«Η ένοχη»: Ένα οικογενειακό δράμα εποχής με την υπογραφή της Γιώτας Γουβέλη

«Η ένοχη»: Ένα οικογενειακό δράμα εποχής με την υπογραφή της Γιώτας Γουβέλη

Διαβάστε προδημοσίευση στο protothema

«Η ένοχη»: Ένα οικογενειακό δράμα εποχής με την υπογραφή της Γιώτας Γουβέλη
Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει πραγματικά τι κρύβεται κάτω από την τέλεια επιφάνεια κάθε καθωσπρέπει οικογένειας. Γεγονότα που αποσιωπώνται, κρυφές επιθυμίες που καθορίζουν τις αποφάσεις των ανθρώπων και η πάλη για την προστασία της τάξης και του καλού προσώπου της οικογένειας προς την κοινωνία, που δικαιολογεί οποιαδήποτε πράξη· ακόμα και την πιο σκληρή.

Με μια γραφή που συνδυάζει την ένταση ενός οικογενειακού δράματος με την ατμόσφαιρα ενός σκοτεινού μυθιστορήματος εποχής, η Γιώτα Γουβέλη φέρνει τους αναγνώστες αντιμέτωπους με διαχρονικά ζητήματα. Πώς η γυναικεία επιθυμία καταπιέζεται ανά τους αιώνες και οδηγείται σε σκοτεινές διεξόδους; Πώς ο έρωτας -όταν ασφυκτιά- μετατρέπεται σε μυστικό, σε ενοχή και τελικά σε βία; Πώς η σιωπή μπορεί να μην είναι τόσο αθώα όσο φαίνεται, και ποιος θυσιάζεται για να διατηρηθεί τελικά η τάξη πραγμάτων;

Διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο


Κάθε οικογένεια γεννά τη δική της ένοχη.

Το σπίτι του ιερέα παπα-Γιακείμη και της πρεσβυτέρας Αργύρας, σε μια ακμάζουσα μακεδονική κωμόπολη, αποτελεί πρότυπο ευσέβειας και κοινωνικής τάξης. Εκεί μεγαλώνουν τέσσερις κόρες: η Ζόλια και η Ρήνα, υιοθετημένες, και η Λουκία με τη Βγέρω, καρποί ενός γάμου που άργησε να ευλογηθεί με παιδιά.
Προς τα έξω, όλα μοιάζουν άψογα. Στο εσωτερικό, όμως, κινούνται σιωπές, φόβοι και επιθυμίες που δεν βρίσκουν φωνή. Όταν ένας απαγορευμένος έρωτας φανερώνεται, η συνοχή του σπιτιού αρχίζει να ραγίζει. Η αποκάλυψη σπέρνει πανικό. Και τίποτα δεν μένει όρθιο.

Κάποια πρέπει να πληρώσει.

Ποια είναι η ένοχη;

Κλείσιμο
Οι ηρωίδες –μητέρες, κόρες, σύζυγοι– καλούνται να επιβιώσουν μέσα σε έναν κόσμο όπου η γυναικεία υποταγή είναι αδιαπραγμάτευτη και η «τάξη» δικαιολογεί κάθε θυσία. Οι πράξεις τους, ακόμα και οι πιο ακραίες, έρχονται ως αποτέλεσμα ασφυκτικών συνθηκών, καταπίεσης και κοινωνικής υποκρισίας. Όμως υπάρχουν και πράξεις που δεν συγχωρούνται. Ούτε από την κοινωνία ούτε από την ανθρώπινη ηθική.

Γιατί κάποια όρια, όταν ξεπεραστούν, αφήνουν μόνο πόνο. Και μια ένοχη.

Πρώτα θα τη δικάσεις. Μετά θα την καταλάβεις.

Μια ιστορία για τη σύγκρουση ανάμεσα στην επιθυμία και την ηθική τάξη, για τον έρωτα που μετατρέπεται σε μυστικό, σε ενοχή και τελικά σε βία. Για τη γυναικεία επιθυμία σε έναν κόσμο που δεν της επιτρέπει ούτε λόγο ούτε επιλογή.

Μια ιστορία απαγορευμένου έρωτα, αλλά και μια αφήγηση για το τίμημα της σιωπής.

