Παραλιακή: Από το Παλαιό Φάληρο μέχρι τη Γλυφάδα για μπάνιο και όχι μόνο!

Παραλιακή: Από το Παλαιό Φάληρο μέχρι τη Γλυφάδα για μπάνιο και όχι μόνο!

Συνεχίζουμε και αυτή την εβδομάδα –με τέτοια ζέστη τι περιμένατε;- τη βόλτα μας στις κοντινές παραλίες της πόλης

paraliaki-1
«Νέκρα» τα πρώτα χρόνια

Δυο βήματα από την Αθήνα απλωνόταν από την Πειραϊκή μέχρι τη Βάρκιζα μια δαντελωτή, πεντακάθαρη, βατή παραλία, μια ήρεμη θάλασσα έτοιμη να δροσίσει τους κατοίκους της πόλης, ιδιαίτερα τους ζεστούς μήνες του καλοκαιριού.

Θα περίμενε κανείς ότι τους καλοκαιρινούς μήνες θα έσφυζε από κίνηση, και όμως, μέχρι και σχεδόν τα τέλη της ρομαντικής περιόδου (1862-1880) η μόνη ανθρώπινη παρουσία περιοριζόταν στους ψαράδες που ζούσαν με τις οικογένειές τους σε πρόχειρες καλύβες.

Οι Αθηναίοι προτιμούσαν για το καλοκαίρι αντί της θάλασσας τα Πατήσια, αργότερα το Μαρούσι και την Κηφισιά, αγνοώντας τις όμορφες παραλίες, το φοβερό αυτό δώρο της φύσης στην Αθήνα! Τι συνέβαινε; Δύο πράγματα έφταιγαν: η δύσκολη πρόσβαση και ο συντηρητισμός της εποχής. Η πλησιέστερη ακτή, η περιοχή στις Τζιτζιφιές, δεν συνδεόταν οικιστικά με την Αθήνα. Τις χώριζαν, κυρίως τα πρώτα χρόνια της Οθωνικής περιόδου (1834-1862), χωράφια με ψηλά χόρτα γεμάτα φίδια, ενώ οι ληστές που καραδοκούσαν στα άγρια κι απόκρημνα περάσματα δεν ήταν ότι καλύτερο για να «κατέβει» κανείς για μπάνιο!

Κλείσιμο
Σα να μην έφτανε αυτό είχαμε τα ήθη και έθιμα της εποχής που παραήτανε αυστηρά… Το θέαμα των κυριών και δεσποινίδων με «λουτρικό ένδυμα» να κάνουν μπάνιο, κρυμμένες πίσω από τα βραχάκια και όπου αλλού μπορούσαν, για να μην τις δουν, θα πρέπει να ήταν πολύ διασκεδαστικό για έναν τρίτο, σίγουρα όμως όχι γι’ αυτές.

Αρκούσε και η απλή αντρική αναφορά τού τι χρώμα είχε το λουτρικό ένδυμα της τάδε με τα κατάλληλα αποσιωπητικά και υπονοούμενα, για να προκαλέσει κύματα κουτσομπολιού κι αποδοκιμασίας στα σαλόνια της κοσμικής Αθήνας... Βεβαίως, και σωστά διαβάσατε, το λουτρικό ένδυμα ήταν έγχρωμο και πολύ κομψό και συνοδευόταν από μαύρες κάλτσες με άσπρες κορδέλες που τις έδεναν χιαστί στις γάμπες. Οι άντρες, με τη σειρά τους, φορούσαν μακρύ, φανελένιο, μαύρο μπανιερό με πορτοκαλιές ρίγες!

Εξυπακούεται ότι δεν υπήρχε περίπτωση να πλησιάσουν τα δύο φύλα μεταξύ τους. Χωροφύλακες επέβλεπαν να μη γίνουν απρέπειες. Οι ώρες κολύμβησης των αντρών ήταν πολύ συγκεκριμένες, για να μην ταραχτούν οι νεαρές κυρίως κυρίες από το «απρεπές» αυτό θέαμα, την ώρα που περνούσαν με τις άμαξές τους... Όποιος δε τολμούσε να διαφοροποιήσει το λουτρικό του ένδυμα στο πιο εξεζητημένο, πλήρωνε υψηλό πρόστιμο και θεωρούνταν ανέντιμος!
paraliaki-2
Τα «Μπαιν-μιξτ» ξανανιώνουν την Παραλιακή

Αν θέλουμε να μιλήσουμε για την Παραλιακή θα πρέπει να μεταφερθούμε χρονικά στις περιόδους της «Belle Époque» (1880-1910) και κυρίως στο Μεσοπόλεμο (1910-1940). Παλαιό και Νέο Φάληρο μάχονταν για την «Πρωτοκαθεδρία» με προσωρινό νικητή το Νέο Φάληρο κυρίως λόγω πολύ καλής συγκοινωνίας («Ηλεκτρικός» και «Κολοσούρτης»). Το πλεονέκτημα όμως αυτό δεν άργησε να ξεπεραστεί όταν η οικολογική υποβάθμιση της περιοχής του Νέου Φαλήρου έστρεψε σταδιακά τους Αθηναίους προς την Παραλιακή (Παλαιό Φάληρο έως Γλυφάδα, για πολύ λιγότερους έως την Βουλιαγμένη).

Δεν ήταν όμως μόνο η υποβάθμιση του Νέου Φαλήρου που ανέδειξε την Παραλιακή. Ήταν κυρίως η νέα μόδα των κοινών μπάνιων που δραστηριοποιήθηκε κυρίως σ’ αυτή τη περιοχή και τράβηξε τον πολύ κόσμο.

