LIVE

Κορωνοϊός

Γοητευτικά χειμαρρώδης

Γοητευτικά χειμαρρώδης

Η Ελένη Καραΐνδρου έχει όλη τη σοφία μιας καριέρας 40 και πλέον χρόνων και την ενέργεια μίας 20χρονης

«Τα πιο ωραία είναι πάντα μπροστά. Είναι αυτά που δεν έχουμε ζήσει ακόμα. Πρέπει να το πιστεύεις αυτό», μου λέει. Η Ελένη Καραΐνδρου έχει όλη τη σοφία μιας καριέρας 40 και πλέον χρόνων και την ενέργεια μίας 20χρονης! Αν είχα έναν λόγο να τη θαυμάζω για τις μελωδίες της, που σε ταξιδεύουν ξεκλειδώνοντας πόρτες μυστικές μέσα σου, τώρα έχω έναν ακόμα: για το φως και τη δίψα για ζωή και δημιουργία που εκπέμπει αυτή η γυναίκα. «Δεν σταματάω να ξαφνιάζομαι. Κι αυτό είναι καλό», μου επισημαίνει.

Είναι η πρώτη φορά που τη συναντώ και έχω τρακ. Με αγκαλιάζει με τον τρόπο της. «Γεννημένος το 1982; Δεν ντρέπεσαι βρε;», μου λέει χαμογελώντας. Φιλική και χειμαρρώδης συνάμα. Όπως χειμαρρώδης είναι κι ο τρόπος που γράφει μουσική. «Δεν κάθομαι να σκέφτομαι μια ώρα τι νότα θα βάλω εκεί. Όταν μου έρθει έμπνευση το παίζω το κομμάτι ολόκληρο –δέκα, δεκαπέντε λεπτά– και μετά το γράφω στο χαρτί μου και το ενορχηστρώνω».

Μου μιλάει σχεδόν εκστασιασμένη για τις δύο συναυλίες, που θα δώσει στις 16 και 17 Οκτωβρίου στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά. Και να φανταστείς ότι μιλάμε για μία γυναίκα που έχει δώσει συναυλίες στα μεγαλύτερα θέατρα του κόσμου και έχει συνεργαστεί με τις μεγαλύτερες συμφωνικές ορχήστρες. «Υπάρχουν κάποιες πρωτιές που τις απολαμβάνω εδώ. Είναι η πρώτη φορά που δίνω συναυλία στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά. Κι επίσης συνεργάζομαι για πρώτη φορά με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών», μου λέει.



Είναι συγκινημένη, γιατί η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών είναι αυτή που τη μύησε μικρό παιδί στον μαγικό κόσμο της μουσικής. «Την παρακολουθούσα στις περίφημες συναυλίες που έδινε στον Ορφέα τότε. Ήμουν γύρω στα δέκα. Άρχισα μουσική από τα επτά μου, αλλά μπήκα στο ωδείο στην ηλικία των δέκα χρονών. Τότε δεν είχαμε ούτε πικάπ, ούτε δίσκους, ούτε τίποτα. Η μόνη επαφή με την κλασική μουσική ήταν να ακούσεις μία συναυλία της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών. Πολύ αργότερα, όταν άρχισα να συνθέτω, άντλησα εκπληκτικούς μουσικούς από την αγκαλιά αυτής της ορχήστρας», μου αποκαλύπτει.

Δεν παραλείπει να διαμαρτυρηθεί και για τα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η ΚΟΑ. «Της λείπουν πάνω από 30 μουσικοί κι αν κάποιος αρρωστήσει πρέπει να πληρώσουν έναν εξωτερικό συνεργάτη για να τον αντικαταστήσει, πράγμα ανεπίτρεπτο για μία Ορχήστρα. Δεν μπορούν να παίξουν πολλά σπουδαία έργα μουσικής γιατί δεν έχουν επάρκεια οργάνων. Με στεναχωρεί πολύ αυτό. Το ίδιο έπαθε και η Καμεράτα, που από 24 έγχορδα έχει μείνει με τα μισά. Εντάξει, η Ελλάδα περνάει κρίση, το καταλαβαίνω, αλλά πρέπει να αντιληφθούμε ότι ο χρόνος που χρειάζεται για να φτιαχτεί μία ορχήστρα είναι τεράστιος και μπορεί πολύ εύκολα να καταστραφεί - και μετά θέλει άλλον τόσο χρόνο για να ξαναδημιουργηθεί. Κάνω έκκληση, δώστε βάρος στον πολιτισμό. Δεν μπορείς να πηγαίνεις στην Τουρκία και κάθε πόλη να έχει μία τεράστια συμφωνική ορχήστρα! Εμείς τι κάνουμε;», αναρωτιέται.

