Άγκαθα Κρίστι: Διαβάζουμε τα «Πέντε Μικρά Γουρουνάκια»

agatha01

Προδημοσίευση από τα «Πέντε Μικρά Γουρουνάκια» που κυκλοφορεί στις 6/12

Οι Εκδόσεις Ψυχογιός συγκαταλέγουν πλέον στους συγγραφείς τους ένα από τα θρυλικά ονόματα της αστυνομικής λογοτεχνίας, την Άγκαθα Κρίστι, διάσημη παγκοσμίως για τους εμβληματικούς χαρακτήρες της, Ηρακλή Πουαρό και Μις Μαρπλ.

Από τα τέλη του 2018, θα κυκλοφορήσουν σταδιακά όλα της τα έργα σε σύγχρονη, προσεγμένη έκδοση και νέες μεταφράσεις, ενώ πολλά θα εκδοθούν για πρώτη φορά στα ελληνικά! 

Στις 6 Δεκεμβρίου θα κυκλοφορήσουν τα «Πέντε Μικρά Γουρουνάκια» μία συναρπαστική περιπέτεια με ήρωα τον Ηρακλή Πουαρό.

Δεκαπέντε χρόνια πριν, η όμορφη Κάρολαϊν Κρέιλ καταδικάστηκε για τον φόνο του συζύγου της. Τώρα η κόρη της αναθέτει στον Πουαρό να αποκαταστήσει τη μνήμη της. Υπήρχαν ακόμη πέντε ύποπτοι και όσο το σκέφτεται ο Πουαρό τόσο επανέρχεται στο μυαλό του εκείνο το παιδικό τραγουδάκι με τα πέντε γουρουνάκια – το ένα πήγε στην αγορά, το άλλο στο σπίτι κλείστηκε καλά, και πάει λέγοντας. Κάποιο από τα πέντε γουρουνάκια, όμως, ίσως έκανε έναν φόνο και μένει ακόμη ατιμώρητο. Αν είναι έτσι, όσα χρόνια κι αν έχουν περάσει, όσα αποδεικτικά στοιχεία κι αν έχουν καταστραφεί, ο δαιμόνιος ντετέκτιβ θα το βρει, βάζοντας τη λογική του να δουλέψει…

Το protothema.gr δημοσιεύει σήμερα προδημοσίευση του βιβλίου που θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Ψυχογιός:

Το σπίτι στην οδό Μπρουκ είχε τουλίπες φυτεµένες στις ζαρντινιέρες των παραθύρων. Μέσα στο χολ, ένα πελώριο βάζο γεµάτο λευκές πασχαλιές έστελνε κύµατα ευωδιάς προς την ανοιχτή εξώπορτα.

Ένας µεσήλικας µπάτλερ παρέλαβε το καπέλο και το µπαστούνι του Πουαρό. Λίγο µετά εµφανίστηκε ένας υπηρέτης για να τα πάρει.
«Αν έχετε την ευγενή καλοσύνη, κύριε…» µουρµούρισε ευγενικά ο µπάτλερ.
Ο Πουαρό τον ακολούθησε στο χολ και από εκεί κατέβηκε τρία σκαλοπάτια. Μια πόρτα άνοιξε και ο µπάτλερ πρόφερε το όνοµά του, αρθρώνοντας µε ακρίβεια κάθε συλλαβή.

Στη συνέχεια η πόρτα έκλεισε πίσω του και ένας ψηλός, λεπτός άνδρας σηκώθηκε από µια πολυθρόνα δίπλα στο τζάκι και κινήθηκε προς το µέρος του.

Ο λόρδος Ντίτισαµ ήταν ένας άνδρας που πλησίαζε τα σαράντα. Δεν ήταν απλώς ένας τιτλούχος ευγενής, αλλά και ποιητής συγχρόνως. Δύο από τα φανταστικά ποιητικά µελοδράµατά του είχαν ανέβει µε τεράστιο κόστος και είχαν τύχει θετικής υποδοχής από τους κριτικούς. Το µέτωπό του ήταν µάλλον πλατύ, το πιγούνι του προτεταµένο, ενώ τα µάτια και το στόµα του απρόσµενα όµορφα.

«Καθίστε, κύριε Πουαρό», είπε.