Ως νονά των «μπαιν-μιξτ» αναγνωρίζεται η Γαλλίδα Ζορζέν Μερσιέ. Η «Μαντάμ Φρου-Φρου», όπως αποκαλούνταν, τόλμησε πρώτη να κολυμπήσει με άντρες και στην Αθήνα δημιουργήθηκε πανδαιμόνιο. Η απήχηση ήταν τέτοια, που η ιστορία έφτασε να γίνει αργότερα και νούμερο στις επιθεωρήσεις. Ακολούθησαν φυσικά αμέσως κι άλλες τολμηρές κι ατακτούλες, και έτσι τα μπαιν-μιξτ μπήκαν κι αυτά στη ζωή των Αθηναίων. Η πολιτεία με τη σειρά της φρόντισε να συμμαζέψει τις διάφορες περιοχές σε οργανωμένες πλαζ.
Η μάχη της θάλασσας είχε ολοκληρωτικά κερδηθεί! Όλη η παραλία, από το Φάληρο μέχρι τη Γλυφάδα, ήταν πλέον μια απέραντη κοσμική ακτή που έπαιζε σημαντικό ρόλο στη γαστρονομία, τη διασκέδαση, την κοσμική ζωή. Ταυτόχρονα επηρέασε σε μεγάλο βαθμό τα ήθη και τα έθιμα της εποχής. Βεβαίως όλα αυτά έγιναν σιγά σιγά με τους γεροντότερους-ανέκαθεν πιο συντηρητικούς-να μη καταλαβαίνουν πλέον τον κόσμο…..

Δύο ανόμοιοι τύποι μιλάνε περί μαγιό και.. τα λοιπά

Ας αφήσουμε όμως τους δύο ήρωες του Δ. Γαλερίδη (περιοδικό «Θησαυρός» 1938) να μας μεταφέρουν έμμετρα τις αντιφάσεις εκείνης της εποχής.
Κυρίες, Κύριοι, σας παρουσιάζω τον συντηρητικό Κλέωνα και τον ανοιχτόμυαλο Χαρίδημο:

«Χαρίδημέ μου,
Με περιβρέχει ο ιδρώς και τον περισυλλέγω
Καίομαι! Αλήθειαν σοί λέγω…
μη έχων τι καλύτερον προς το παρόν να πράξω,
βούλομαι δε «βοήθειαν» προς όλους να φωνάξω
γιατί το πράγμα έφθασε πλέον στο απροχώρητον…

Η Αθηνά κι ο Έρασμος –τι ζεύγος αξιέραστον!-
ομού μετά της κόρης των και της γρηάς μητέρας των
για ν’αντιδράσουν προφανώς στον καύσωνα εκείνον
εξέδραμον το Σάββατον –προχθές- εις τον Καρκίνον.
Εις τον Καρκίνον, μάλιστα. Δεν είνε καλαμπούρι,
γιατί Καρκίνος λέγεται το δροσερόν… Καβούρι!

Αφού με προσεκάλεσαν πήγα κι εγώ μαζί των
κι’έγινα ούτω θεατής πραγμάτων ανοήτων.
Δεν είχα δη από ετών καμμίαν παραλίαν
γι’αυτό κι’ήμουν περίεργος, αγαπητέ μου, λίαν
να δω στις σύγχρονες τις πλαζ τι πράγματα τεκταίνονται
κι ακόμη ποια φαινόμενα συγκεκριμένως… φαίνονται…

Μ’αυτόν επήγα τον σκοπόν, όπως σοί τον καθώρισα
ιδών δε τα φαινόμενα -πιστεύεις;- αλλοιθώρισα!
Δεν πίστευα τα πράγματα ότι τοσούτον θ’άλλασσαν
κι’ότι θα εξηυτέλιζαν οι σύγχρονοι την θάλασσαν.

Διότι δεν πηγαίνανε τα σμήνη των Ατθίδων
να δροσισθούν στην θάλασσαν. Αυτό εγώ το είδον,
έμεινα δε κατάπληκτος κι’ηπόρησα μεγάλως:
Σκοπός των είν’η έκθεσις γυμνού. Κανένας άλλος!

Βλέπεις εκεί τας τρυφεράς κι ωραίας δεσποινίδας
να δένωσι στο σώμα των κάτι στενάς λωρίδας
-που λέγονται μαγιώ-
και με αυτό το ένδυμα να περιτριγυρίζουν
δίχως κανένα τρακ,
κι’έτσι τους πάντας γενικώς να τους φωτογραφίζουν
και δη χωρίς… Κοντάκ!

Αυτά τα ρεζιλίκια -φευ!- δεν υπήρχον άλλοτε,
αγαπητέ Χαρίδημε, της εποχής αιχμάλωτε,
Ημείς το ηγνοήσαμεν ολοτελώς το γδύσιμον
και μπαίναμε στην θάλασσαν με… ένδυμα επίσημον,
πράγμα που καταργήσατε εσείς οι νέοι σήμερα…
Ήρθανε, βλέπεις, τάγρια κα διώξανε τα ήμερα
κι’εφθάσαμε στον όλεθρον χωρίς να σταματήσωμεν…
(Τι λες; Πάμε το Σάββατο μαζί να… κολυμβήσωμεν;)

Επί τούτοις σε αφήνω με οργήν αλλά και μένος
και διατελώ προθύμως
Κλέων Δυσαρεστημένος

Ρε Κλέωνα,
Δεν ντρέπεσαι; Δεν ντρέπεσαι γαϊδούρι,
να κάθεσαι και να μου λες Καρκίνο το Καβούρι.
Ανέκαθεν οι γνώμες σου ήτανε θεοπάλαβες
μα τώρα παραγίνηκες. Το ξέρεις; Το κατάλαβες;

Τον τελευταίο τον καιρό πολύ με εκνευρίζεις
Όλα τα εξυβρίζεις,
δε σου αρέσει τίποτα,
και όσα φέρνει η πρόοδος τ’αποκαλείς ξετσίπωτα.
Εκτός, βρίσκεσαι πάντοτε, και χρόνου μα και τόπου
κι’αποτελείς περίεργον είδος ανισορρόπου.
Να με συγχίσης φαίνεται πως σ’έχουνε βαλτό,
Τι ήθελες; Αντί μαγιώ να βάζαμε παλτό
για να σ’ευχαριστήσουμε; Και θα σε συνεκίνει
το θέαμα αν θύμιζε την «εποχήν εκείνη»;

Ωραία όντως, εποχή… Αντί μισού ταλλήρου,
εις τα λουτρά πηγαίνατε του Νέου του Φαλήρου
(που τα εθεωρούσατε λουτρά προνομιούχα)
επέφτατε στη θάλασσα με τα καλά σας ρούχα
κι’είχατε την εντύπωσι έτσι πως κάτι κάνετε…
(Αχ! Θέλεις σκότωμα, μωρέ πολιτισμέ… αθάνατε)
και κρίμα στην εκτίμησι που μέχρι τώρα τούχα.
Γιατί, μωρέ ανόητε, μας τάδωσες τα ρούχα;…)

