LIVE

Κορωνοϊός

«Το απαραίτητο φως»: Ένα μυθιστόρημα για την αναζήτηση

«Το απαραίτητο φως»: Ένα μυθιστόρημα για την αναζήτηση

Η τριαντάχρονη Λουΐζα Λασκαράτου, που σπουδάζει στην Οξφόρδη, επιστρέφει στην Αθήνα του 2006 μετά τον ξαφνικό θάνατο του Αθηναίου δικηγόρου πατέρα της, με τον οποίο δεν διατηρούσε τις καλύτερες σχέσεις...

Η τριαντάχρονη Λουίζα Λασκαράτου, που σπουδάζει στην Οξφόρδη, επιστρέφει στην Αθήνα του 2006 μετά τον ξαφνικό θάνατο του Αθηναίου δικηγόρου πατέρα της, με τον οποίο δεν διατηρούσε τις καλύτερες σχέσεις.

Ο πατέρας της έχει αφήσει παραγγελία στον πιστό συνεργάτη του Πέτρο, που τον είχε σαν παιδί του, να παραδώσει στην ατίθαση κόρη του ένα φάκελο με μια φωτογραφία. Απεικονίζει την γιαγιά της Λουίζ Χατζηλουκά, σε νεαρή ηλικία, με φόντο ένα πίνακα- αυτοπροσωπογραφία του προπάππου της, του φημισμένου Σκωτσέζου ζωγράφου Τζόναθαν Ντόντσον και πίσω γραμμένο με μελάνι «Ιούνιος 1941».

Επιβεβαιώνει ότι ο χαμένος πίνακας , για τον οποίο είχε ακούσει τόσες φορές από τον πατέρα της, είναι υπαρκτός και είναι συνδεδεμένος με την εκτέλεση της γιαγιάς της από τους Γερμανούς στην Κατοχή. Η εγγονή Λουΐζα ξεκινάει μια αναζήτηση του χαμένου πίνακα και της αλήθειας…

Έτσι αρχίζει το 628 σελίδων μυθιστόρημα της Ντορίνας Παπαλιού «Το απαραίτητο φως», που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ίκαρος.

Η Λουίζα της σημερινής Ελλάδας, παιδί χωρισμένων γονιών, σπούδασε στην Οξφόρδη και παράλληλα δούλευε για να μην έχει ανάγκη τους γονείς της, αφού δεν της πρόσφεραν την αγάπη. Οι μνήμες βέβαια, την κυνηγούν. Έζησε στο σπίτι του πατέρα της και – παιδάκι- θυμάται πως, πριν κοιμηθεί, τη νανούριζε όχι με παραμύθια αλλά με την ιστορία ενός πίνακα νεαρού ζωγράφου από τη Γλασκώβη στα χρόνια της βασίλισσας Βικτωρίας. Η υπόθεση άρχιζε στην Σκωτία και τελείωνε στην Αθήνα της δεκαετίας του 1940.

Ξεκινούσε με τους ανθρώπους στα χέρια των οποίων πέρασε ο πίνακας, την κόρη του ζωγράφου και γιαγιά του πατέρα της Τζέιν Ντόντσον και τον άντρα της και παππού του πατέρα της Ανδρέα Χατζηλουκά και τελείωνε με τους γονείς του Αλέξανδρο Λασκαράτο και Λουίζ Χατζηλουκά, τους οποίους ο πατέρας της δεν είχε γνωρίσει γιατί και οι δύο είχαν πεθάνει στα χρόνια του πολέμου όταν εκείνος ήταν μωρό. «Οι άνθρωποι φεύγουν. Εκείνο που μένει είναι τα πράγματά τους» της είχε πει ένα από τα βράδια των αφηγήσεων χαρακτηρίζοντας τον πίνακα «αγνοούμενο».

Σε ένα δεύτερο φάκελο που της παραδίδει ο συνεργάτης του πατέρας της βρίσκει ένα κλειδί και ένα χαρτί με αριθμό μιας τραπεζικής θυρίδας…