Ο Πουαρό κάθισε και δέχτηκε το τσιγάρο που του πρόσφερε ο οικοδεσπότης του. Ο λόρδος Ντίτισαµ έκλεισε την ταµπακιέρα, έσυρε ένα σπίρτο και το πρότεινε στον Πουαρό ώστε να ανάψει το τσιγάρο του· στη συνέχεια κάθισε ο ίδιος και κοίταξε σκεπτικός τον επισκέπτη του.

«Τη σύζυγό µου έχετε έρθει να συναντήσετε, το γνωρίζω», είπε.
«Η λαίδη Ντίτισαµ είχε την ευγενή καλοσύνη να µου παραχωρήσει λίγο από τον χρόνο της», απάντησε ο Πουαρό.
«Ναι».

Ακολούθησε µια παύση.
«Δεν έχετε κάποια αντίρρηση, ελπίζω, λόρδε Ντίτισαµ…» είπε ο Πουαρό.

Το λεπτό, αφηρηµένο πρόσωπο µεταµορφώθηκε από ένα ξαφνικό, γρήγορο χαµόγελο.
«Οι αντιρρήσεις των συζύγων, κύριε Πουαρό, έχουν πάψει να λαµβάνονται σοβαρά υπόψη στην εποχή µας».
«Εποµένως, έχετε αντίρρηση;»
«Όχι. Δε θα το έλεγα. Βεβαίως, οφείλω να οµολογήσω ότι προβληµατίζοµαι κάπως για την επίδραση που θα έχει το ραντεβού αυτό στη σύζυγό µου. Επιτρέψτε µου να σας µιλήσω χωρίς περιστροφές. Προ πολλών ετών, όταν η σύζυγός µου ήταν νεότατη κοπέλα, βίωσε µια φοβερή δοκιµασία. Ελπίζω πως έχει ξεπεράσει το σοκ. Έχω φτάσει στο σηµείο να πιστεύω ότι το έχει ξεχάσει. Ξαφνικά, εµφανίζεστε εσείς και, αναπόφευκτα, οι ερωτήσεις σας θα αφυπνίσουν εκείνες τις παλιές αναµνήσεις».
«Λυπάµαι», είπε ευγενικά ο Ηρακλής Πουαρό.
«Δεν αντιλαµβάνοµαι τι ακριβώς θα µπορούσε να προκύψει».
«Μπορώ να σας διαβεβαιώσω, λόρδε Ντίτισαµ, πως θα είµαι κατά το δυνατόν διακριτικός και θα κάνω ό,τι µπορώ ώστε να µην ταράξω τη λαίδη Ντίτισαµ. Είναι, φαντάζοµαι, χαρακτήρας ντελικάτος και ευσυγκίνητος».

Τότε απότοµα όσο και απρόσµενα, ο άλλος γέλασε.
«Η Έλσα; Η Έλσα έχει κράση γερή, σαν άλογο!» είπε.
«Τότε...» Ο Πουαρό έκανε µια διπλωµατική παύση. Η κατάσταση του είχε κινήσει το ενδιαφέρον.
«Η σύζυγός µου είναι ικανή να αντεπεξέλθει σε οποιοδήποτε σοκ. Αναρωτιόµουν αν γνωρίζετε τον λόγο που δέχτηκε να σας δει», είπε ο λόρδος Ντίτισαµ.
«Από περιέργεια;» απάντησε ο Πουαρό µειλίχια.
Κάτι σαν σεβασµός χρωµάτισε το βλέµµα του άλλου άνδρα.
«Α, ώστε το αντιλαµβάνεστε αυτό…»
«Είναι αναπόφευκτο», είπε ο Πουαρό. «Καµία γυναίκα δε θα αρνηθεί να µιλήσει µε έναν ιδιωτικό ντετέκτιβ! Οι άνδρες, πάλι, θα τον έστελναν στον διάολο».
«Δεν αποκλείεται το ίδιο να έκαναν και ορισµένες γυναίκες».
«Αφού πρώτα τον συναντούσαν όµως… όχι πριν».
«Ίσως». Ο λόρδος Ντίτισαµ έκανε µια παύση. «Πώς προέκυψε η ιδέα γι’ αυτό το βιβλίο;»