Τα ρούχα, Κλέων, ήτανε το πιο μεγάλο κρίμα
που έκαν’ο πολιτισμός. Πληρώνουμε εις χρήμα
εις τσεκ και εις συνάλλαγμα, ακόμη και εις είδος
και κρύβουμε τα θέλγητρα της κάθε δεσποινίδος
που τα προδίδει ελαφρώς μια λεπτή εσσάνς…
Η ζέστη, όμως –μπράβο της!- έδωσε τη ρεβάνς

Κι’έτσι μας επανέφερε στην εποχή της Εύας.
Μπροστά της υποκλίνομαι πραγματικά με σέβας,
γιατί δια κινήσεως τα μάλα φυσικής
-για να μην πω περί αυτής ακόμη περισσότερα-
κατώρθωσε και τα μαγιώ τα έκανε λεπτότερα
από το πρώτο ένδυμα: το φύλλο της συκής.

Γι’αυτό το πράγμα ήθελες, βρε Κλέων, να κλαφτώ;
Γιατί; Δεν είνε πρόοδος σημαντική αυτό;…
Από τις αντιλήψεις σου κύτταξε να λυθής
χωρίς κανένα δέος,
κι’από τα νέα τα μαγιώ να… επωφεληθής…
Εάν… μπορής, βεβαίως!...

Επί τούτοις, φίλε Κλέων, σε ασπάζομαι ασμένως
ο πολύ καλός σου φίλος,
Χάρης Ευχαριστημένος»
paraliaki-3
Στις οργανωμένες πλαζ της Παραλιακής

Ας αφήσουμε τον Κλέωνα και τον Χάρη στις «αψιμαχίες» τους, και ας κατέβουμε στις οργανωμένες πλαζ της παραλιακής για να πάρουμε εικόνα από πρώτο χέρι. Βέβαια οργανωμένα λουτρά χωρίς τάξη δεν νοούνται. Ας αρχίσουμε λοιπόν από τις οδηγίες προς τους «ναυτιλλόμενους»…

«Δια να παίρνη κανείς ένα θαλάσσιον λουτρόν ωφέλιμον και υγιεινόν, δια να επωφελήται δηλαδή όλων των ευεργετημάτων, τα οποία ημπορεί να προσφέρει εις τον οργανισμόν η θάλασσα, πρέπει να ξεύρη πώς να το παίρνη. Δεν αρκεί να πέφτη κανείς εις την θάλασσαν όταν του έρχεται η όρεξις και να βγαίνη όταν βαρυνθή. Ιδού μερικαί μικραί συμβουλαί, χρησιμώταται δι’εκείνους που παίρνουν θαλάσσια λουτρά:

»Περιμένετε δια να κάμετε μπάνιο, να είναι ο στόμαχός σας κενός. Θεωρητικώς, πρέπει να υπολογίζωνται πέντε ή εξ ώραι μετά το φαγητόν. Πρακτικώς, όμως τρεις ώραι αρκούν.
»Το πρωινό μπάνιο είναι προτιμώτερο από το βραδυνό! Ο οργανισμός διατελεί εν αναπαύσει, δεν υπέστη ακόμη τον αντίκτυπον των κοπώσεων της ημέρας, επομένως επωφελείται όλων των ευεργετημάτων του θαλασσίου λουτρού.

»Μπήτε στο νερό σιγά-σιγά. Ο απότομος τιναγμός που φέρει το ψυχρό νερό, δεν ωφελεί διόλου. Αν σας αρέση να κάμετε βουτιές, κάμετέ τας μετά την πρώτην επαφήν με τη θάλασσαν και ποτέ πριν.

»Μη στέκεσθε ποτέ απέναντι εις το κύμα. Τοποθετείσθε πάντοτε κατά τρόπον, ώστε να το δέχεσθε εις την ράχιν.

»Δια να παλαίσητε εναντίον της απωλείας της θερμότητος, η οποία οφείλεται εις την επίδρασιν εκ του ψυχρού νερού, μη μένετε ακίνητοι. Κινείσθε όσον ημπορείτε περισσότερον. Βλέπομεν τακτικούς λουόμενους που κάμνουν ανάσκελα επί ώραν πολλήν. Αυτό είναι μεγάλο λάθος, διότι το σώμα παθαίνει ψύξιν.

»Η διάρκεια του μπάνιου είναι κεφαλαιώδους σπουδαιότητος. Μη μένετε ποτέ πολλήν ώραν εις την θάλασσαν, αλλά ούτε πολύ ολίγην. Είκοσι λεπτά αντιπροσωπεύουν τον ωφέλιμον μέσον όρον. Μη λησμονείτε ποτέ ότι με ένα μπάνιο σχετικώς βραχύ, εξασφαλίζει κανείς την μεγαλειτέραν τόνωσιν.

»Όταν βγήτε από το νερό, μην πάτε αμέσως στην καμπίνα σας. Περιπατήσατε, τρέξατε, κινηθήτε επάνω εις την αμμουδιά. Ολίγη γυμναστική άσκησις είναι πολύ ωφέλιμος».

(«Θεατής», Σεπτέμβριος 1928)

Όσο πιο κοντά στην Αθήνα βρίσκεται μια πλαζ τόσο πιο λαϊκή είναι. Ιδού λοιπόν το γλυκοτραγουδισμένο Φάληρο:

«Στην ίδια τρεμουλιαστή καμπύλη της αμμουδιάς του Σαρωνικού που φιλοξενή τις κυανές ακτές με την κυανόαιμη πελατεία –το Γκολφ και τη Γλυφάδα-, είν’ εγκατεστημένες και οι λαϊκές «πλαζ», οι φαληριώτικες πολυσύχναστες ακρογιαλιές, στις οποίες εμφανίζεται «νεγκλιζέ» η πρωτεύουσα σ’ένα πραγματικό και γνησιώτατο «μπεν-μιξτ». «Μπεν-μιξτ» κοσμικών ποιοτήτων και κοινωνικών τάξεων. Σύγχυσις απόλυτη ονομάτων και προελεύσεων, επιπέδων και επαγγελμάτων…