«Η ένοχη»: Ένα οικογενειακό δράμα εποχής με την υπογραφή της Γιώτας Γουβέλη

Ακολουθεί απόσπασμα του βιβλίου


Το ψήλωμα της Παλιοκκλησιάς μοσχοβολούσε θυμάρι και, τόπους τόπους ανάμεσα στις πέτρες, τα ανθισμένα φυτά έσπαγαν τη μονοτονία του εδάφους με το ζωηρό βιολετί τους χρώμα, ενώ ο αέρας γέμιζε από το βουητό των μελισσών που τρυγούσαν τους γλυκούς χυμούς τους. Αυτά τα εργατικά έντομα ακολουθούσαν όλα την ίδια πορεία, προς το καλυβόσπιτο που δέσποζε μοναχικό στην πλαγιά, απομονωμένο από το υπόλοιπο χωριό. Ωστόσο, λες και ήταν ανάγκη να περιφράξει την επικράτειά του μέσα στην απεραντοσύνη του τοπίου, μια ψηλή ξερολιθιά εκτεινόταν στη βόρεια πλευρά, όχι πολύ κοντά στην κατοικία. Εκεί, σε αυτόν τον αχρείαστο φράχτη, μέσα σε χωστές τρύπες με πλάτη στον βορρά, ήταν τοποθετημένα μεγάλα κοφίνια αναποδογυρισμένα και επιχρισμένα με ασβέστη όπου μπαινόβγαιναν οι μέλισσες. Στη βάση των κοφινιών υπήρχε περιμετρικά τοποθετημένη μια λωρίδα από πυκνοπλεγμένα χόρτα, ίσα για να μπορούν να περνούν τα έντομα.

Μια αδύνατη γυναίκα γύρω στα σαράντα, ξυπόλυτη, με λευκό τσεμπέρι στο κεφάλι και μακρύ γκρίζο φόρεμα που ανέμιζε καθώς καταγινόταν με την εργασία της, σήκωνε ένα από τα μελισσοκόφινα μουρμουρίζοντας θυμωμένα:

«Κοίτα πόσες ψόφιες μέλισσες, ανάθεμα τους σκούρκους ανάθεμα».

Το παράξενο στη θωριά της ήταν ο αέρας που την περιτριγύριζε. Ανεξήγητα πυκνός, σταχτερός, σαν διάφανες σκιές που σάλευαν αργόσυρτα μαζί με τις κινήσεις της. Ίσως ήταν το σελάγισμα του ρούχου της καθώς έπεφτε πάνω της το πρωινό φως.

Γύρω της σμήνος οι μέλισσες που ελευθερώθηκαν όπως σήκωσε το κοφίνι χωρίς καμιά προφύλαξη, ούτε καπνό για να τις ζαλίσει ούτε τίποτα. Εντούτοις, η γυναί-κα δεν φαινόταν να ενοχλείται, δεν την τσιμπούσαν καθώς φαίνεται. Πιο κει βρίσκονταν παραταγμένα μια σειρά από κιούπια γεμάτα μέλι, με τουλπάνι περασμένο γύρω από τα στόμια.

«Μάνα», φώναξε ένας γεροδεμένος νεαρός, βγαίνοντας από την πόρτα του καλυβόσπιτου. «Θα μου δώσεις το για-τρικό για τον ξένο;»

Κατάλαβε πως η γυναίκα δεν τον άκουγε σε τόση απόσταση και με όλη τη φασαρία από το μελισσολόι. Πλησίασε κάμποσο, όχι όμως πολύ κοντά, και δυνάμωσε τη φωνή του κουνώντας συγχρόνως τα χέρια του στον αέρα μήπως και τον προσέξει: «Μάνααα!»
Επιτέλους η γυναίκα γύρισε το κεφάλι της εξακολουθώ-ντας να σιχτιρίζει, ενώ στα χέρια της κρατούσε τις βέργες απ’ όπου κρέμονταν οι κηρήθρες.

«Τι μουρμουράς πάλι, ήθελα να ’ξερα», φώναξε ο νεαρός.

