«Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές»: Προδημοσίευση

book-synthesi_main01

Ενα μυθιστόρημα που θα αγαπηθεί

Στο μυθιστόρημα της Τέσυς Μπάιλα, «Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός, ο άνθρωπος γίνεται έρωτας, γίνεται πόλεμος, γίνεται θάνατος, γίνεται τέχνη, ώσπου να ξαναγίνει άνθρωπος.

Τη στιγμή που η Δαναή χάνεται στη γέννα, ο άντρας της ο Γιώργης, μαγνητισμένος από την Κίρκη του Κάστρου και από τις χάρες της, αμελεί να γυρίσει και μόλις που διαφεύγει από τη σφαγή των χριστιανών από τους Τουρκοκρητικούς στο μεγάλο Κάστρο, τον Αύγουστο του 1898. Είναι η στιγμή όπου γεννιέται ο ήρωας ενός ολόκληρου κόσμου. Και μαζί του η Κρητική Πολιτεία, που λίγα χρόνια αργότερα θα οδηγήσει στην Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα.

Αυτός είναι ο αιώνας του ζωγράφου, του Ανέστη, και η ιστορία του είναι η διαδρομή πολλών ανθρώπων, που έζησαν και πέθαναν μέσα στις σελίδες ενός βιβλίου. Δεν είναι μόνο ο Ανέστης που παρασύρει τον αναγνώστη στις ατραπούς μιας ανεξήγητης μοίρας, είναι κι εκείνοι που συνδέονται μαζί του με δεσμούς αίματος –ο παππούς Λεωνίδας, η θεια-Λουλουδιά, η Μυρσίνη–, αλλά κι εκείνοι με τους οποίους μοιράζεται εμπειρίες, πάθη, οράματα: η κυρα-Ευτέρπη, η Χριστίνα, η Ισιδώρα και προπαντός ο Μικέλε. Είναι και οι τόποι, η Κρήτη, ο Πειραιάς, η Μακεδονία, που παραδομένοι στις φλόγες και στα καπρίτσια της μεγάλης Ιστορίας δημιουργούν μια υποβλητική ατμόσφαιρα από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα.

Το protothema.gr δημοσιεύει σήμερα ένα απόσπασμα του βιβλίου που θα κυκλοφορήσει σε λίγες μέρες από τις εκδόσεις Ψυχογιός.


Ηράκλειο, 1970
Κάνει κρύο, σκέφτηκα και έκλεισα το τετράδιο. Τόση ώρα καθόμουν στην πεζούλα και έγραφα χωρίς σταματημό, χωρίς να νιώσω ότι το φως άρχισε να σβήνει. Αλλά τα χρόνια είχαν περάσει και για μένα. Δεν ήμουν πια παιδί. Έπρεπε να γυρίσω σπίτι μου. Κοίταξα τριγύρω. Η ελιά όπου έδεναν τη Δάφνη έστεκε εκεί, στην άκρη της αυλής. Για μια στιγμή μάλιστα, έτσι όπως ανασήκωσα το βλέμμα μου, νόμισα ότι άκουσα το χλιμίντρισμά της και την είδα να τρώει δίπλα στο πουλάρι της.

Τα μάτια μου ήταν κουρασμένα και τα δάχτυλά μου είχαν παγώσει. Κοίταξα προς το σπίτι. Έστεκε εκεί, μοναχικό και περήφανο. Παγωμένο στη λησμονιά. Παραδομένο. Το λυπήθηκα. Είχαν πια φύγει από τη ζωή όλοι όσοι το είχαν κάποτε αγαπήσει. Μοιραζόμασταν την ίδια μοίρα. Μόνοι και οι δύο. Μοναδική μας συντροφιά οι αναμνήσεις των περασμένων ευτυχισμένων στιγμών.

