματα του τόπου του. «Η δημιουργική του ενέργεια έμοιαζε ανεξάντλητη. Σαν να μη σταμάτησε ποτέ να οραματίζεται, να γράφει, να παλεύει και να παρεμβαίνει», επισημαίνει η Αννη Ραγιά. «Ιδιαίτερη γοητεία παρουσιάζει και η διεθνής του διαδρομή. Χωρίς να επιδιώξει ποτέ τη διεθνή καταξίωση, κατάφερε να συστήσει στον κόσμο μια σύγχρονη Ελλάδα, γεμάτη πάθος, πολιτισμό και αντίσταση. Μέσα από τη μουσική του, η χώρα δεν παρουσιαζόταν ως φολκλόρ, αλλά ως μια ζωντανή και δημιουργική δύναμη».
Αξίζει να δώσει κανείς σημασία στον επίλογο του άλμπουμ, που εμπεριέχει και όλη τη φιλοσοφία της ζωής του Μίκη Θεοδωράκη όπως τη γράφει, εξομολογητικά, ο ίδιος: «Τα περισσότερα χρόνια της ζωής μου τα έζησα μέσα σε γεγονότα θυελλώδη. Ομως τελικά νομίζω ότι κατάφερα κάθε φορά που έπρεπε να πάρω ριζικές αποφάσεις να είμαι εγώ που αποφάσιζα και κανένας άλλος. Επομένως, για όλες μου τις πράξεις είμαι απολύτως υπεύθυνος και απολύτως περήφανος»
Η οικογένεια του Μίκη μαζί με τους γονείς της Μυρτώς, Ηλία και Μαργαρίτα Αλτίνογλου (Νέα Σμύρνη, 1963)
Μίκης Θεοδωράκης, Μάνος Χατζιδάκις, Παναγιώτης Κανελλόπουλος, Ευάγγελος Αβέρωφ, Κωνσταντίνος Τσάτσος, Στέλιος Καφαντάρης, Μύριαμ Σολόβιεφ μετά τη συναυλία με τη Μικρή Ορχήστρα Αθηνών (17/3/1963)