«Μην πλησιάζεις, Στελή», ρέκαξε η γυναίκα. «Θα σε κάμουν κόσκινο οι κοπέλες μου. Τι μουρμουράω, μαθές; Πάλι χώθηκαν οι σκούρκοι στο μελίσσι μου. Μου τις ρήμαξαν τις κακομοίρες. Ούτε το μισό μέλι δε βγάνω από τούτο δω», έδειξε με μια κίνηση του κεφαλιού το μελισσοκόφινο.

«Είναι αγανό το χόρτο από κάτω φαίνεται· βρήκαν τρύπα οι μεγάλες σφήκες και τρύπωσαν», έκανε ο νεαρός ανασηκώνοντας τους ώμους. «Θέλω να πάω στο χάνι», συνέχισε δυνατά. «Ο ξένος δεν είναι καλά, αφόρμισε η λαβωματιά και γέμισε πύον. Ο γιος του χανιτζή, ο Ζήσος, μου γύρεψε το μαντζούνι σου για τις πληγές».

«Δεν μπορώ τώρα», έκανε γκρινιάρικα η γυναίκα. «Θα περάσει ο έμπορας να πάρει το μέλι για να προλάβει το καραβάνι. Έχω τόση δουλειά, να τελειώσω το τρύγημα, να ταπώσω τα κιούπια, να τα ’χω έτοιμα».

«Ε, καλά, πάω κι εγώ κάτω στην πόλη».

«Τι να κάμεις στην πόλη; Από κοντά απ’ την παπαδοπούλα πάλι; Μη χάσεις, μαθές!» σάρκασε η γυναίκα.

«Τι σ’ έπιασε και δεν τη χωνεύεις την κοπέλα, ωρέ μάνα;» δυσανασχέτησε ο νεαρός. «Νύφη σου θα γένει η Ρήνα, άμα το θελήσει η τύχη. Εγώ την αγαπάω, να το ξέρεις. Θα σκοτωθώ άμα δεν την πάρω».

Τίποτα δεν του αποκρίθηκε η γυναίκα. Μόνο καθώς έστριψε ο γιος της να φύγει του φώναξε δυνατά:

«Πάαινε πες στο χανιτζή ν’ αλείψει μέλι σ’ ένα καθαρό πανί και να το τυλίξει γύρω απ’ τη λαβωματιά, ώσπου να ευκαιρήσω να του στείλω το μαντζούνι. Να μη λένε πως η Λυούσα δε συμπονάει τον πλησίον».

Ο νεαρός κούνησε καταφατικά το κεφάλι του, σήκωσε το χέρι του αποχαιρετώντας την και απομακρύνθηκε.

«Αμ δε σφάξανε», ξανάπιασε το μουρμουρητό της η γυναίκα, ενώ τα χέρια της συνέχιζαν σβέλτα την εργασία της. «Την αγαπάει, λέει, ο σερσέμης! Δεν κοιτάει που χάνει όλη τη δύναμή του άμα τήνε βλέπει. Έτσι έχασε και τον αγώνα τις προάλλες και τον έβαλε κάτω ο Σουρπιανός κι έφαγε η πλάτη του χώμα. Η δύναμη, μοναχά αυτή είναι ο θεός μου, μοναχά οι δυνατοί τραβάνε μπροστά απ’ τη μοίρα. Αμ δεν τον έκαμα εγώ άντρα ατσαλένιο, λεβέντη, λιοντάρι σωστό, για να μου τον πάρει αυτή και να τον ρέψει. Ετούτη, μάτια μου, είναι σαν εκειό το θηλυκό αλογάκι της Παναγίας που κατασπαράζει το αρσενικό την ώρα που ζευγαρώνει μαζί του. Άκου θα σκοτωθεί, λέει! Θα πεθάνει, μαθές! Καλά, κάτσε και θα ιδούμε ποιος απ’ τους δυο τους θα πεθάνει.

