PROTOTHEMA

Πολιτισμός

Η περιπέτεια των ελληνικών λογοτεχνικών βιβλίων στο εξωτερικό

Η ελληνική λογοτεχνία εξακολουθεί να ψάχνει την τύχη της στο εξωτερικό

Η ελληνική λογοτεχνία εξακολουθεί να ψάχνει την τύχη της στο εξωτερικό

Πόσο δύσκολο είναι να ξεπεράσει η ελληνική λογοτεχνία τα σύνορα μας;

Τι κάνει τη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία να μην μπορεί να σηκώσει κεφάλι και να φτάσει κάποια στιγμή με αξιώσεις στο εξωτερικό; Να φταίει άραγε το ότι οι ξένοι δεν έχουν πάψει να ζητούν από την Ελλάδα εικόνες φολκλόρ;


Μήπως πάλι φταίει το ότι φαντάζουμε πολύ περιφερειακοί και τοπικοί; Σύμφωνοι, αλλά η λογοτεχνική παγκοσμιοποίηση έχει εν πολλοίς στηριχθεί σε αυτήν ακριβώς την παράμετρο με κορυφαίο παράδειγμα το κεντροευρωπαϊκό μυθιστόρημα. Μήπως, τότε, θα πρέπει να κουβεντιάσουμε το ζήτημα της αισθητικής ακεραιότητας η συχνή απουσία της οποίας δεν έχει εμποδίσει άλλες λογοτεχνίες να κατακτήσουν τις διεθνείς αγορές; Κι αν φταίει κάτι άλλο; Το γεγονός πως οι περισσότερες μεταφράσεις ελληνικών έργων απομακρύνονται γρήγορα από τα ράφια των βιβλιοπωλείων χωρίς να επανέλθουν ποτέ στη θέση τους;

Αλλά αν τα μεταφρασμένα ελληνικά βιβλία δεν μπορούν να σταθούν παρά μόνο για λίγο καιρό στα ράφια, τότε το πρόβλημα είναι για άλλη μια φορά η έλλειψη ζήτησης.

Η μεταφραστική τύχη της ελληνικής λογοτεχνίας έχει προβληματίσει κατ' επανάληψη τους ανθρώπους που ασχολούνται μαζί της. Στα τέλη της περασμένης χρονιάς, ημερίδα την οποία διοργάνωσε το Κέντρο Νέου Ελληνισμού του Ελεύθερου Πανεπιστημίου (Freie Universitat) του Βερολίνου, με τη συμμετοχή ελλήνων και γερμανών συγγραφέων, μεταφραστών, εκδοτών, πανεπιστημιακών, κριτικών λογοτεχνίας και δημοσιογράφων, δεν κατέληξε σε ευοίωνα συμπεράσματα. Σε ημερίδα που διοργάνωσε τον Ιούνιο του 2014, και πάλι στο Βερολίνο, το Κέντρο Νέου Ελληνισμού για την πεζογραφία του Θανάση Βαλτινού, τόσο ο συγγραφέας όσο και οι γερμανοί μεταφραστές του δεν κουράστηκαν να εξηγούν πόσο δύσκολο είναι να περάσει η ελληνική λογοτεχνία στις γερμανόφωνες χώρες.

Σε έναν τόμο που κυκλοφόρησε το 2013, υπό τον τίτλο «Γνώριμος και ξένος. Η ελληνική λογοτεχνία σε άλλες γλώσσες», από το Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (επιμέλεια Βασίλης Βασιλειάδης), μεταφραστές από τα ελληνικά προς τα αγγλικά, τα γαλλικά, τα γερμανικά, τα ισπανικά, τα ιταλικά, αλλά και τα σερβοκροάτικα, τα βουλγαρικά, τα αλβανικά, τα δανικά, τα νορβηγικά, τα σουηδικά, τα φιλανδικά, τα ρωσικά, τα ρουμανικά και τα τουρκικά δεν ήταν πιο αισιόδοξοι. Μεταφραστές, αλλά και ελληνιστές όπως ο Ντέιβιντ Κόνολι, ο Μπιθέντε Φερνάντεθ Γκονθάλεθ, η Σόνια Ιλίνσκαγια και η Έλενα Λάζαρ δεν έκρυψαν στις σελίδες του βιβλίου την απογοήτευσή τους για τη διαχρονική αποτυχία της ελληνικής λογοτεχνίας να εξασφαλίσει μια διεθνώς διακριτή θέση.