Σηκώθηκα να φύγω. Ήταν ώρα να γυρίσω στο σπίτι μου. Θα μάζευα ό,τι χρειαζόμουν και θα συνέχιζα πια στην ησυχία του γραφείου μου ό,τι είχα ξεκινήσει. Μια ξαφνική σκέψη όμως με πισωγύρισε. Θα έμενα εδώ. Στο σπίτι του. Όσον καιρό θα χρειαζόμουν για να γράψω αυτό το βιβλίο, όσον χρόνο θα ξόδευα θα τον ξόδευα εδώ. Στη μουχλιασμένη οσμή των πέτρινων τοίχων θα ανακάλυπτα καλύτερα τη μυρωδιά της μνήμης. Έτσι κι αλλιώς δε με περίμενε κανείς. Και μόνο στον δικό του χώρο, εκεί όπου ακόμα υπήρχε η ανάσα του, το δικό του πνεύμα, ακόμα και η θλίψη του, θα ένιωθα καλύτερα όλα όσα βίωσε εκείνος και ήθελα τόσο πολύ να καταγράψω. Για να γίνει αυτό όμως, έπρεπε να στρωθώ στη δουλειά αν ήθελα να τα καταφέρω.

Προσπέρασα τη γέρικη ελιά και άνοιξα την πόρτα ξανά. Παραμέρισα τις τσουκνίδες και πέρασα μέσα κρατώντας με το ένα χέρι το ύφασμα και το τετράδιο. Τα ακούμπησα στο τραπέζι και γύρισα να τραβήξω με τα γυμνά μου χέρια τα αγριόχορτα. Όταν τα κατάφερα η πόρτα έκλεισε πια κανονικά, και η χαρά μου ήταν μεγάλη. Δεν έβλεπα όμως. Το φως είχε μειωθεί αισθητά. Σε λίγο θα βυθιζόμουν στο σκοτάδι. Έπρεπε να βρω τη λάμπα και να την ανάψω. Πήγα μέχρι το μεγάλο τραπέζι. Εκεί θυμόμουν ότι την ακουμπούσε πάντα. Και τη βρήκα. Βρισκόταν ακόμα στην ίδια θέση.

Το λιγοστό πετρέλαιο έφτανε για να μου εξασφαλίσει ελάχιστο φως για μερικές ώρες. Ευτυχώς, δίπλα βρήκα ένα κουτί σπίρτα. Ήταν νοτισμένα. Ύστερα από μερικές άκαρπες προσπάθειες κατάφερα, επιτέλους, να την ανάψω. Το φιτίλι ήταν καμένο. Δε θα κρατούσε πολλές ώρες, αλλά τουλάχιστον μέχρι το ξημέρωμα θα μπορούσα να ελπίζω· το επόμενο πρωί θα προσπαθούσα να βρω μια μόνιμη λύση.
Με προσεκτικές κινήσεις, για να μη μου σβήσει, ανέβηκα ξανά τη σκάλα. Μπήκα στο δωμάτιό του και κάθισα στο κρεβάτι του. Ένιωσα την παρουσία του. Οι άνθρωποι, όταν φύγουν, αφήνουν το ίχνος τους στη ζωή για να τους ακολουθήσει όποιος το θελήσει. Και το ίχνος αυτό παίρνει το μπόι της ανθρωπιάς τους.

Κοίταξα γύρω μου. Υπό άλλες συνθήκες, δε θα μπορούσα να σκεφτώ τον εαυτό μου μέσα σε τόση ακαταστασία, πολύ περισσότερο όταν πρόκειται να κοιμηθώ στο κρεβάτι κάποιου άλλου· όμως όλα εδώ ασκούσαν πάνω μου μια ισχυρή έλξη. Ακούμπησα τη λάμπα στο πάτωμα κι έπειτα ξάπλωσα. Οι σχηματισμένες ολόγυρά μου σκιές γιγαντώθηκαν. Πήραν τις διαστάσεις ενός εφιαλτικού παραμυθιού και άρχισαν να παιχνιδίζουν· να στροβιλίζονται μπροστά στα μάτια μου αποκαλύπτοντάς μου στιγμές από το παρελθόν, ανθρώπους άγνωστους έως εκείνη τη στιγμή, σκέψεις ενδόμυχες άλλων τους οποίους ελάχιστα είχα γνωρίσει στη ζωή μου.