»Τα «ενσταντανέ» που μπορεί να συλλάβη ο φακός του ματιού, είνε άπειρα. Ορίστε ένας κομψός αξιωματικός και πλάι ο Γιάννης, ο περίφημος φιστικάς! Ένας πολύ γνωστός λόγιος κι’ένας συμπαθέστατος σερβιτόρος του Ζαχαράτου. Μια πολύ σικ δικηγορίνα και τρεις μπαλλαρίνες της επιθεωρήσεως. Στοιχηματίζω πως δε λείπουν και οι καμαριέρες. Γιατί να λείπουν απ’αυτό το υπερχαριτωμένο ανακάτωμα;

»Το «μπαιν-μιξτ» είνε στ’αλήθεια, λοιπόν, ο καθρέφτης του πολιτισμού, του σύγχρονου, πανίσχυρου πολιτισμού, που έχει καταφέρη να υποδουλώση και τον πειρασμό και να τον μάθη συμπεριφορά! Το ερωτικό ένστικτο εμφανίζεται τελείως εξημερωμένο μπροστά στην πιο ζωντανή προκλητικότητα. Η πονηρή σκέψις χορταίνει απ’την αφθονία του θεάματος και παραδίδει τα όπλα. Έτσι αρκούνται όλοι στα ζεστά χάδια του ήλιου και το γαλάζιο μεθύσι του ματιού προκαλεί τους πιο ακαίρους ρωμαντισμούς.

»Υπάρχουν όμως πάντα και οι εξαιρέσεις του κανόνα: Μέσα στην πολύχρωμη πλημμύρα των μαγιό, βλέπει κανείς και μερικά κοστούμια που σουλατσάρουν στην αμμουδιά… Αυτά τα «κοστούμια» που δεν έχουν καμμιά όρεξι ν’αντικατασταθούν με τα «μαγιό», έχουν πληρώση το αντίτιμον της εισόδου, όπως πληρώνουν… ένα εισιτήριο θεάματος! Κι’οι άνθρωποι έχουν δίκηο!

»Δίνει κανείς πενήντα δραχμές για να δη ένα γυμνό μπαλέττο στην επιθεώρησι. Γιατί να μη δώση δέκα για ν’απολαύση μια τόσο ενδιαφέρουσα ποικιλία γυμνότητος και μάλιστα, με το περίφημο «φόντο» της θάλασσας, που εξευτελίζει όλους, συλλήβδην, τους σκηνογράφους του κόσμου…

»Η ώριμος «νεότης» του αβρού φύλου αφθονεί στην αμμουδιά. Και βλέπει κανείς δίπλα στις άψογες μεταξωτές επιδερμίδες και μερικές, που έχουν ανεπανόρθωτα τσαλακωθή από το χρόνο. Γιατί λοιπόν να μην υπάρχη μια… αστυνομία αισθητικής;

»Δε λείπουν και τα κωμικά θεάματα. Ένας ηλικιωμένος, χοντρός κύριος, με μαγιό και με μπουρνούζι, είνε ξαπλωμένος στην άμμο πλάι στο «έτερόν του ήμισυ», που δεν είνε καθόλου «ήμισυ», γιατί κ’εκείνη είνε σε διαστάσεις… τόση κι’άλλη τόση. Προσπαθεί, λοιπόν, ο καϋμένος ο σύζυγός, προσποιούμενος πως διαβάζει εφημερίδα, να κάνη γεωγραφικές παρατηρήσεις στα ημισφαίρια της Υδρογείου του Έρωτος. Αλλά η σύζυγός τον παίρνει μυρωδιά και η σκηνή ξεσπάει:

-Τι κυττάς βρε;
-Τίποτα αγάπη μου! Τη θάλασσα!
-Α να χαθής, γέρο-σάτυρε! …Αλλά δε φταίς εσύ, καϋμένε! Φταίνε αυτές, που δε σε βάζουν στη θέσι σου.
»Και πραγματικώς. Η γυναικεία φιλαρέσκεια, ξαπλωμένη πρηνηδόν στην αμμουδιά, κολακεύεται πολύ που νοιώθει να την χαϊδεύουν θαυμαστικά βλέμματα!...

Και το… «έτερον διπλάσιον» του χοντρού μαίνεται:

-Κι εμένα με κυττάνε. Θαρρείς ότι δε με κυττάνε; Αλλά τους ρίχνω μια άγρια ματιά και τους κεραυνοβολώ!
-Εσένα σε κυττάνε γι’άλλο λόγο.
-Για ποιο;
-Γιατί είσαι σα φάλαινα!
-Πρόστυχε!...
»Ένα νόστιμο κορίτσι, που εκπροσωπεί, φαίνεται, τη διατήρησι του «παληού καλού καιρού», έχει μπη στη θάλασσα με… σηκωμένο το φουστάνι λίγο απάνω από τα γόνατα! Και γίνεται μαζί της μεγάλο γλέντι!
Ένα νεαρό πειραχτήριο τη ζυγώνει και της φωνάζει:
-Μας συγχωρείτ’ εμάς που είμαστε… λιγάκι «νεγκλιζέ»!

»Αλλά και ο κόσμος –δηλαδή μερικός κόσμος- έχει σήμερα πολύ περίεργες αντιλήψεις, σχετικά με τη σεμνότητα. Ο φωτορεπόρτερ έχει προτείνη σε καμμιά… εκατοστή κοριτσόπουλα, τουλάχιστον, να τα φωτογραφήση και όλα… το βάζουν στα πόδια! Μια του λέει έξω φρενών:

-Τι λέτε καλέ; Να φωτογραφιστώ γυμνή και να μπω στην εφημερίδα να με δη ο κόσμος;
»Έχει την αντίληψι ότι στην ακτή δεν τη βλέπει κανείς. Νομίζει πως είνε… σαν στο σπίτι της!...
»Όλος ο κόσμος παραθερίζει μονίμως στις φαληρικές αμμουδιές! Την Κυριακή το γλέντι κρατάει όλο το πρωί. Τις άλλες μέρες, το σκάζουν καμμιά ώρα απ’το γραφείο ή τρέχουν βιαστικές το μεσημέρι να πάρουν ένα μπανάκι στα πεταχτά. Καϋμένο «μπεν-μιξτ»… Μας ευεργέτησες!»