Κοινή διαπίστωση όσων έλαβαν μέρος στις ημερίδες του Ελεύθερου Πανεπιστημίου και στον τόμο του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας ήταν πως παρά τη μακρά προϊστορία των μεταφράσεων της ελληνικής λογοτεχνίας, που ξεκινάει ήδη από τον 19ο αιώνα και καλύπτει τις περισσότερες από τις μεγάλες ευρωπαϊκές γλώσσες, η ζήτηση για ελληνικούς τίτλους παραμένει μέχρι και τις ημέρες μας πενιχρή.

Δεν πρόκειται, όμως, μόνο για τους μεταφραστές και τους ελληνιστές. Η διείσδυση που επιχειρήθηκε το 2001, όταν η Ελλάδα ήταν η τιμώμενη χώρα στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου της Φρανκφούρτης, δεν κατόρθωσε να φέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα, ενδεχομένως λόγω και της πολιτικής την οποία χάραξε τότε το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου (ΕΚΕΒΙ): πολιτική που δεν απόκτησε ποτέ μακροπρόθεσμο χαρακτήρα. Παρόλα αυτά, το ΕΚΕΒΙ, σε συνεργασία με τους επαγγελματικούς φορείς των εκδοτών, δεν έπαψε όλα τα επόμενα χρόνια να συμμετέχει σε διεθνείς εκθέσεις βιβλίου όπου η Ελλάδα ήταν τιμώμενη χώρα: Γενεύη (2003), Τορίνο (2004), Μπολόνια (2004), Μαδρίτη (2005), Πεκίνου (2008) και Βελιγράδι (2009). Περιττό να πούμε πως ο θεσμός της τιμώμενης χώρας εγγυάται την προνομιακή προβολή της λογοτεχνίας της αφού την τοποθετεί στο επίκεντρο της προσοχής.

Η Ελλάδα, όμως, συμμετείχε το ίδιο χρονικό διάστημα και σε διεθνείς εκθέσεις που πραγματοποιήθηκαν σε όλη την υδρόγειο: από τη Λατινική Αμερική, τη Βόρεια Αφρική και την Ευρώπη μέχρι τη Ρωσία, την Τουρκία και το Ιράν. Τίποτε δεν φάνηκε να αλλάζει για άλλη μια φορά, με την εξαίρεση του Καβάφη και του Καζαντζάκη από τους παλαιότερους, που παραμένουν εξαιρετικά δημοφιλείς, και του Πέτρου Μάρκαρη από τους σύγχρονους, που κέρδισε πρώτα το γερμανικό κι ύστερα το ιταλικό, το γαλλικό και το ισπανικό κοινό.

Και οι επιδοτήσεις των μεταφράσεων
Με το πρόγραμμα «Φράσις», που ενεργοποιήθηκε το 2011, το ΕΚΕΒΙ ανέλαβε να χρηματοδοτήσει επιλεγμένες μεταφράσεις προκειμένου να συστηματοποιήσει την παρουσία της ελληνικής λογοτεχνίας στις αγορές του εξωτερικού. Το πρόγραμμα ξεκίνησε στην πραγματικότητα αρκετά χρόνια πριν υπό την επίβλεψη της Διεύθυνσης Γραμμάτων του υπουργείου Πολιτισμού, που επέδειξε πυκνή δραστηριότητα. Εκ νέου, όμως, οι καλές ειδήσεις δεν ήρθαν ποτέ.

Ίσως όλα αυτά να οφείλονται στο ότι η λογοτεχνία εντέλει δεν εξαρτάται παρά μόνο κατά περίπτωση από την εξωτερική πολιτική για το βιβλίο (όποιος κι αν τη σχεδιάζει ή την ασκεί). Ίσως επιπροσθέτως να οφείλονται και στο ότι η λογοτεχνία δεν κάνει συλλογική καριέρα, αλλά κερδίζει τους πόντους της σε μοναχικό στίβο. Όπως κι αν έχει, οι έλληνες συγγραφείς εξακολουθούν να ζουν εντός και επί τα αυτά. Το τι θα τους απαλλάξει κάποτε από τη διεθνή τους μοναξιά δεν θα το μάθουμε τώρα - ενδεχομένως δεν θα το ξέρουμε ούτε και μετά από κάποια χρόνια. 
Συμπληρώστε το email σας για να λαμβάνετε όλη την έκτακτη επικαιρότητα πρώτοι!
Ακολουθήστε μας στα

Προσθέστε το δικό σας σχόλιο

2500  χαρακτήρες απομένουν

* Υποχρεωτικά πεδία