Εκτός από την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, στις δύο αυτές συναυλίες της συμπράττει και το Τρίο Τζαζ (David Lynch, Σταύρος Λάντσιας και Γιώτης Κιουρτσόγλου), αλλά και η αγαπημένη φίλη της από τα παλιά, Μαρία Φαραντούρη. Ένα ταξίδι μέσα από μελωδίες και τραγούδια, που έγραψε για το θέατρο και τον κινηματογράφο. Και μια και η συναυλία λαμβάνει χώρα σε έναν εμβληματικό θεατρικό χώρο, η αρχή και το τέλος ανήκουν στο θέατρο. «Θα ξεκινήσω με το “Ρέκβιεμ για τον Γουίλι Λόμαν” από την παράσταση “Ο θάνατος του εμποράκου” του Μίλερ, που είχε σκηνοθετήσει ο Ντασέν, και θα τελειώσω με το “Τραγούδι της λίμνης” από τον “Γλάρο” του Τσέχωφ, που πάλι είχε σκηνοθετήσει ο Ντασέν», μου λέει.



Ενδιαμέσως θα απολαύσουμε όλα εκείνα που την έκαναν τη μεγάλη αγαπημένη μας, αλλά και άλλα λιγότερο γνωστά. «Υπάρχει κι ένα απόσπασμα από τον “Δαυίδ”, ένα έργο του 1740 ενός αγνώστου Χίου ποιητή, για το οποίο έγραψα τη μουσική 35 χρόνια πριν για την παράσταση του Σπύρου Ευαγγελάτου στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά και παρουσίασα ως ορατόριο το 2010 στο Μέγαρο Μουσικής. Πολύ σύντομα θα κυκλοφορήσει μάλιστα και παγκοσμίως από την ECM. Η Φαραντούρη θα τραγουδήσει ένα τραγούδι από αυτό το έργο με τίτλο “Όταν θωρώ”. Είναι ένα τραγούδι που έγραψα έχοντας στο μυαλό μου την εικόνα της στάχτης της Μαρίας Κάλλας, όπως αυτή έπεφτε στο πέλαγος».

Η Ελένη Καραΐνδρου είναι αυτό που λέμε γεννημένη καλλιτέχνης, γεννημένη μουσικός. Από μικρή ήξερε τι ήθελε. Η μουσική ήταν ο κόσμος της. Το Α και το Ω. «Θυμάμαι, είχα κολλήσει στο δωμάτιό μου φράσεις του Μπετόβεν. Έλεγε ότι η δύναμή μου είναι η δύναμη της θέλησης. Σαν παιδί θαύμαζα το επίτευγμα μέσα από τη δυσκολία», μου εξομολογείται. Τίποτα δεν της χαρίστηκε. Όλα τα κέρδισε με το ταλέντο της και πολύ αγώνα. «Δεν μπορώ να σου πω ότι αυτά που σπούδασα βοήθησαν ή δεν βοήθησαν στην καριέρα μου και τη μουσική μου ταυτότητα. Πιο πολύ βοήθησαν αυτά που έζησα. Τα βιώματα μετράνε. Όλα τα άλλα –ό,τι και να μαθαίνεις– τα ξεχνάς. Η μουσική είναι μία άμεση έκφραση συναισθημάτων», μου λέει.