Είμαι νησιώτισσα εγώ, δεν έφτασα με χίλια βάσανα εδώ πάνω, δεν έφτυσα αίμα για να τον αναστήσω και να τόνε χάσω, μαθές, στα καλά καθούμενα. Η μάνα της ήρθε προχθές γυρεύοντας βοήθεια. Δεν αρνήθηκα να τη συντρέξω, κι ας είναι ψυχοκόρη της η λεγάμενη. Καλή γυναίκα είναι η παπαδιά, σέβεται την τέχνη μου, δεν είναι σαν τον άντρα της που με συκοφαντεί συνέχεια και τους στρέφει όλους εναντίον μου στα κηρύγματα. Κι από τότε που έπιασε παιδί χάρη στα μαγικά μου με προσκυνάει η δόλια. Και τώρα θα της δώσω ό,τι μου γύρεψε, δε με νοιάζει για ποια το θέλει ούτε και ρωτώ ποτέ, η κάθε φαμελίτισσα ό,τι κάνει καλά καμωμένο. Όποιος μου γυρεύει βοήθεια εγώ τον συντρέ-χω, δεν είναι δική μου δουλειά να κρίνω τις επιθυμίες του. Η δική μου αποστολή σε τούτο τον κόσμο είναι να ικανοποιώ τις επιθυμίες όσων με εμπιστεύονται».

Πήγε ως την κρήνη πιο κει για να ξεπλύνει τα χέρια της, τα σκούπισε στην ποδιά της και ξεκίνησε να σφηνώνει τις τάπες στα κιούπια, εξακολουθώντας τον μονόλογό της.

«Κι ο τραγόπαπας που με εχθρεύεται είναι υποκριτής και φαύλος. Σάμπως κι αυτός δεν κάνει το ίδιο με μένα, δεν πιστεύει στον εξώκοσμο, στις ανώτερες δυνάμεις; Τι είναι το θαύμα που μας τσαμπουνάει; Μαγικό δεν είναι; Από κάπου έξω από τον κόσμο δεν έρχεται; Και σε τι διαφέρουνε οι παρακλήσεις του από τα δικά μου τα ξόρκια; Αόρατες δυνάμεις δεν καλούμε κι οι δύο; Τι διαφορά έχουνε τα οράματα που βλέπουν οι πιστοί του από τα πνεύματα που διαλέγομαι εγώ; Τάχα μου πως εγώ φταίω για ό,τι κακό συμβαίνει στους νοικοκυραίους, σκοτωμούς, αρρώστιες, χωρισμούς… Εγώ δεν έβλαψα κανένανε. Ό,τι μου ζητάνε όσοι έρχονται εδώ πάνω τους το προσφέρω, κι από κει κι ύστερα νίπτω τας χείρας μου. Το τι κάνει ο καθείς τους είναι δικός του λογαριασμός. Παίρνω, λέει, γρόσια και φτιάχνω κομπόδεμα. Σάμπως αυτουνού η εκκλησία, ο Αϊ-Γιώργης, δε θησαυρίζει; Δεν έχει ολόκληρα δάση περιουσία κι οι ξυλοκόποι τής ακουμπάνε παρευθύς τα ξυλευτικά και πλουταίνει συνέχεια; Μέχρι και δικά της νομίσματα έφτιασε, μπακίρια σφραγισμένα με σφραγίδα του ναού. Μ’ αυτά με πληρώνουνε κι εμένα για τα μαγικά μου. Να μην αμειφθώ εγώ δηλαδή για την τέχνη μου; Να μη φκιάσω ένα κανονικό κονάκι; Συνέχεια σε τού-το το φτωχοκάλυβο θα ζει το παιδί μου; Αύριο μεθαύριο θα παντρευτεί, θα μου κάμει εγγόνια. Πού θα μένουμε, στο χαμόσπιτο;»

Ήταν ικανή να συνεχίσει το παραλήρημά της επ’ άπειρον, αν δεν τραβούσε την προσοχή της το μαύρο σκυλί του σπιτιού που όρθωσε ξαφνικά το κεφάλι του και οσμιζόταν αγριεμένο τον αέρα.

«Τι τρέχει, Εκάτη;» γύρισε στο ζωντανό, μα εκείνο είχε το πυρακτωμένο βλέμμα του καρφωμένο στο μονοπάτι.

Μια φιγούρα ντυμένη στα μαύρα ανηφόριζε με προφύλαξη την πλαγιά. Η Λυούσα έφερε το χέρι της αντήλιο για να διακρίνει την ταυτότητα της επισκέπτριας… α, η αρχόντισσα η Καραγιάνναινα πρέπει να ’ναι… ναι, ναι, αυτή είναι, η Αγγελικώ… στα μαύρα για να μην τη γνωρίζουνε που έρχεται στην ξορκίστρα δα.

