Για πρώτη φορά από τις συστάσεως των δικαστικών Ενώσεων, η Ένωση Διοικητικών Δικαστών τάσσεται ανεπιφύλακτα στο πλευρό των φορολογουμένων, δίνοντας έτσι επιτέλους μία ανάσα σωτηρίας στους πολίτες, αλλά και μια ελπίδα στην καταχνιά της φορολογικής λαίλαπας.
Οι διοικητικοί δικαστές παροτρύνουν τους φορολογούμενους να προσφεύγουν στα δικαστήρια για τις φορολογικές διαφορές τους, παρά τις δυσχέρειες που αντιμετωπίζουν λόγω των «αναχωμάτων» που δημιουργούνται από νομοθετικές παρεμβάσεις και τονίζουν ότι οι πολίτες δεν πρέπει να «απεμπολούν το δικαίωμά τους σε δικαστική προστασία».
Παράλληλα, καταγγέλλουν τις νομοθετικές μεθοδεύσεις και καλούν την κυβέρνηση να άρει –ειδικά για μικρά ποσά κάτω των 3.000 ευρώ- τις νομοθετικές δικλίδες που υπάρχουν έτσι ώστε οι οικονομικά αδύναμοι να μπορούν να προσφεύγουν στη Δικαιοσύνη, ακόμη και χωρίς δικηγόρο.
Ειδικότερα, η Ένωση Διοικητικών Δικαστών κατόπιν επεξεργασίας των μέχρι τώρα αποτελεσμάτων «των πρόσφατων νομοθετικών παρεμβάσεων αναφορικά με τις φορολογικές διαφορές, ιδίως δε με την αύξηση του παραβόλου και την θέσπιση της ενδικοφανούς προσφυγής του άρθρου 63 του νόμου 4174/2013», διαπιστώνουν ότι «υπάρχει αντικειμενική αδυναμία σημαντικής μερίδας των πολιτών να αμφισβητήσουν δικαστικά τη νομιμότητα πράξεων ή παραλείψεων φορολογικών αρχών που θίγουν έννομα συμφέροντά τους».
Η αντικειμενική αυτή αδυναμία, σύμφωνα με τους διοικητικούς δικαστές, ειδικά όταν το αντικείμενο της φορολογικής διαφοράς είναι σχετικά μικρό, «οι πολίτες συχνά απεμπολούν το δικαίωμά τους σε δικαστική προστασία διότι οι δυσχέρειες από την άσκησή του είναι προφανώς δυσανάλογες από το όφελος τυχόν ευδοκίμησης της προσφυγής τους στο Διοικητικό Δικαστήριο».
Ακόμη, η Ένωση, υπογραμμίζει σε σχετική ανακοίνωσή της:
«Προς άμβλυνση του φαινομένου αυτού και δίνοντας προτεραιότητα στις υποθέσεις με μικρότερο αντικείμενο, που κατά τεκμήριο αφορούν τους οικονομικά ασθενέστερους, το Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών καλεί τους αρμόδιους να αναλάβουν νομοθετική πρωτοβουλία ειδικά ως προς τις φορολογικές εν γένει υποθέσεις με χρηματικό αντικείμενο μέχρι του ποσού των 3.000 ευρώ, έτσι ώστε για τις υποθέσεις αυτές: