Δολοφονία Καρολάιν

blogtzanakis-_1_

Τα 12 μίλια, ο Τζέιμς Μποντ και ο Ελευθέριος Βενιζέλος

Στέφανος Τζανάκης

Ο Νίκος Δένδιας ξεκίνησε τις χθεσινές του δηλώσεις στην κοινή συνέντευξη Τύπου με τον Μεβλούτ Τσαβούσογλου, χαρακτηρίζοντας «ειλικρινείς και χρήσιμες» τις συνομιλίες που είχε με τον πρόεδρο της Τουρκίας και τον ομόλογό του. Πρόκειται για την κλασική φράση που χρησιμοποιούν οι διπλωμάτες όταν θέλουν να περιγράψουν ένα ραντεβού που πήγε στο βρόντο. Μία συζήτηση που – προφανώς - δεν είχε κανένα αποτέλεσμα. Και αυτό δεν είναι καλή είδηση, ούτε για την Ελλάδα, ούτε για τους γείτονες. 

Αν ο υπουργός Εξωτερικών είχε πει ότι οι συναντήσεις του ήταν «παραγωγικές» , τότε το μήνυμα θα ήταν ότι κάτι μπορεί και να συμφωνήθηκε στο παρασκήνιο. Ότι μπορεί και να δούμε κάτι θετικό στις σχέσεις των δύο χωρών μέσα στο επόμενο διάστημα. Επομένως, τζίφος- σε μία στιγμή που η Ελλάδα θέλει «ήρεμα νερά» με την Τουρκία, εν όψει και της κρίσιμης τουριστικής σαιζόν που ξεκινά μετά από το Πάσχα, εν μέσω πανδημίας, για δεύτερη χρονιά.

Φυσικά, το ίδιο χρειάζεται η Τουρκία- ασχέτως του αν το επιδιώκει με έναν κατανοητό τρόπο ή όχι. Όμως, το γεγονός ότι ο Μεβλούτ Τσαβούσογλου ξεκίνησε με χαμόγελα την συνέντευξη Τύπου και την ολοκλήρωσε φουρκισμένος, δείχνει ότι – αν μη τι άλλο – αιφνιδιάστηκε από την στάση του Έλληνα ομολόγου του. Και αυτό δεν δείχνει μία σοβαρή προπαρασκευή των συναντήσεων. 

Ο Νίκος Δένδιας εξέφρασε χωρίς καμία αμφιβολία το θυμικό της ελληνικής κοινωνίας στην πρωτολογία του- όσο κι αν ο όρος είναι αδόκιμος, όταν μιλάμε για μια συνέντευξη Τύπου, όπου δεν υπάρχουν δευτερολογίες, αλλά απαντήσεις στις ερωτήσεις των δημοσιογράφων. Και ήταν έως και κινηματογραφικός στο κλείσιμό του, όταν ευχήθηκε να μην πάρει πίσω την πρόσκληση για το «δείπνο του ραμαζανιού» ο Τσαβούσογλου, διότι «πεινούσε εξαιρετικά». Θα μπορούσε να ήταν ένα δείγμα βρετανικού φλέγματος τύπου Τζέιμς Μποντ- και η αλήθεια είναι ότι ο ομόλογός του δεν ανταποκρίθηκε στο ίδιο επίπεδο, παρά την εικόνα που έχει διαμορφώσει ως μία «αλεπού» των διεθνών σχέσεων: η συνέντευξη Τύπου ολοκληρώθηκε χωρίς να έχουμε σαφή εικόνα για το αν σχεδίαζε να αφήσει τον υπουργό μας νηστικό. 