Ο Πουαρό σήκωσε τους ώµους του.
«Οι άνθρωποι έχουν την τάση να επιστρέφουν στις παλιές µελωδίες, στα παλιά θεατρικά έργα, στα παλιά ρούχα. Κάπως έτσι αποφασίζει κάποιος µια αναδροµή σε παλιούς φόνους».
«Αίσχος!» είπε ο λόρδος Ντίτισαµ.
«Αίσχος! Όπως αγαπάτε. Πάντως, όσες φορές κι αν αναφωνήσει κανείς αίσχος, η ανθρώπινη φύση δεν αλλάζει. Ο άνθρωπος έχει µια ιδιαίτερα ισχυρή τάση προς το δράµα».
«Το ξέρω… το ξέρω…» µουρµούρισε ο λόρδος Ντίτισαµ.
«Οπότε, όπως αντιλαµβάνεστε», είπε ο Πουαρό, «το βιβλίο θα γραφτεί. Ο δικός µου ρόλος είναι να φροντίσω ώστε να µην υπάρχουν βάναυσες παρερµηνείες, να µην αλλοιωθούν τα διάφορα γεγονότα».
«Θα έλεγα πως τα γεγονότα είναι γνωστά σε όλους».
«Ναι. Όχι όµως και η ερµηνεία τους».
«Αυτό, πάλι, τι σηµαίνει;» είπε ο Ντίτισαµ απότοµα. «Υπαινίσσεστε κάτι, κύριε Πουαρό;»
«Φίλτατε λόρδε Ντίτισαµ, υπάρχουν διάφοροι τρόποι να ερµηνεύσει κανείς, για παράδειγµα, ένα ιστορικό γεγονός. Λόγου χάρη: Πολλά βιβλία έχουν γραφεί για τη Μέρι, τη βασίλισσα των Σκοτσέζων, που την παρουσιάζουν είτε ως µια µάρτυρα είτε ως µια αχρεία και έκλυτη γυναίκα, ως µία µάλλον απλοϊκή αγία, µια φόνισσα και µηχανορράφο ή απλά ως θύµα των περιστάσεων και της µοίρας! Επιλέγει κανείς ό,τι νοµίζει».
«Και στην περίπτωση αυτή; Ο Κρέιλ δολοφονήθηκε από τη σύζυγό του… αυτό, προφανώς, είναι αδιαµφισβήτητο. Στη διάρκεια της δίκης η σύζυγός µου έγινε στόχος, κατά την άποψή µου, άδικων επιθέσεων. Στο τέλος της διαδικασίας υποχρεώθηκε να φυγαδευτεί από την αίθουσα. Η κοινή γνώµη τήρησε άκρως εχθρική στάση απέναντί της».
«Οι Άγγλοι», είπε ο Πουαρό, «είναι ένας άκρως ηθικός λαός».

Ο λόρδος Ντίτισαµ τον κοίταξε έντονα. «Ανάθεµά τους, είναι!» Συνέχισε να τον κοιτάζει. «Κι εσείς;» πρόσθεσε.
«Εγώ», είπε ο Πουαρό, «ζω µία ιδιαιτέρως ηθική ζωή. Αυτό δεν είναι το ίδιο µε το να έχει κανείς ηθικές απόψεις».
«Έχω αναρωτηθεί κάποιες φορές τι άνθρωπος να ήταν πραγµατικά αυτή η κυρία Κρέιλ. Υποτίθεται πως ήταν µια αδικηµένη σύζυγος… όµως εγώ έχω την αίσθηση πως κρυβόταν κάτι από πίσω», είπε ο λόρδος Ντίτισαµ.
«Η σύζυγός σας ενδεχοµένως να ξέρει», συµφώνησε ο Πουαρό.
«Η σύζυγός µου», είπε ο λόρδος Ντίτισαµ, «δεν αναφέρθηκε στην υπόθεση ούτε µια φορά».
Ο Πουαρό τον κοίταξε µε ζωηρό ενδιαφέρον.
«Α, τώρα αρχίζω να καταλαβαίνω…» είπε.
«Να καταλαβαίνετε τι πράγµα;» ρώτησε ο άλλος απότοµα.
Με µια µικρή υπόκλιση, ο Πουαρό απάντησε:
«Τη δηµιουργική φαντασία του ποιητή…»
Ο λόρδος Ντίτισαµ σηκώθηκε και χτύπησε το καµπανάκι.
«Η σύζυγός µου θα σας περιµένει», είπε κοφτά.
Η πόρτα άνοιξε.
«Καλέσατε, κύριε;»
«Οδήγησε τον κύριο Πουαρό να συναντήσει την κυρία σου».