(Ρεπορτάζ «ΕΥ» για το «Έθνος, Ιούλιος 1937)
paraliaki-5
Στην ίδια εφημερίδα ένα χρόνο νωρίτερα ο Δ.Κ.Ευαγγελίδης θα μας πάει στην αριστοκρατική Γλυφάδα για να έχουμε ολοκληρωμένη άποψη:

«Στην πλαζ Γλυφάδας 11½ -1½
»Η ελληνική «κοτ ντ’αζύρ» ύστερ’ από τόσο καιρό διακοπής των κοσμικών της σχέσεων, δέχεται πάλι σήμερα τους κεκλημένους της και φορεί την μπλε ατλαζένια τουαλέττα της, που σκεπάζεται από μια λεπτή αφρόπλεχτη δαντέλλα…
»Τι κομψή ακτή αλήθεια! Είνε μια θάλασσα… πολιτισμένη, ραφιναρισμένη, μοντέρνα! Κ’έχει εντελώς διακόψει τις σχέσεις με τις άλλες, κοινές και βάρβαρες θάλασσες που καταπίνουν ανθρώπους και τροφοδοτούν καρχαρίες!
»Δε φαντάζομαι νάχη ακόμα καμμιά επικοινωνία με τα βρώμικα εμπορικά λιμάνια και τις τριγύρω «μπας κλας» ακτές που δέχονται τον πρώτο τυχόντα επισκέπτη για μπάνιο… καθαριότητος!
»Η Γλυφάδα είνε μια ακτή φαινομενικώς και πραγματικώς… γαλαζοαίματη, που ανήκει στην ανώτερη αριστοκρατία του υγρού βασιλείου. Και είνε αληθινά ευγενέστατη και πολύ καλοανατεθραμμένη…

»Το παχύ κρουστό ταπέτο της αμμουδιάς γεμίζει από «θέματα» για έναν λίγο αδιάκριτο φακό, που θάθελε να κλέψη μια σειρά τολμηρών «ενσταντανέ» για την ιδιαίτερη συλλογή του. Αλλά γιατί τάχα ο φακός θάταν αδιάκριτος, αφού το θέαμα του γυμνού πειρασμού είνε τόσο κοινό πια και τόσο συνηθισμένο; Αφού τα δυο φύλα εξευτελίζουν εδώ μεγαλοπρεπώς την αξία των κρυμμένων θησαυρών της ντυμένης ομορφιάς και στραπατσάρουν με τον πιο περιφρονητικό τρόπο την ισχύ του ερωτικού ενστίκτου.

»Ζήτημα τόπου και περιβάλλοντος; Συνήθεια και «ανοησία» του ματιού; Ίσως. Αλλά προ παντός πολιτισμός. Α βέβαια! Αν έλειπε αυτός ο κομψός τυχοδιώκτης από τη μέση, κανείς δε θα μπορούσε ν’αναλάβη την ασφάλεια της ξεροψημένης αυτής σοκολατένιας Εύας, που το σφιχτό λάστιχο του κορμιού της αφίνεται αδιάφορα –ούτε καν φιλάρεσκα- στα δειλά, φευγαλέα οπτικά χάδια των συγχρόνων Αδάμ! Η κραταιή δικτατορία της εξελίξεως έχει κατορθώση να εξουδετερώση την πανίσχυρη φυσική δύναμι του φυλετισμού. Οι πονηρές σκέψεις αναβάλλονται. Το γυμνό δε σκανδαλίζει. Όλοι μένουν μπροστά του απαθείς. Εξετάζουν, κρίνουν, απολαμβάνουν αισθητικώς. Σύμφωνοι. Αλλά όλη αυτή τη σκηνοθεσία την έχη σκαρώση ο Κύριος Πολιτισμός…

»Ας είνε. Όλ’αυτά αποτελούν «φιλολογία». Η πραγματικότης δεν πρόκειται ν’αλλάξη. (Μεταξύ μας: Ευτυχώς δηλαδή!). Ελάτε λοιπόν ν’απολαύσουμε κ’εμείς την θεαματική γοητεία των έργων του Πολιτισμού με τη φαινομενική απάθεια που μας επιβάλλουν οι νόμοι του.

»Κυττάξτε αυτές εκεί τις δύο χάλκινες Αφροδίτες, που μακιγιάρονται ξαπλωμένες στην άμμο, ενώ στο λείο, τεντωμένο μετάξι του κορμιού τους στέκουν ακίνητες οι χοντρές στάλες του νερού, σα διαμάντια μπηγμένα στη σάρκα. Είνε μια σωστή αποθέωσι αρμονίας γραμμών. Λίγα βήματα παρακάτω, η μαμά διαβάζει το ρομάντζο της και ρίχνει πότε-πότε κανένα βλέμμα παρατηρητού. Άξαφνα αντιλαμβάνεται μια έκφρασι αυθαδείας πούχουν πάρη τα δυο σώματα, καθώς τεντώνονται με νωχέλεια, επηρεασμένα απ’τις χλιαρές θωπείες του Ήλιου. Ζυγώνει και συμβουλεύει σιγανά:

-Λόλα, κάτσε κάπως καλλίτερα!...

»Η καϋμένη η μαμά! Δεν μπορεί, βλέπετε, να ξεχάση εντελώς ότι στην εποχή της δεν γδινότανε έτσι η γυναίκα, παρά μόνο μπροστά στον άντρα της! Αν η «Λόλα» της ζούσε σ’εκείνα τα χρόνια, θάκανε θαλάσσιο μπάνιο με… το μεσοφόρι. Ευτυχώς όμως που επενέβη ο πολιτισμός κι’ας τον βρίζουμε. Γιατί επί τέλους στα μπάνια, ξέρουμε τι μας γίνεται! Η ορθοπεδική της σωματικής καλλονής δεν μπορεί να μας εξαπατήση! Ούτε κορσέδες, ούτε λάστιχα, ούτε ζώνες, ούτε τίποτα. Εμφανίζεται μπροστά μας η «Αλήθεια… γυμνή»…

»Κάτω από τις χρωματιστές, πελώριες ομπρέλλες και τα κιόσκια που γεμίζουν την ανισοπέδωτη πλατφόρμα της ακτής, ούζο, κουβέντα, «κουν-καν», διάβασμα και φλερτ συνωμοτούν για να δαμάσουν την ανία. Το «φλερτ» προτιμάται από τ’άλλα για τον αγώνα κατά της ώρας και γίνεται με διαλείμματα ψυχρολουσίας στη θάλασσα, όπου πολλοί επιχειρούν… βουτιές, ξανοίγονται και… πελαγώνουν ή απλώς «πνίγονται στα ρηχά».

