lygeros_stavros

Σε κρίση Ρώμη - Μαδρίτη, αγωνία στην Αθήνα

Σταύρος Λυγερός

Η ντρίπλα Ματαρέλα, η παρέμβαση Μακρόν για να αποφευχθεί το Italexit και οι αναταράξεις στην αγορά ομολόγων που απειλούν ολόκληρη τη Γηραιά Ηπειρο - Ανησυχία σε Βρυξέλλες και Βερολίνο που κρατούν αποστάσεις

Οταν ο Ιταλός Πρόεδρος της Δημοκρατίας, με μια αμφισβητούμενη ερμηνεία του Συντάγματος, αρνήθηκε να ορίσει τον Πάολο Σαβόνα υπουργό Οικονομικών, όπως του είχε προτείνει ο εντολοδόχος πρωθυπουργός Τζουζέπε Κόντε, οι ηγέτες των Πέντε Αστέρων και της Λέγκας θεώρησαν ότι τους εμπόδισε να κυβερνήσουν. Αυτός ήταν και ο λόγος που επέλεξαν να καταθέσουν την εντολή και να εξωθήσουν τα πράγματα σε νέες εκλογές.

Η επιλογή του Σέρτζιο Ματαρέλα να δώσει την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον Κάρλο Κοταρέλι (πρώην αξιωματούχο του ΔΝΤ και σημαιοφόρο της λιτότητας, εξ ου και το παρατσούκλι «ψαλιδοχέρης») παρόξυνε το κλίμα έντασης, εξωθώντας τον Λουίτζι Ντι Μάιο και τον Ματέο Σαλβίνι να κλιμακώσουν τις αντιδράσεις τους.

Ολα έδειχναν πως τα δύο στρατόπεδα είχαν εισέλθει σε τροχιά ρήξης. Και όχι μόνο τα δύο στρατόπεδα στην Ιταλία. Είχαν ήδη αρχίσει οι βολές και από αξιωματούχους της Ε.Ε. Πιο κραυγαλέα ήταν η ευθέως απειλητική και βαθύτατα αντιδημοκρατική δήλωση του Γερμανού επιτρόπου Γκίντερ Ετινγκερ ότι «οι αγορές θα μάθουν στους Ιταλούς πώς να ψηφίζουν». Παρόμοιο το κλίμα και στα γερμανικά ΜΜΕ. Από την πλευρά τους η Κομισιόν και το Βερολίνο είχαν αποφύγει να υιοθετήσουν επισήμως πολεμικούς τόνους, αλλά έστελναν το ξεκάθαρο μήνυμα ότι η νέα ιταλική κυβέρνηση πρέπει να κινηθεί στο πλαίσιο της προηγουμένης. Με άλλα λόγια, έλεγαν εμμέσως πλην σαφώς πως το εκλογικό αποτέλεσμα δεν έχει καμία σημασία.

Και ενώ όλα έδειχναν πως ανοίγει ο κύκλος μίας σύγκρουσης, κάτι συνέβη και οι τόνοι έπεσαν. Ο Τζουζέπε Κόντε ξαναπήρε την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης, υπουργός Οικονομικών ορίστηκε ο καθηγητής Τζοβάνι Τρία, ενώ ο Πάολο Σαβόνα, η πέτρα του σκανδάλου, ανέλαβε το χαρτοφυλάκιο Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, χωρίς αυτή τη φορά ο πρόεδρος Ματαρέλα να προβάλει αντίρρηση.

Σύμφωνα με πληροφορίες που δεν κατέστη δυνατόν να διασταυρωθούν, αυτό που συνέβη ήταν η παρέμβαση του προέδρου Εμανουέλ Μακρόν. Επικοινώνησε με τον επικεφαλής του Κινήματος 5 Αστέρων και του ζήτησε να αναζητηθεί πολιτική διέξοδος προτού η κρίση κλιμακωθεί. Για να τον πείσει, μάλιστα, εγγυήθηκε πως η Κομισιόν θα καταδικάσει ρητά τις δηλώσεις Ετινγκερ, οι οποίες είχαν προκαλέσει σάλο στην Ιταλία. Ετσι κι έγινε.

Μακρόν Vs Γιούνκερ

Πριν επικοινωνήσει με τον Ντι Μάιο, ο Μακρόν είχε επικοινωνήσει με τον Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ, στον οποίο είχε εκφράσει την έντονη ανησυχία του για το γεγονός ότι και το Βερολίνο και διάφοροι αξιωματούχοι της Ε.Ε. αντιμετώπιζαν το ιταλικό πρόβλημα αλαζονικά και ανελαστικά. Ο Γάλλος πρόεδρος δεν συμμεριζόταν τη βεβαιότητά τους ότι μπορούν να εκβιάσουν τους «λαϊκιστές» μέσω των αγορών.