Ένα μεγάλο μέρος της δουλειάς της το αφιέρωσε στη μουσική για το θέατρο και τον κινηματογράφο. «Αγαπώ πολύ το θέατρο, γιατί έχει μία αμεσότητα. Έχεις επαφή με τους ηθοποιούς την ώρα που φτιάχνεται μία παράσταση. Στο σινεμά υπάρχει κάτι πιο δύσκολο να το συλλάβεις. Πρέπει να συλλάβεις από το σενάριο το βαθύ ερέθισμα του σκηνοθέτη και το τι θέλει να εκφράσει μέσα από αυτό. Νομίζω ότι τα έχω καταφέρει καλά σε αυτό», παρατηρεί και δεν μπορώ να μην χαμογελάσω. Δεν τα έχει καταφέρει απλώς. Η μουσική της έχει νοηματοδοτήσει εκ νέου ολόκληρες ταινίες. «Είναι το anima για την ταινία, η ψυχή», όπως είχε πει και ο Θόδωρος Αγγελόπουλος. «Και το θεατρικό έργο και το σενάριο είναι ο μοχλός για να ανασύρω δικά μου πράγματα. Η μουσική μου δεν είναι περιγραφική», σχολιάζει η ίδια.

Πρώτη φορά που συνέθεσε μουσική για τον κινηματογράφο ήταν το 1975 για την ταινία του Δημήτρη Μαυρίκιου «Πολεμόντα», ένα ντοκιμαντέρ για τους Ελληνόφωνους της Κάτω Ιταλίας. Ακολούθησαν αρκετές ταινίες, η «Ρόζα» του Χριστόφορου Χριστοφή, που της χάρισε το Βραβείο Μουσικής στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης το 1982 και αποτέλεσε την αφορμή για τη γνωριμία της με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο, το «Ταξίδι στα Κύθηρα», η «Τιμή της Αγάπης», ο «Λιποτάκτης», το «Καλή πατρίδα, σύντροφε», ο «Μελισσοκόμος», το «Τοπίο στην ομίχλη» και όλες οι ταινίες του Αγγελόπουλου που ακολούθησαν.



«Δεν θα ξαναγράψετε για το σινεμά;», την ρωτάω. «Φέτος έγραψα. Για την ταινία του Αντώνη Μποσκοΐτη “Γράμματα στη Γερμανία”. Επίσης έχω πρόταση εδώ και δύο χρόνια από τον Τέρενς Μάλικ να συνεργαστούμε και ετοιμάζω και μία άλλη μεγάλη ταινία, που δεν μπορώ ακόμα να πω πολλά γι’ αυτή. Θα παίζει ο Χάρβεϊ Καϊτέλ», μου απαντά και ομολογώ ότι αιφνιδιάζομαι από τα τόσα πολλά που έχει στα σκαριά. «Δεν έχω σταματήσει να ασχολούμαι με το σινεμά, αλλά πάντα επιλεκτικά. Ανέκαθεν έλεγα πολλά όχι. Δύσκολα μου αρέσει ένα σενάριο. Πρέπει να εκφράζει κάτι που να είναι παγκόσμιο. Να μιλάει για την περιπέτεια του ανθρώπου με έναν τρόπο που να αφορά τον άνθρωπο σε όλο το μήκος και πλάτος της γης. Αυτό το είχαν οι ταινίες του Θόδωρου», μου τονίζει.

Η σχέση της με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο ήταν αναμφισβήτητα μία σχέση ζωής. «Είχαμε μία πνευματική συγγένεια και μία ιδεολογική κοινή κατεύθυνση, γιατί παίζει ρόλο το πώς βλέπεις τα πράγματα και την κοινωνία. Ο Θόδωρος ήταν ένας άνθρωπος αριστερός και αγωνιστής, που έβλεπε με μελαγχολία το πώς οι ιδεολογίες γκρεμίζονται και οι ανθρώπινες θυσίες προδίδονται. Είχαμε μία χημεία με τον Θόδωρο. Αυτό περιλαμβάνει πολλά και το να προσπαθείς να το ορίσεις το φτωχαίνει. Δεν εξηγούνται όλα κι αυτή είναι η μαγεία της ζωής».

Όσον αφορά το θέατρο, η σχέση ζωής ακούει στο όνομα Αντώνης Αντύπας. Το 2016 κλείνουν μαζί 30 χρόνια. «Μου ζήτησε να γράψω το 1986 τη μουσική για τη “Νίκη” της Λούλας Αναγνωστάκη, ένα υπέροχο έργο. Σε λίγο καιρό συνδεθήκαμε», θυμάται. Η συνεισφορά της στον Καλλιτεχνικό Οργανισμό Φάσμα, με έδρα το Απλό Θέατρο που ιδρύει ο Αντύπας το 1990, είναι τεράστια. Έχει γράψει τη μουσική σε όλες τις παραστάσεις του σημαντικού αυτού θεάτρου, που αποτέλεσε σταθερό καταφύγιο για τους θεατρόφιλους της πρωτεύουσας για 22 ολόκληρα χρόνια. Το 2012 έκλεισε χτυπημένο από την κρίση.