Αθήνα του 1941. Η Λουίζ της Κατοχικής Ελλάδας, με πάθος για τη ζωγραφική, μαθήτρια του Κωνσταντίνου Παρθένη, ένα χειμωνιάτικο βράδυ επιστρέφει εξουθενωμένη στο σπίτι της στην οδό Σκουφά στο Κολωνάκι. Είναι εθελόντρια νοσοκόμα στο νοσοκομείο που έχει εγκατασταθεί στο επιτεταγμένο κτήριο του Αρσάκειου Σχολείου στο Ψυχικό. Στο μεγάλο λευκό τοίχο του σαλονιού δεσπόζει η αυτοπροσωπογραφία του Τζονάθαν Ντόντσον. Η μητέρα της είχε γνωρίσει τον Σμυρνιό Ανδρέα Χατζηλουκά στη Γλασκώβη το 1910. Διωγμένος μετέπειτα από τους Τούρκους, πρόλαβε να πάρει μαζί του τα κοσμήματα, τα ρούχα του και τον πίνακα. Κάτω από το μεθυστικό αττικό ήλιο η Λουίζ βρίσκει το δρόμο της στη ζωγραφική και γίνεται πραγματική Ελληνίδα, προσφέροντας της υπηρεσίες της στους τραυματίες του μετώπου, οι οποίοι ερχόταν σακατεμένοι για το χειρουργείο. Ακούει τα βογγητά, βλέπει τα κομμένα σώματα, νοιώθει τον πόνο και συνειδητοποιεί τι σημαίνει πόλεμος πέρα από τις αρχικές ιαχές ενθουσιασμού των νέων που σπεύδουν τα καταταγούν τραγουδώντας. Θέλοντας να βοηθήσει να ηττηθούν οι Γερμανοί συνεργάζεται με τις μυστικές υπηρεσίες των Άγγλων. Οι ναζί την συλλαμβάνουν. Ο σύζυγός της, προκειμένου να τη σώσει, δωρίζει τον πολύτιμο πίνακα στον γερμανό διοικητή, όμως δεν φτάνει ποτέ στα χέρια του και η Λουίζ εκτελείται.

Με όχημα την πορεία δύο γυναικών- γιαγιάς και εγγονής- και κομβικό σημείο το μυθοποιημένο έργο τέχνης, η συγγραφέας αναζητά τον απολεσθέντα πίνακα, αναζητώντας τους δεσμούς που διασυνδέουν το το παρελθόν με το παρόν, την απώλεια με τη μνήμη, τα θρυλούμενα με τα γεγονότα. Μέσα από την εξιστόρηση της προσωπικής αφήγησης η Ντορίνα Παπαλιού φωτίζει τη μεγάλη ιστορία της κατοχικής Ελλάδας και – σε παράλληλο επίπεδο – πραγματεύεται την ιστορία για την ελληνικότητα της γενιάς του 1930.

Ένα υπέρογκο έργο γραμμένο όμως με στυλ θρίλερ, που βασίστηκε σε τρίχρονη μελέτη βιβλιογραφίας για τον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο αλλά και σε συνεντεύξεις επιζώντων αντιστασιακών. Μια οικογενειακή ιστορία μέσα στην ιστορία του τόπου, με ψυχογραφία των ηρώων της Αθήνας του '40 και της Αθήνας του 2007. Τότε που ο εχθρός ήταν ο πόλεμος. Και μετέπειτα η μελαγχολία…

Ένα δείγμα γραφής από το τέλος του μυθιστορήματος:

«Τον είχε κρεμάσει με προσοχή. Το καρφί που είχε βάλει στον τοίχο ήταν μια χοντρή ατσαλόπροκα . ‘Όμως τον κρατούσε ακόμη σφιχτά, με τα δύο της χέρια, προστατευτικά. Κι όταν τον άφησε, κάνοντας δυο βήματα πίσω, στάθηκε σε απόσταση αναπνοής, έτοιμη να ορμήξει να τον πιάσει αν για κάποιο ανεξήγητο λόγο πήγαινε να πέσει.

Η Λουίζα τον είχε φέρει πίσω, στη θέση του, στην Αθήνα. Έκανε ακόμη μερικά βήματα πιο πίσω. Ο πίνακας, αυτόφωτος, με το κίτρινο φόντο με παχιές πινελιές που φώτιζε το πρόσωπο του Τζόναθαν Ντόντσον, ακτινοβολούσε μέσα στο χώρο, κρατούσε τη ματιά της κλειδωμένη πάνω του, να μην ξεφύγει ούτε στιγμή από τη ματιά του ζωγράφου, που τόσες φορές είχε πλάσει στη φαντασία της, μέσα από την αφήγηση του πατέρα της. Τι έβλεπε άραγε ο ζωγράφος στον καθρέφτη όταν ζωγράφιζε την αυτοπροσωπογραφία του; Ποιο ήταν το συναίσθημα που αποτύπωσε; γαλήνη; ικανοποίηση; οργή; πίκρα; ή απόγνωση; Δεν ήταν σίγουρη ποιο συναίσθημα αναγνώριζε το βλέμμα του».

Η Ντορίνα Παπαλιού γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Ιστορία στο Πανεπιστήμιο Brown στις ΗΠΑ και συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές στην Κοινωνική Ανθρωπολογία στο Πανεπιστήμιο του Cambridge. Το πρώτο της μυθιστόρημα είναι το ΓΚΑΤΕΡ, Κέδρος, 2007.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr

Ρoή Ειδήσεων

Ειδήσεις Δημοφιλή Σχολιασμένα

Δείτε Επίσης