Πάντα κατά τις ίδιες πληροφορίες, υπογράμμισε στον επικεφαλής της Κομισιόν ότι αυτού του τύπου η στάση προκαλεί και εξοργίζει τους λαούς, με αποτέλεσμα να διογκώνεται το νέου τύπου ρεύμα ευρωσκεπτικισμού. Υπενθυμίζουμε πως και ο Γιούνκερ είχε προβεί σε δηλώσεις, οι οποίες αποδόθηκαν σε λάθος μετάφραση. Οσο δε για τις αγορές, ο Μακρόν τού υπενθύμισε ότι εάν χαθεί ο έλεγχος, που δεν είναι και δύσκολο, θα κλυδωνιστεί όχι μόνο ο ευρωπαϊκός Νότος, αλλά ολόκληρο το ευρωπαϊκό οικοδόμημα.

Στο πλαίσιο αυτό, ο Γιούνκερ συμφώνησε να υποστηρίξει την παρέμβαση του Μακρόν. Και οι δύο τους, μάλιστα, απέφυγαν να εμπλέξουν άμεσα την Ανγκελα Μέρκελ, την οποία απλώς ενημέρωσαν. Ο Ντι Μάιο ενημέρωσε τον Σαλβίνι για την πρωτοβουλία του Γάλλου προέδρου και τον έπεισε να αποδεχτεί τον συμβιβασμό σχετικά με τα πρόσωπα. Ετσι άνοιξε ο δρόμος για τον σχηματισμό της νέας ιταλικής κυβέρνησης. Σύμφωνα με πηγή στις Βρυξέλλες, μπορεί οι τόνοι να έπεσαν, αλλά το πρόβλημα είναι μπροστά. Θα πρέπει να βρεθεί ένας συμβιβασμός, δεδομένου ότι το πρόγραμμα της κυβέρνησης Κόντε έρχεται σε αντίθεση με την πολιτική της Ευρωζώνης, και ειδικότερα με τη γραμμή της για το ιταλικό χρέος. Κατά την ίδια πηγή, το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η παρέμβαση του Μακρόν είχε απλώς πυροσβεστικό χαρακτήρα ή σηματοδοτεί στρατηγική επιλογή του.

Υπενθυμίζουμε ότι ο Γάλλος πρόεδρος είχε εξαρχής εκδηλώσει την πρόθεσή του να δρομολογήσει μεταρρυθμίσεις στο θεσμικό πλαίσιο της Ευρωζώνης, με σκοπό αφενός την περαιτέρω ενοποίηση, αφετέρου την άρση των αιτίων που προκαλούν δυσλειτουργίες και προβλήματα. Μπορεί η Μέρκελ να μην απέρριψε ευθέως τις προτάσεις Μακρόν, αλλά με την πάροδο του χρόνου κατέστη σαφές ότι το Βερολίνο είναι απρόθυμο να βαδίσει στον δρόμο που υποδεικνύει το Παρίσι, με αποτέλεσμα η όλη διαδικασία να έχει βαλτώσει.

Η απογοήτευση του Γάλλου προέδρου από τη γερμανική στάση ενδεχομένως να τον ωθεί να παίξει το χαρτί του ευρωπαϊκού Νότου. Επί προεδρίας Σαρκοζί και Ολάντ η γαλλική διπλωματία έπαιζε πού και πού αυτό το χαρτί, αλλά μόνο για να ενισχύσει τη διαπραγματευτική θέση της έναντι του Βερολίνου στις ενδοευρωπαϊκές συνομιλίες. Γι’ αυτό και δεν είχε αποτέλεσμα. Διά της διολισθήσεως, η Γαλλία, λόγω και της ανισορροπίας στο οικονομικό επίπεδο, υποβαθμίστηκε σε μικρό εταίρο στο πλαίσιο του λεγόμενου γαλλογερμανικού άξονα.

Μόνο τα γεγονότα θα δείξουν αν ο Μακρόν συνεχίζει στα χνάρια των προκατόχων του ή αν αλλάζει γραμμή πλεύσης. Οι πολιτικές εξελίξεις στην Ιταλία, πάντως, εκ των πραγμάτων αποτελούν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για να μετατοπίσει τις ισορροπίες στην Ε.Ε. Είναι δε ενισχυτική η αλλαγή φρουράς στη Μαδρίτη. Τα αλλεπάλληλα σκάνδαλα που πλήττουν το μέχρι τώρα κυβερνών δεξιό Λαϊκό Κόμμα υπονόμευσαν τη σταθερότητα της κυβέρνησης Ραχόι.