«Το 2011 και το 2012 το Υπουργείο Πολιτισμού έλεγε θα κάνετε αυτά και θα πάρετε αυτή την επιχορήγηση. Κάναμε αυτά και δεν παίρναμε μία. Αυτό σημαίνει μία αθέτηση της υπόσχεσης της Πολιτείας απέναντι σε μερικά θέατρα με πολύ πλούσιο ρεπερτόριο. Ο Αντώνης και εγώ δεν θα μπορούσαμε ποτέ να κρατήσουμε με μιζέρια αυτό το θέατρο λέγοντας, ας πούμε, στον Δημήτρη Καταλειφό να έρθει να δουλέψει με ποσοστά, γιατί δεν έχουμε να τον πληρώσουμε. Ο Αντώνης είναι ένας άνθρωπος γενναιόδωρος, που έκανε παραστάσεις που σεβόντουσαν το κοινό. Δεν ήθελε να βάλει νερό στο κρασί του. Κάποιος πρέπει να ξέρει πότε πρέπει να σταματάει κάτι», μου εξηγεί αναφερόμενη σ’ εκείνη την περίοδο και παρατηρώντας με θλίψη ότι «υπάρχει γενικά μία αδιαφορία από το κράτος για τον πολιτισμό».

Τόσο ο ξαφνικός θάνατος του Αγγελόπουλου, όσο και το κλείσιμο του Απλού Θεάτρου, ήταν πράγματα που τους ταρακούνησαν. Όπως μου λέει όμως και η ίδια, είναι άνθρωποι δυνατοί, που κοιτάνε μπροστά. «Η ανακοίνωση για το κλείσιμο του θεάτρου και η ανακοίνωση για τον θάνατο του Θόδωρου συνέπεσαν την ίδια μέρα. Υπάρχουν κάτι συγκυρίες απίστευτες. Κάποια πράγματα έρχονται και πρέπει να έχεις τη σοφία να τα δέχεσαι. Τα συναισθήματα είναι δική μας εσωτερική υπόθεση. Οι πράξεις μετράνε».

Την παρακολουθώ γοητευμένος από τη δύναμή της και την ανεξάντλητη ενέργειά της. Σκέφτομαι ανθρώπους της γενιάς μου, που θα είχαν παραιτηθεί. «Τι να κάνει, μωρέ, και η γένια σας; Σας έχουν βάλει τη θηλιά στο λαιμό!», εξανίσταται. «Τα νέα παιδιά δεν αγχώνονται για να φανούν και να πετύχουν. Είναι ένα άγχος ζωής πια αυτό. Είναι η ανάγκη να επιπλεύσουν για να επιβιώσουν κιόλας».

«Παρ’ όλα αυτά θεωρείτε ότι γίνονται σημαντικά πράγματα σήμερα;», τη ρωτάω. «Γίνονται. Και θα γίνονται πάντα. Αλλά με πολλή δυσκολία. Δεν βοηθάει κανείς. Έχουμε κάνει ό,τι μπορούμε για να τα διαλύσουμε όλα. Γιατί πρέπει ο άλλος να ματώσει για να κάνει κάτι; Από το Α πρέπει να ξεκινήσουμε στην Ελλάδα. Από την παιδεία και τον πολιτισμό. Δεν μπορούν να πηγαίνουν τα παιδιά στο σχολείο και να τουρτουρίζουν. Ας κόψουν από αλλού». Κι ύστερα αναρωτιέται… «Πού είναι επιτέλους οι ευεργέτες της Ελλάδας; Έχουν βγάλει τα λεφτά τους έξω, έχουν κάνει και τις offshore εταιρείες και έχουν αφήσει την Ελλάδα να κουρεύεται».
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr

Ρoή Ειδήσεων

Ειδήσεις Δημοφιλή Σχολιασμένα

Δείτε Επίσης