»Μια παρέα χορεύει ένα έξαλλο φοξ που το αντικαθιστά στο «πορτατίφ» γραμμόφωνο ένα σαχλό ταγκό, απ’αυτά που τραγουδάνε στις επιθεωρήσεις, ενώ το ούζο πιπερίζει τα χείλη κι’ανακατεύει επικίνδυνα τις σκέψεις. Έτσι, δεν αποφεύγονται μερικές εξημμένες διαχυτικές τολμηρότητες που τα «κουστούμια» τις κάνουν πιο εντυπωσιακές. Κι’επακολουθούν τα ζωηρά σχόλια από τη διπλανή παρέα με ύφος αδικαιολόγητης σεμνοτυφίας και δικαιολογημένης ζήλειας!

»Σε λίγο έρχεται απ’την άλλη άκρη της ακτής μια τρίτη παρέα κι’ανταλάσσονται κομπλιμέντα. Αλλά τι τα θέλετε, ο κόσμος δεν έχει μάθη ακόμη να φέρεται ανάλογα με τις περιστάσεις κ’ενώ σ’ένα σαλόνι βιαζόμαστε να εκφράσωμε τον ψεύτικο θαυμασμό μας για την τουαλέττα της κυρίας που συναντούμε, στην «πλαζ» δεν τολμούμε να εκδηλώσουμε τον γνήσιο ενθουσιασμό μας για την ωραία γυμνότητα που εμφανίζεται μπροστά μας… αναιδέστατη και προκλητική.

»Τι το παράξενο θα βλέπατε π.χ., αν ο κύριος που θα του συνιστούσαν μια γυμνή κυρία στην «πλαζ», ύστερα από μια προσεκτική κι’ερευνητική ματιά, τις έλεγε λεπτότατα:
-Έχετε θαυμάσιο σώμα μαντάμ! Έχετε μια εξαιρετική πλαστικότητα στις καμπύλες και προ παντός… ορεκτικώτατες στρογγυλότητες!

-Σας ευχαριστώ πολύ! Είσθε πολύ ευγενής! θα απαντούσε η κυρία.

»Αλλά –είπαμε- ο κόσμος δεν έχει μάθη ακόμα να εναρμονίζη τους τρόπους της συμπεριφοράς, σύμφωνα με την εξέλιξη της πραγματικότητος. Έτσι στην «πλαζ» ντρέπεσαι να κομπλιμεντάρης μια κυρία. Ενώ δεν ντρέπεσαι… που τη βλέπεις!

»Μία η ώρα. Η πλαζ ωστόσο σφύζει ακόμα από ζωή. Ασθμαίνουσες αναπνοές, μελωδικές φωνούλες, καμπανιστά γελάκια, εύθυμες νότες της τζαζ, λαίμαργα βλέμματα ηλεκτρίζουν τον αέρα.

»Η παρφουμαρισμένη υγρή αμμουδιά, καθώς τη σιγοψήνει ο ήλιος, γεμίζει την ατμόσφαιρα με αρωματικούς υδρατμούς. Τα γυμνά σώματα, καλοχυμένα, σφιχτοδεμένα, σφριγηλά ροφούν διψασμένα την αρμύρα της θάλασσας για τελευταία φορά, σήμερα…»
paraliaki-4
Η Παραλιακή το βράδυ

Παραλιακή χωρίς βραδινή ζωή απλά δε νοείται. Κλείνουμε λοιπόν το δροσερό οδοιπορικό μας μ’ ένα ρεπορτάζ της «Ακρόπολης» αυτή τη φορά. Ο ανώνυμος ρεπόρτερ φαίνεται να είναι κάποιας ηλικίας.. :

«-Ετελείωσε κύριοι, κατέστημεν οι περισσότεροι προκατακλυσμιαία μαμούθ και καθημερινώς ευρισκόμεθα προ νεωτέρων εκπλήξεων, μυστηρίων και φαινομένων. Δεν δυνάμεθα όχι πλέον να συμβαδίσωμεν αλλά ούτε και να ακολουθήσωμεν καν την ιλιγγιώδη εξέλιξιν και τας απείρους εκδηλώσεως της σημερινής καλλιτεχνικής!! και κοσμικής!! ζωής.

»Επάνω στο γραφείο μου ανεπαύετο προχθές προκλητική η κάτωθι ειδοποίησις:

«… Ντάνσιγκ πολυτελέστατον! Νούμερα καλλιτεχνικά από παγκοσμίου φήμης καλλιτέχνες!! Ατραξιόν εξωφρενικές!! Η τελευταία λέξη της διασκεδαζούσης Ευρώπης!! Σανσονέττες παριζιάνικες από την διάσημον… κτλ.».

»Αντιλαμβάνεσθε βεβαίως τι επίδρασι, τι συγκίνησι, μπορεί να έχη μια τέτοια ειδοποίησις εις άνθρωπον καβουρδιζόμενον, ξεροψηνόμενον εις τους τέσσαρας τοίχους του δημοσιογραφικού γραφείου και καταβρέχοντα τα πάντα ως αρτεσιανός πίδαξ δια του ιδρώτος του.

»Ιδρύονται καζίνο και παράγονται κοσμικά κέντρα περισσότερα από την μοντέρνα στιχουργική, αναδύονται εκ του βυθού της θαλάσσης κυαναί ακταί και λουτροπόλεις, και ημείς εξακολουθούμεν φευ! να ναρκισσευώμεθα με τη νιρβάνα του Ζαππείου, των Πατησίων και του Λαϊκού Κήπου.

»Παρακαλώ! Η απόφασις ελήφθη. Ωπλίσθηκα, κατωχυρώθην δι’ όλων των δυνατών πολεμεφοδίων και εξεκίνησα ρυμουλκούμενος υπό δύο συναδέλφων μεμυημένων εις την κοσμικήν ζωήν! και συγχρονισμένων εις την καλλιτεχνικήν! κίνησιν με αντικειμενικόν σκοπόν το θρυλικόν «Πουασσόν ντορ» το οποίον κατώρθωσε να καταλάβη στήλας εφημερίδων και ν’αναρριχηθή εις όλους τους τοίχους των μανδρών.