Ανέβηκαν δυο σειρές σκαλοπατιών, µε τα πόδια να βυθίζονται στα µαλακά, πυκνά χαλιά. Διακριτικός, περιµετρικός φωτισµός. Χρήµα, παντού χρήµα. Από γούστο, λίγα πράγµατα. Το δωµάτιο του λόρδου Ντίτισαµ ανάδινε µια λιτότητα. Εδώ, όµως, στο κυρίως σπίτι, κυριαρχούσε η πολυτέλεια. Ό,τι καλύτερο. Όχι απαραίτητα ό,τι εντυπωσιακότερο ή ό,τι πιο χτυπητό. Απλώς, το κόστος δεν αποτελεί ζήτηµα, συνδυασµένο µε µια έλλειψη φαντασίας.

Ο Πουαρό αναλογίστηκε: Ψητό; Ναι, το εκλεκτότερο ψητό!
Δεν ήταν µεγάλο το δωµάτιο στο οποίο οδηγήθηκε. Το κυρίως σαλόνι βρισκόταν στον πρώτο όροφο. Εδώ ήταν το προσωπικό καθιστικό της κυρίας του σπιτιού και η κυρία του σπιτιού στεκόταν µπροστά στο τζάκι, την ώρα που ο µπάτλερ ανακοίνωνε τον επισκέπτη και ο Πουαρό περνούσε µέσα.

Μια φράση εισέβαλε στο αιφνιδιασµένο µυαλό του και αρνήθηκε να αποχωρήσει.

Πέθανε νέα…
Αυτή ήταν η σκέψη που έκανε µόλις αντίκρισε την Έλσα Ντίτισαµ, τη γυναίκα που υπήρξε άλλοτε η Έλσα Γκριρ.

Θα του ήταν αδύνατον να την αναγνωρίσει από τον πίνακα που του είχε δείξει ο Μέρεντιθ Μπλέικ. Εκείνος, άλλωστε, ήταν πάνω απ’ όλα η αποτύπωση της νιότης, η απεικόνιση της ζωντάνιας. Εδώ δεν απέµενε ίχνος νιότης και θα υποψιαζόταν κανείς πως δεν είχε υπάρξει καν νιότη. Κι όµως, ο Πουαρό συνειδητοποίησε, έτσι όπως δεν είχε συνειδητοποιήσει βλέποντας τον πίνακα του Κρέιλ, ότι η Έλσα ήταν όµορφη. Ναι, ήταν µια ιδιαίτερα όµορφη γυναίκα εκείνη που κινήθηκε προς το µέρος του για να τον υποδεχτεί. Και, οπωσδήποτε, όχι ηλικιωµένη. Άλλωστε, πόσο να ήταν; Όχι περισσότερο από τριάντα έξι χρονών, εφόσον ήταν είκοσι την εποχή της τραγωδίας. Τα µαύρα µαλλιά της ήταν άψογα χτενισµένα γύρω από το καλοσχηµατισµένο κεφάλι της, τα χαρακτηριστικά του προσώπου της σχεδόν κλασικά, το µακιγιάζ της υποδειγµατικό.

Ο Πουαρό αισθάνθηκε ένα παράξενο σφίξιµο. Ίσως έφταιγε ο ηλικιωµένος κύριος Τζόναθαν, που είχε αναφερθεί στην Ιουλιέτα… Εδώ δεν υπήρχε καµία Ιουλιέτα… εκτός κι αν φανταζόταν κανείς την Ιουλιέτα να έχει επιβιώσει, συνεχίζοντας να ζει, έχοντας στερηθεί τον Ρωµαίο της… Άραγε, δεν αποτελούσε αναπόσπαστο κοµµάτι της Ιουλιέτας το ότι κατέληξε να πεθάνει νέα;
Η Έλσα Γκριρ είχε αποµείνει ζωντανή…

ΣΧΟΛΙΑ (1)

Πιτσα

Πολυ ωραίο βιβλίο!

ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
Απομένουν χαρακτήρες
* Υποχρεωτικά πεδία

Δείτε Επίσης