Το ερώτημα προφανώς  είναι αν θα μείνουν νηστικοί οι πολίτες των δύο χωρών. Αρκεί για να νιώσουμε ότι υπάρχει προοπτική για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις το γεγονός ότι ο δικός μας υπουργός των εξωτερικών μπήκε στο παλάτι του Ερντογάν για να τα πει χύμα και τσουβαλάτα; 

Μπορεί και ναι, μπορεί και όχι. Θα μπορούσε να πει κανείς, ότι οι σχέσεις Ελλάδας-Τουρκίας χρειάζονται ένα σοκ, για να μπουν σε μία ορθολογική βάση. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να είναι ένα επεισόδιο στο Αιγαίο – τώρα που υπάρχουν πάλι μεσολαβητές στην Ουάσιγκτον. ’Η θα μπορούσε να είναι μία επανάληψη της περυσινής Καθαρής Δευτέρας, με θύματα, αυτή τη φορά. Ή κάτι άλλο, που δεν μπορούμε να το φανταστούμε. Για παράδειγμα, ένας σεισμός, όπως συνέβη επί υπουργίας Γιώργου Παπανδρέου, ο οποίος κατάφερε να δημιουργήσει τον όρο «διπλωματία των σεισμών». 

Γιατί το ζήτημα είναι πάντοτε το ίδιο: ασχέτως του τι μπορεί να λέγεται δημοσίως, να προκύπτει μία θετική εξέλιξη στις σχέσεις των δύο χωρών, χωρίς καμία από τις δύο να οδηγείται σε έναν ταπεινωτικό συμβιβασμό. Ας μην ξεχνάμε , ότι το καλύτερο «φεγγάρι» στις ελληνοτουρκικές σχέσεις ήταν λίγα χρόνια μετά από την μικρασιατική καταστροφή.

Χθες, είχαμε ένα διπλωματικό επεισόδιο, το οποίο εκ της φύσης του δεν μπορεί να έχει συνέχεια, όπως δεν μπορεί να έχει κανένα ουσιαστικό, μακροπρόθεσμο  αποτέλεσμα στις σχέσεις των δύο χωρών. Άλλωστε, ήταν ο ίδιος ο Ερντογάν , τον Δεκέμβριο του 2017, στην τελευταία του – προς το παρόν- επίσκεψη στην Αθήνα, ο οποίος είχε επιχειρήσει να βάλει «φωτιά στα τόπια» με την αναθεωρητική του στάση για την Συνθήκη της Λωζάνηςν και τις επιθετικές αναφορές στην μειονότητα. Πέτυχε κάτι; Όχι. 

Στην εξωτερική πολιτική, δεν μπορεί να γίνονται κινήσεις εκτός συγκυρίας, όπως δεν μπορεί να γίνονται κινήσεις απλώς για να γίνουν. Για παράδειγμα, η επίκληση του βέτο από τον Κώστα Καραμανλή για την είσοδο των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ, στο Βουκουρέστι. Αν δεν είχε επικαλεστεί το βέτο  η ελληνική ηγεσία, στη συνέχεια  δεν θα υπήρχε ούτε καν τραπέζι διαπραγμάτευσης. Όλα θα είχαν τελειώσει- άλλωστε, 140 χώρες είχαν ήδη αναγνωρίσει τα Σκόπια ως «Μακεδονία» σκέτο. 

Φυσικά, ο καθένας δικαιούται να έχει την γνώμη του για τις Πρέσπες- και προφανώς  κανείς δεν μπορεί να πείσει κανέναν ότι η Ελλάδα δεν θα μπορούσε να πετύχει μια καλύτερη συμφωνία στις Πρέσπες. Όμως, αν δεν υπήρχε το βέτο , οι γείτονες δεν θα είχαν λόγο να καθίσουν στο τραπέζι. Και αυτό έχει την σημασία του. 

Τα βέτο δεν υπάρχουν ως αυταξία. Κανείς δεν μένει στην Ιστορία επειδή έθεσε βέτο σε έναν διεθνή Οργανισμό, όταν δεν υπάρχει αποτέλεσμα. Μία δημοκρατική χώρα, μικρή ή μεγάλη, δεν μπορεί να μεταχειρίζεται την εξωτερική πολιτική για εσωτερικούς λόγους, αλλά μόνον για να υπερασπιστεί τα συμφέροντά της. Τα αυταρχικά καθεστώτα, όπως αυτό του Ερντογάν, χρησιμοποίησαν, χρησιμοποιούν και θα συνεχίσουν να χρησιμοποιούν την εξωτερική πολιτική σαν ένα χαρτί για να διαχειρίζονται τις κοινωνικές αναταράξεις – αλλά και αυτό είναι μία σταθερά στην διαμόρφωση της στρατηγικής της δικής μας πλευράς. 