»Η αναπαυτική Μπερλιέ μας δέχεται και μετά γαληνοτάτην διαδρομήν απεβιβάσθημεν εις εν εκ των παραλιακών προαστείων των Αθηνών. Τα μπαρ, μικρά και μεγάλα, φιλοξενούν πολύ κόσμο που έρχεται ν’αναπνεύση και δροσισθή απ’το βραδυνό ήρεμο μελτεμάκι. Κόσμος όλων των τάξεων, όλων των ηλικιών έρχεται, απέρχεται, διέρχεται, μας σπρώχνει, ξεφωνίζει, διαπληκτίζεται και μας ρίχνει συχνότατα βλέμματα ερευνητικά και περίεργα. Εισερχόμεθα εις εν από τα μπαρ.

»Δόξα εις την ζωήν, εις το γλέντι, εις την γυναίκα, εις τον Μαμμωνά. Τα δύο τελευταία λατρεύονται, θεοποιούνται, όσον ουδείς μέχρι σήμερον. Ερωτήσατε αυτούς όλους οι οποίοι εισήλθον με προσοχήν και εμβρίσθειαν Αϊνστάιν ασχολουμένου να επιλύση τα γριφώδη προβλήματά του, αυτόν όλον τον κόσμον ο οποίος τώρα κινείται, χειρονομεί, γελά, φλερτάρει, χορεύει, που δεν χάνει στιγμήν χωρίς να την διασκεδάση∙ ερωτήσατε τον παρακαλώ, μεριμνά δια την αύριον; … Ε σας βεβαιώ, ότι ούτε καν απαντήσεως θα τύχετε, ούτε καν βλέμματος θα αξιωθήτε.

»Εδώ το παν είνε ζεμανφουτισμός. Όλαι, όλοι αυτό σας δείχνουν, αυτό σας φωνάζουν. Φώτα πλημμύρα. Ατμόσφαιρα σαγηνευτική, τραβηχτική, χαρούμενη. Κυττάξετε τα μελίσσια των γλεντζέδων των σημερινών αυτών κυρίαρχων της ζωής με τι κέφι, με τι όνειρα δρασκελίζουν την πάμφωτη πόρτα του ναού αυτού του γλεντιού.

»Καταλαμβάνομεν ένα κατά τύχη κενόν τραπεζάκι κάτω από ένα θαλλερό πεύκο, φορτωμένο με πολύχρωμα γλομπάκια σαν ανθισμένη ροδοπέταλη πικροδάφνη. Δεν είχαμε καν αποθέση τα καπέλλα, δεν είχαμε καν καταπλεύση και προσανατολισθή με το περιβάλλον, πού τέτοιο πράγμα, όλοι οι εναπομείναντες πλωτάρχαι του πολεμικού ναυτικού δεν μπορούν να το κατορθώσουν και τζουπ σαν τορπίλλα, σαν κεραυνός άνευ αστραπής, ενσκύπτει ένα άψογον περιβολής γκαρσόνι.

-Οι κύριοι παρακαλώ;
»Προσποιήθημεν πάθησιν των ώτων. Μια ολοκάθαρη πετσέτα κινείται εις τον αέρα. Μια περιστροφή γίνεται με μηχανικήν ταχύτητα και το γκαρσόνι επαναλαμβάνει την επίθεσιν κατά μέτωπον.
-Τι θα πάρουν οι κύριοι;
»Μάτην περιφέρομεν απεγνωσμένα βλέμματα ζητούντες κάποιο τιμολόγιον. Επιτέλους υπετάχθημεν. Μία λεμονάδα λέγει ο γεροντότερος και επαναλαμβάνομεν το αυτό και οι άλλοι εν χορώ.
»Παρακολουθήσατε τώρα μερικές αδιάκριτες κουτσομπολικές δημοσιογραφικές ματιές.
»Εις ένα τραπεζάκι της πρώτης σειράς που απέχει μόλις ένα μέτρο από την πίστα του χορού διακρίνω ένα κύριον πρώην υπουργόν και παρ’ολίγον νυν, ακραιφνή δε και πιστόν λάτρην της Θέμιδος να ροφά μακαρίως την γρανίταν του. Απέναντί του ακριβώς ένα πληρεξούσιον πρώην ναυτικόν, ο οποίος εννοεί να ρετουσάρει με τα μάτια του όλα τα θηλυκά του καταστήματος.
»Ένας κατά λάθος διπλωμάτης φουσκώνων και ξεφουσκώνων σαν πιστόνι αυτοκινήτου δια να συγκρατήση εις το μάτι του ένα ατίθασον μονόκλ το οποίον συνεχώς και καθαρίζει δια να σώση τα προσχήματα.
»Μερικοί δανδήδες με ελαφρά, χυτά, φρέσκα, ατσαλάκωτα σμόκιν λιγόνονται εμπρός εις κατάξανθες μαντονίνες αλλά Ραφαέλο.

»Τα πλήκτρα του πιάνου αφίνουν μερικά ακατάστατα μοτίβα σημείον προειδοποιήσεως και σε λίγα λεπτά εμφανίζεται εις το καρέ του χορού η διάσημος Annete Angeline. Μια κόρη της Αλσατίας κατάξανθη, περισσότερο και από διάφανο περσικό μετάξι, προχωρεί όλο γέλοιο, περιφέρει τα μάτια της που μοιάζουν σαν μουντό χρυσάφι κι’αφού πιστοποιήσει την ύπαρξιν ωρισμένων προσώπων αρχίζει με πολύ χάρι και μπρίο το «Καντ’ον εμ ον α τουζούρ» κλπ., γνωστό γνωστότατο τραγουδάκι που έχει ξετρελλάνει κόσμο. Το τέλος υποδέχονται ζωηρά χειροκροτήματα και η Ανέττα επαναλαμβάνει την εκτέλεσιν πλησιάζουσα προς το μέρος του κυρίου πρώην υπουργού.