Οταν πριν μερικές ημέρες ο ηγέτης του Σοσιαλιστικού Κόμματος Πέδρο Σάντσεθ κατέθεσε πρόταση μομφής ελάχιστοι πίστευαν πως θα συμβεί αυτό που δεν είχε μέχρι τώρα συμβεί στην κοινοβουλευτική ιστορία της Ισπανίας. Μπορούσε, βεβαίως, να ποντάρει στους Καταλανούς αυτονομιστές και τους Ποδέμος, αλλά δεν έφταναν. Τη ζυγαριά έγειρε η άρση της εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση Ραχόι από το Εθνικιστικό Κόμμα των Βάσκων.

Μπορεί ο Σάντσεθ να μην είναι ούτε ευρωσκεπτικιστής ούτε ριζοσπάστης, αλλά έχει ταχθεί εναντίον της λιτότητας. Και βεβαίως έχει κάθε λόγο να συμπλεύσει σε μια άτυπη συμμαχία του ευρωπαϊκού Νότου υπό τη Γαλλία με σημαία ακριβώς αυτό το αίτημα. Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η Πορτογαλία. Η αριστερόστροφη κυβέρνησή της μπορεί να υπερηφανεύεται πως έχει σταθεροποιήσει την οικονομία, αλλά έχει κι αυτή ζωτική ανάγκη από μία χαλάρωση του δόγματος της λιτότητας.
Στις χώρες της Ιβηρικής προστίθενται η Ιταλία και η Ελλάδα. Η μεν Ιταλία, επειδή η κυβέρνηση Κόντε επιδιώκει ένα συμβιβασμό, ο οποίος θα της επιτρέψει να εφαρμόσει, έστω και εν μέρει, το πρόγραμμά της, θεωρώντας ότι αντίπαλός της είναι η Γερμανία, έχει κάθε λόγο να συμπλεύσει με το Παρίσι και με τον υπόλοιπο ευρωπαϊκό Νότο. Μια τέτοια εξέλιξη θα απέτρεπε την πολιτική απομόνωσή της, έτσι όπως θα την ήθελαν οι σκληροπυρηνικοί του ευρωιερατείου και θα δικαίωνε στα μάτια των Ιταλών την εκλογική νίκη των δύο κυβερνητικών εταίρων.

Σκεπτικισμός στην Αθήνα

Η περίπτωση της Ελλάδας είναι πιο σύνθετη. Ευρισκόμενη στα πρόθυρα μιας κρίσιμης διαπραγμάτευσης, η κυβέρνηση Τσίπρα είναι αμφίθυμη για τις παραπάνω εξελίξεις. Από τη μία πλευρά θα ήθελε ηρεμία στην Ευρωζώνη και διεθνώς, ώστε να επανέλθει ομαλά στις αγορές μετά τον Αύγουστο και κατ’ αυτό τον τρόπο να δικαιώσει το σύνθημα περί «καθαρής εξόδου».

Λόγω των τεκταινόμενων στην Ιταλία, όμως οι αγορές επέδειξαν νευρικότητα, υψώνοντας τα επιτόκια των ομολόγων όλων των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου. Το γεγονός αυτό εμπόδισε την ελληνική κυβέρνηση να πραγματοποιήσει την προετοιμαζόμενη νέα δοκιμαστική έξοδο στις αγορές. Δικαιολογημένα φοβήθηκε πως αν έβρισκε αγοραστές θα ήταν με υψηλά επιτόκια, τα οποία θα δημιουργούσαν αρνητικό προηγούμενο εν όψει της εξόδου από το τρίτο μνημόνιο.
Η εξωγενής δυσκολία που εμφανίστηκε έδωσε την ευκαιρία στους υποστηρικτές της προληπτικής πιστωτικής γραμμής –και εντός και εκτός Ελλάδας– να επαναφέρουν το ζήτημα στο τραπέζι. Μέχρι τώρα η κυβέρνηση Τσίπρα απέρριπτε κατηγορηματικά κάθε τέτοια σκέψη, επειδή ακυρώνει το πολιτικό αφήγημα περί «καθαρής εξόδου». Γι’ αυτόν τον λόγο και συνεχίζει να απορρίπτει αυτό το σενάριο.