«Καλώς την κυρά», της φώναξε όταν η άλλη πλησίασε.

«Έλα, έλα να σε χαρώ, κόπιασε στο φτωχικό μου».

Η μαυροφορεμένη αντιχαιρέτησε μ’ ένα νεύμα του κεφαλιού και προχώρησε γραμμή για την καλύβα. Φαινόταν από τον τρόπο της πως δεν ήθελε να εκτεθεί και βιαζόταν να χωθεί κάπου να καλυφθεί. Την ακολούθησε και η Λυούσα, συνεπαρμένη από την απροσδόκητη επίσκεψη. Την ήξερε την αρχόντισσα, όπως ήξερε και τους πάντες στην πόλη. Κατέβαινε ανελλιπώς στις γιορτές και στα πανηγύρια και το μάτι της έκοβε σαν ξουράφι. Είχε την ικανότητα να αντιλαμβάνεται με ένα της βλέμμα το ποιόν του καθενός, τη διάθεσή του, τις σχέσεις του με τον περίγυρο, κι ακόμα τι συλλογιέται και τι έχει στα κατάβαθα της ψυχής του. Μόνο στην εκκλησία δεν πατούσε. Ο παπα-Γιακείμης της είχε κηρύξει τον πόλεμο χρόνια τώρα, αλλά η Λυούσα απλώς χαμογελούσε σαρδόνια με τους αφορισμούς και τις κατηγόριες του. Ήξερε πως ό,τι και να έκανε ο ιερέας δεν θα κατάφερνε τίποτα. Οι περισσότεροι νοικοκύρηδες είχαν ζητήσει κατά καιρούς τη βοήθειά της, ακόμα και πρόκριτοι ή μεγαλοκυρές. Η αρχόντισσα η Καραγιάνναινα όμως δεν είχε αποταθεί σ’ εκείνη ποτέ. Η Λυούσα φυσικά την ήξερε. Ήταν η νύφη του δημογέροντα Καραγιάννη, αρχοντοθρεμμένη, μοναχοκόρη του γιατρού της περιοχής με καταγωγή από το Φανάρι. Η συχωρεμένη η πεθερά της ήταν τακτική στο καλυβόσπιτο της Παλιοκκλησιάς, η τωρινή όμως Καραγιάνναινα δεν την καταδεχόταν. Ήταν περήφανη και ψηλομύτα, φαινόταν με την πρώτη ματιά. Ψηλή, σταρένια, νταρντάνα με στητή κορμοστασιά, σκούρα μάτια που μισόκλειναν καχύποπτα και στενό, παχουλό μέτωπο.

Λίγα λόγια για τη συγγραφέα

«Η ένοχη»: Ένα οικογενειακό δράμα εποχής με την υπογραφή της Γιώτας Γουβέλη

Η Γιώτα Γουβέλη γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Μεσολόγγι. Είναι απόφοιτος του Μαθηματικού Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στην πληροφορική και τη διοίκηση επιχειρήσεων. Αρχικά εργάστηκε στον χώρο της εκπαίδευσης και στη συνέχεια σε πολυεθνικές εταιρείες επικοινωνίας ως υπεύθυνη Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης. Έχει τρία παιδιά και ζει με την οικογένειά της στην Αθήνα.

Από τις εκδόσεις Διόπτρα κυκλοφορούν τα μυθιστορήματά της: Η μουσική του κόσμου (2010), Το σκίτσο (2011), Το κεντρί της πεταλούδας (2013), Το μαγεμένο ποτάμι (2014), Η πρώτη κυρία (2015), Η νύφη της Μασσαλίας (2016), Ματωμένα εντελβάις (2017), Το δάκρυ της μάντισσας (2018), Η προσευχή της μάντισσας (2019), Για ένα τανγκό στη Σμύρνη (2020), Φιορ ντ’ αμόρε (2021), H παραμάνα (2022), Βεντέτα στον Βόσπορο (2023), Σκλάβα (2024) και Έστησ’ ο Έρωτας χορό (2025).
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ειδήσεις Δημοφιλή Σχολιασμένα
δειτε ολες τις ειδησεις

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Best of Network

Δείτε Επίσης