»Τα παιχνιδιάρικα μάτια της τρυπούν αλύπητα τας ναρκωμένας του αισθήσεις, εξασκούν γοητείαν όχι συνήθη η οποία εκδηλούται εις σπασμωδικά ανεβοκατεβάσματα του σουβλερού γενίου του. Ο ενθουσιασμός είνε ζωγραφισμένος εις το πρόσωπό του. Θέλει να φωνάξη, να χειροκροτήση, να εξομολογηθή με τον τρόπον που ξέρουν οι άνθρωποι αυτοί, αλλά τον κρατεί, τον καθηλώνει, τον σοβαροποιεί πάραυτα η πιθανή υπουργικοποίησίς του, ο κόσμος που τον περιεργάζεται, τα προσχήματα επιτέλους εις τα οποία πολλοί στηρίζουν τα τρία τέταρτα της ζωής των.

»Και η Ανέττα ρίχνει αλλού τα δίχτυα απογοητευμένη…

»Πέρασαν μόλις πέντε λεπτά και ξαφνικά απότομος κτύπος γκρανκάσσας, δαρσίματα και σκουξίματα βιολιού, ξεφωνητά, ουρλιάσματα, ρίχνουν δυο ανθρώπους στην πίστα του χορού. Τα γλομπάκια γίνονται κόκκινα σαν αίμα, τα σαν άλυκες παπαρούνες στόματα σφάλουν, φασαμέν και μονόκλ κινητοποιούνται και τα πάντα ως εκ θαύματος περιπίπτουν εις απόλυτον σιγήν.

»Ευρισκόμεθα εις την ταβέρναν του Ζολά ή εις κοσμικόν κέντρον όπου βασιλεύει η δροσιά, η χαρά, το κέφι;

-Εκείνος υψηλός μονμαρτρέζος απάχης με μάτια πλαισιωμένα από τη σφραγίδα της έκφυλης ζωής, ευκίνητος σαν φίδι, στέκει καλά στο ρόλο του.

-Εκείνη, μίγμα αισθαντικής ρωσσοπολωνέζας, υψηλή, με μαλλιά σαν χρυσό βάζο επάνω σε μια κολώνα από έβενο, με μάτια σαν δύο βαθειά κανάλια, επάνω στα σκούρα νερά των οποίων οι κόρες άφηναν την γλυκυτάτην απόχρωσιν του μυστικού των φωτός, σας έκαναν να χάνετε προς στιγμήν την αίσθησιν του περιβάλλοντος και να νομίζετε ότι περνάτε σιγά σιγά την γέφυραν των στεναγμών.

»Ο μαέστρος δίνει το σύνθημα και σαν ασημοφτέρουγα πουλιά, ανάλαφρα, άυλα, ξεπετούν τα θεότρελλα ακόρντα ενός απάχικου χορού. Η αναπνοές κρατούνται, τα χείλη σφίγγονται και τα γλομπάκια παίρνουν βαθύτερες προς το κόκκινο αποχρώσεις.

»Και το ζευγάρι χορεύει, πηδά, παλεύει. Τα σώματα, τα πολύμορφα σώματα που γουβώνονται και περιτυλίγονται, που μαζεύονται και τεντώνονται πειο χαϊδευτικά από χέρι, πειο εκφραστικά από μάτια, που κάμπτονται σαν ανεμόδαρτα ριγηλά κυπαρίσσια, που σφίγγονται κ’ανατριχιάζουν, που κυλιούνται κάτου, που περιστρέφονται το ένα στα χέρια του άλλου…

»Τα γλομπάκια πήραν πάλι του χαρούμενο φως. Τα γκαρσόνια αρχίζουν πάλιν τους λανσιέδες τους και οι περισσότερον καλλιτέχναι χειροκροτούν ακόμη το κάθιδρο ζευγάρι.
-Γκαρσόν, δύο φρομπουάζ με σελτζ, παραγέλλει ένας κύριος, νεότευκτος υπουργός, εγκαινιάσας σήμερον την απαστράπτουσαν Βουαζέντα.

»Το κέφι γενικεύεται και προχωρεί κρεσσέντο. Η πρώτη δοξαριά ξεσηκώνει τους διάφανους χρωματιστούς ατμούς του κρεπ-ζορζέτ.Τα μοτίβα της «Κακαγουέττας» παρασύρουν όλους τους βετεράνους του βραδυνού γλεντιού. Τι ανδρείκελλα ηλεκτροκίνητα, οποίος ίλιγγος των κάτω άκρων.

»Η πίστα πλημμυρίζει εν ακαρεί από ζευγαράκια που παραδίδονται εις το λίκνισμα του χορού ξένοιαστα. Η λαγώνες τσακίζονται, επαναστατούν και διαγράφουν όλα τα γνωστά μέχρι σήμερον γεωμετρικά σχήματα από τον ίλιγγο του χορού. Το μάτι μου παίρνει ένα μεγαλόσχημον ζαπλουτικόν μεγαθήριον της Θεσσαλονίκης να ρυμουλκή μία μικρούλα, ένα τρυφερουδάκι, με τα σημεία της πρώτης καθελκύσεως εις την ζωήν, εις τον στρόβιλον του φοξ…

»Διάσημες αρτίστες οπερεττών και επιθεωρήσεων αφικνούνται για να τονώσουν το γλέντι που άρχισε να χασμουργιέται… Είνε ώρα να φύγωμε μας λέγει ο πρεσβύτερος της συντροφιάς, ο οποίος έχη μεταβάλλει προ πολλού το κορμό του πεύκου εις μαξιλάρι.

»Όταν βγήκαμε και ξεκινήσαμε προς τα κάτω μέσα στο πρωινό αχνογάλαζο σύθαμπο, ακούσαμε τη βραχνή φωνή της ωραίας Αγγελάρας να μέλπη προς τους μερακλαντισμένους της θαυμαστάς.

Με καψες, με καψες
με καψες που να καής
σαν το κεράκι της λαμπρής»

Εύχομαι σε όλους τους αναγνώστες ένα ΟΜΟΡΦΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ!
Θωμάς Σιταράς, Αθηναιογράφος- Συγγραφέας, FB: Σιταράς Θωμάς
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ειδήσεις Δημοφιλή Σχολιασμένα
ΔΕΙΤΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Best of Network

Δείτε Επίσης