Είναι κοινό μυστικό, ωστόσο, πως την τελική απόφαση θα την πάρουν... τα γεγονότα. Οι κυβερνώντες ελπίζουν ότι με την ορκωμοσία της κυβέρνησης Κόντε στην Ιταλία, ο πυρετός θα πέσει και κατ’ επέκταση θα αποκατασταθεί και η ομαλότητα στις αγορές των ομολόγων. Ως εκ τούτου, ελπίζουν πως θα καταστεί δυνατή σε πρώτη φάση η πραγματοποίηση της δοκιμαστικής εξόδου και μετά το καλοκαίρι η πλήρης επιστροφή στις αγορές με τη βοήθεια του «μαξιλαριού» και χωρίς προληπτική πιστωτική γραμμή.

Εάν, όμως, τα πράγματα δεν εξελιχθούν έτσι, εάν προκύψουν εμπλοκές, οι οποίες θα ενισχύσουν την επιφυλακτικότητα των αγορών, η κυβέρνηση Τσίπρα θα υποχρεωθεί να επανεξετάσει τη στάσης της. Ενδεχομένως και την προληπτική πιστωτική γραμμή, επικαλούμενη τις έκτακτες συνθήκες. Την απάντηση θα τη δώσει ο χρόνος.
Οι αναταράξεις στις αγορές ομολόγων, ωστόσο, είναι μόνο η μία όψη του νομίσματος. Η άλλη είναι η εκτίμηση πως τα όσα συντελούνται στην Ευρωζώνη, λόγω των εξελίξεων στην Ιταλία, δεν αφήνουν περιθώρια αναζωπύρωσης της ελληνικής κρίσης.

Το γεγονός αυτό ενισχύει τη θέση της Ελλάδας εν όψει των διαπραγματεύσεων του Ιουνίου. Υπενθυμίζουμε πως εκτός από την ολοκλήρωση της 4ης αξιολόγησης, θα ληφθούν αποφάσεις για δύο ζητήματα: Πρώτον, για το καθεστώς της μεταμνημονιακής εποπτείας και δεύτερον για τα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους. Αμφότερα είναι κρίσιμα και επί της ουσίας και στο επίπεδο των πολιτικών εντυπώσεων.

Σύμφωνα με πληροφορίες, η κυβέρνηση Τσίπρα έχει επίγνωση ότι το κλειδί και για τα δύο αυτά ζητήματα το κρατάει η Μέρκελ. Γι’ αυτό και δεν θέλει να προβεί σε οποιαδήποτε κίνηση η οποία θα μπορούσε να εκληφθεί από το Βερολίνο ως «εχθρική». Γι’ αυτό και η Αθήνα θα είναι πολύ προσεκτική και επιφυλακτική στο να ανταποκριθεί σε ανοίγματα από την πλευρά της Ρώμης. Κατά τις ίδιες πληροφορίες, θα κινηθεί αυστηρά στη γραμμή των σοσιαλδημοκρατών. Θα ανταποκρινόταν, βεβαίως, σε μία πρωτοβουλία του Γάλλου προέδρου.

Με βάση όσα προαναφέραμε και για την Ισπανία και την Πορτογαλία, ο Μακρόν έχει ήδη έτοιμη από πολιτικής άποψης μία βάση για να αντιπαρατεθεί -όχι συγκρουστεί- με το Βερολίνο.

Επανερχόμαστε, λοιπόν, στο κρίσιμο ερώτημα που προς το παρόν δεν έχει απάντηση: θα κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση, αλλάζοντας ουσιαστικά τις ισορροπίες και τον συσχετισμό δυνάμεων στην Ευρωζώνη, ή απλώς θα περιοριστεί στον πυροσβεστικό ρόλο που έπαιξε στην ιταλική κρίση, συνεχίζοντας τις, όπως έχει αποδειχθεί, ατελέσφορες εκκλήσεις προς το Βερολίνο;

ΣΧΟΛΙΑ (1)

Θερμά συγχαρητήρια, κ. Σταύρο Λυγερέ

Ο λόγος σου είναι πάντοτε σωστός και μετρημένος, αντικειμενικός, σοφός τελικά. Σε διαβάζω πάντοτε στο site σου, μ' ευχαρίστηση. Και χαίρομαι που το "Πρώτο Θέμα" δημοσιοποιεί και αυτό τα λόγια σου. Στους χαλεπούς καιρούς του Σύριζα όπου η φτηνιάρικη χυδαιότητα του Τσίπρα και των άλλων Καρανικαίων έχει πνίξει τη χώρα, φωνές όπως η δική σου είναι ωσάν βροχή στην έρημο.

ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
Απομένουν χαρακτήρες
* Υποχρεωτικά πεδία