Αποφάσισα ότι έπρεπε να βάλω το μυαλό μου σε μια σειρά· όπως και το σπίτι την επόμενη μέρα, αν ήθελα να επιζήσω σ’ αυτό το χάος. Και, φυσικά, θα χρειαζόμουν λίγα τρόφιμα. Αν υπήρχε ακόμα εκείνο το μπακαλικάκι στην άκρη του χωριού, δε θα είχα κανένα απολύτως πρόβλημα. Πρωί πρωί θα σηκωνόμουν και θα άρχιζα να καθαρίζω. Πρόβλημα θα ήταν σίγουρα τα παράθυρα. Έχασκαν από παντού, αλλά θα έβρισκα παλιά πανιά και σεντόνια να κλείσω τις τρύπες, και μπορεί με αυτόν τον τρόπο να κατάφερνα να περιορίσω την απώλεια της θερμότητας.

Έγειρα στο μαξιλάρι του, να ισιώσω για λίγο το σώμα μου. Για μια στιγμή αηδίασα. Τόση σκόνη… και νόμιζα ότι υπήρχε ακόμα πάνω του η δική του μυρωδιά. Αυτό μου προκαλούσε κάτι σαν δέος. Προλάβαινα σίγουρα να σηκωθώ και να φύγω από αυτό το άθλιο, θλιβερό σπίτι, αλλά δεν το έκανα. Λες και κάποιος με είχε δέσει σ’ εκείνο το κρεβάτι και μου ζητούσε να μείνω εκεί μέχρι να εκπληρώσω την αποστολή μου· έτσι, παρέμεινα στη θέση μου, με τη σκέψη ασάλευτα προσηλωμένη σ’ εκείνον.

Θυμήθηκα ξανά τη σκηνή. Εκείνο το απόγευμα προτού φύγω είχα ανοίξει την πόρτα του δωματίου του για να τον χαιρετήσω. Τον είχα βρει να κλαίει και να έχει το ύφασμα στα χέρια του. Στην αγκαλιά του. Σαν ένα μωρό που αρνιόταν να το αποχωριστεί.

«Και γιατί κλαις;» τον ρώτησα και τον πλησίασα.

Στάθηκα μπροστά του και χάιδεψα το σκυμμένο του κεφάλι. Εκείνος ανασήκωσε το πρόσωπό του. Ήταν κάθιδρος και χλωμός. Με αγκάλιασε σφιχτά και μου είπε: «Ό,τι και να γίνει, δικό σου είναι. Να έρθεις και να το πάρεις. Σε σένα ανήκει. Θα έρθεις;».

«Ναι», είπα μόνο και σκούπισα τα δάκρυά του.

«Για μια φιλία που κράτησε ως το τέλος. Εσύ πρέπει να ξέρεις».

«Σταμάτα να κλαις».

«Η ζωή καμιά φορά τα φέρνει περίεργα και πρέπει να την ακολουθήσεις. Δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς», είπε μόνο, χωρίς να γυρίσει να με κοιτάξει. Κι ύστερα άρχισε να μιλάει για τα παλιά. Για τη ζωή του σ’ αυτό το σπίτι, για το φευγιό του μια κρύα νύχτα, για τα Χανιά και τον Βενιζέλο τότε στη μεγάλη γιορτή, για τον Μικέλε και την παλιά αποθήκη, για την Ισιδώρα, τη Χριστίνα, τον Πειραιά και τον πόλεμο. Για την επιστροφή του και τη ζωή του μετά. Για τη ζωγραφική και τα σχέδιά του από τον πόλεμο. Χάρη σ’ αυτά αναγνωρίστηκε η καλλιτεχνική του αξία. Και στον μεγάλο πίνακα. Του τον είχε φέρει πίσω εκείνη κάποια μέρα. Δε δέχτηκε να τον πουλήσει ποτέ. Τον έκρυβε πάντα στην παλιά κασέλα της μητέρας του. Εκείνον που τον έκανε διάσημο παντού και έκανε τους κριτικούς τέχνης να μελετήσουν πολλές φορές τη δουλειά του και να απορήσουν για τον τρόπο παρασκευής των χρωμάτων του, εκπονώντας σχετικές εργασίες. Εκείνος τον έκρυψε για πάντα και αρνήθηκε να τον δώσει ξανά για κάποια έκθεση, αν και του τον ζήτησαν πολλές φορές. Ακόμα και τον παπά του χωριού επιστράτευσαν κάποτε για να τους τον παραχωρήσει για μερικές μέρες.