Το βασικό ζήτημα , στην σημερινή συγκυρία, είναι ποιος θα πάρει «τον μουτζούρη» του τορπιλισμού του διαλόγου. Η Τουρκία , παρά τις συχνές «εκρήξεις» του πολιτικού της προσωπικού, παρά την πολύμηνη καλλιέργεια έντασης στην ανατολική Μεσόγειο και στην ΑΟΖ της Κύπρου, κάνει μεγάλες επικοινωνιακές προσπάθειες να πείσει ότι θέλει τον διάλογο, τόσο με την Ελλάδα, όσο και με την Κύπρο. Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ έχουν ξεκαθαρίσει ότι δεν συζητούν πια κάτι άλλο πέραν της διχοτόμησης στην Κύπρο, ο Μεβλούτ Τσαβούσογλου δεν είπε λέξη επ’ αυτού δημοσίως, δίπλα στον Νίκο Δένδια. 

Την ίδια στιγμή, είναι προφανές ότι η ευρωπαϊκή ηγεσία, όσο και οι περισσότερες χώρες- μέλη της Ένωσης, έχουν συμφέροντα στην Τουρκία. Συμφέροντα που δεν είναι διατεθειμένες να απεμπολήσουν, προκειμένου να συμπαραταχθούν με μία Ελλάδα, που μιλά για το αποκλειστικό της δικαίωμα σε χωρικά ύδατα 12 μιλίων, χωρίς πρακτικά να μπορεί να το υποστηρίξει. 

Πράγματι, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο , το δίκαιο της θάλασσας και με όλα τα δίκαια του Κόσμου, η Ελλάδα έχει αυτό το δικαίωμα. Όμως, η θέση ότι έχουμε το δικαίωμα και θα το ασκήσουμε όταν εμείς νομίζουμε, έχει παλιώσει- όταν μάλιστα απέναντι υπάρχει μία διεθνής κοινότητα αρνητική. 

Μία χώρα μπορεί να διακηρύσσει συνεχώς ότι θέλει το 100% των δικαιωμάτων της. Πότε όμως η Ελλάδα άσκησε το 100% των δικαιωμάτων της; Όταν νίκησε σε πόλεμο. Το 1912, πρόλαβε τα βουλγαρικά στρατεύματα  για κάποιες ώρες και πήρε την Θεσσαλονίκη. Αν ο Βενιζέλος είχε ακούσει τον Κωνσταντίνο, το Μοναστήρι των Σκοπίων θα ήταν σήμερα ελληνικό, αλλά κατά πάσα πιθανότητα η Θεσσαλονίκη θα ήταν συμπρωτεύουσα της Βουλγαρίας- και η Ελλάδα θα είχε μείνει μισή.

Προφανώς, σήμερα κανείς στην Ελλάδα δεν θέλει τον πόλεμο. Και με την έννοια αυτή, δεν υπάρχουν δικαιώματα 100%. Δεν αρκεί να επικαλούμαστε το αποκλειστικό μας δικαίωμα, όταν δεν είμαστε διατεθειμένοι- και σωστά- να το ασκήσουμε με τα όπλα. Κάθε διπλωματική κίνηση της χώρας πρέπει να στοχεύει σε έναν επικερδή συμβιβασμό, με την αμυντική θωράκιση να παίζει έναν ουσιαστικό, αλλά συμπληρωματικό ρόλο. 

Η εμφάνιση του Νίκου Δένδια στην Άγκυρα ήταν εγερτήρια για το ελληνικό κοινό- και ως προς αυτό , πετυχημένη για εσωτερικούς λόγους. Το ζήτημα είναι να έχει κάποια θετική επίπτωση στις εξωτερικές μας σχέσεις. Αλλά γι’ αυτό, θα πρέπει να περιμένουμε το αποτέλεσμα. Και χωρίς μεγάλες προσδοκίες. 
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr

Ρoή Ειδήσεων

Ειδήσεις Δημοφιλή Σχολιασμένα