«Μόνο σ’ εσένα θα πω πώς έγινε αυτός ο πίνακας. Θα σου αποκαλύψω το μυστικό των χρωμάτων του», μου είχε πει τότε. «Έχεις δικαίωμα να γνωρίζεις».

Τον είχα κοιτάξει με απορία.

«Γιατί;» τον ρώτησα.

Εκείνος χάιδεψε το κεφάλι μου και μου είπε: «Για να με συχωρέσεις».

Όταν τελείωσε τη διήγησή του ήταν συντετριμμένος. Βγήκε στον κήπο και κάθισε μπροστά στη θάλασσα. Έσερνε τα βήματά του με δυσκολία, σχεδόν τρέκλιζε· και κάθε τόσο αναστέναζε. Τα μάτια του ήταν θολά. Ούτε κατάλαβε πως έφυγα. Απορροφημένος στη θέα της θάλασσας, ξεφορτωμένος το βαρύ φορτίο της ψυχής του, κοιτούσε μπροστά και δε μιλούσε.

Τότε δεν είχα καταλάβει τίποτα. Νόμιζα ότι μου είχε αφηγηθεί έναν θρύλο – ή κάτι τέτοιο· μια παλιά ιστορία. Δεν είχα δώσει καμιά σημασία. Ο κόσμος μόλις είχε βγει από τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο, κι εγώ δεν ενδιαφερόμουν για τίποτε απ’ όλα αυτά. Μου αρκούσε το ότι ήμουν γερός και η ζωή με καλούσε να πάω μπροστά.

Δεν ήξερα τι απ’ όσα μου είχε πει ήταν αλήθεια και πόσα είχε ο χρόνος μεγεθύνει ή αλλάξει στη μνήμη του. Στην πραγματικότητα, δε συνδύασα τότε τα πραγματικά πρόσωπα με όλα όσα είχα ακούσει. Ούτε είχα καταλάβει σε τι με αφορούσε εμένα προσωπικά όλη αυτή η ιστορία. Πολλά χρόνια αργότερα έμαθα την αλήθεια και τα συνδύασα όλα στο μυαλό μου. Τότε κατάλαβα. Και πάγωσα. Τώρα ξέρω. Όλα όσα γνώριζε εκείνος. Και τον ρόλο όλων αυτών των γεγονότων στη δική μου ζωή.

Δε θέλησα να τον ξαναδώ ποτέ. Ούτε μ’ ενδιέφερε το ότι ήταν ένας διάσημος ζωγράφος. Απομακρύνθηκα απ’ ό,τι είχε σχέση με όλη αυτή την ιστορία χωρίς κανέναν δισταγμό. Ο παραλογισμός του παρελθόντος δε με αφορούσε. Δεν ήθελα καμιά ταύτιση μαζί του. Έμαθα όμως ότι πέθανε και τότε σκέφτηκα την υπόσχεσή μου, γι’ αυτό γύρισα. Έπρεπε να πάρω εκείνο το πανί. Το καταραμένο, ερχόταν και στοίχειωνε κάθε τόσο το μυαλό μου. Με βασάνιζε. Αλλά και πάλι δεν το έπαιρνα απόφαση. Δεν ήξερα πώς θα ένιωθα ξανά σ’ αυτό το σπίτι ύστερα από τόσα χρόνια. Μια μέρα έφτασαν τα μαντάτα του. Έμαθα ότι κάποιοι το είχαν παραβιάσει και έψαχναν να βρουν στοιχεία για τη ζωή αυτού του παράξενου ζωγράφου – κάποιους παρατημένους πίνακές του ίσως… Προφανώς για να τους πουλήσουν. Και έτσι, θέλησα πραγματικά να γυρίσω. Να προλάβω μην τυχόν και χαθεί εκείνο το πανί, και χάσω κάθε ίχνος εκείνου.
Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές (Τέσυ Μπάιλα, Εκδόσεις Ψυχογιός)

ΣΧΟΛΙΑ

ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
Απομένουν χαρακτήρες
* Υποχρεωτικά πεδία

Δείτε Επίσης