tsaousis_kostas

Η κυβέρνηση, ο λιγνίτης και η ανάπτυξη!

Κώστας Τσαούσης

Δεν ξέρω τι λέτε εσείς για την μετα- μνημονιακή εποχή αλλά σε κάθε περίπτωση το δημοσιονομικό τοπίο – όπως εύστοχα παρατηρούν και οι συντάκτες του εβδομαδιαίου δελτίου του ΣΕΒ για την ελληνική οικονομία- δεν πρόκειται να μεταβληθεί επί της ουσίας και αυτό λόγω των υπερ-πλεονεσμάτων και της καθήλωσης που προκαλούν στο σκέλος της ανάπτυξης και των ρυθμών της.

Αν δίπλα σε αυτήν την παρατήρηση των οικονομικών εμπειρογνωμόνων και αναλυτών βάλουμε και την ανακοίνωση για το αρχικό έστω – μη δεσμευτικό πάντως- ενδιαφέρον και μεγάλων ελληνικών επιχειρηματικών ομίλων για την εξαγορά των λιγνιτικών μονάδων Μελίτης ή/και Μεγαλόπολης της ΔΕΗ το δημοσιονομικό τοπίο αντί να «ξανοίγει» θα γίνεται ολοένα και πιο μουντό, σχεδόν σκοτεινό.

Αν πάρουμε υπόψη μας τα δεδομένα και μόνο το πρώτο και βασικό πράγμα που θα έπρεπε να ειπωθεί θα ήταν η συγκεκριμένη πρωτοβουλία άργησε τουλάχιστον μια δεκαετία… Σήμερα και η πώληση των λιγνιτικών μονάδων είναι δώρο άδωρο με τις τιμές του CO2 στο χρηματιστήριο των ρύπων να κινούνται προς την στρατόσφαιρα… Και από την άλλη μεριά μαζί με αυτά τα δεδομένα έρχεται και η αδυναμία κατανόησης από την πλευρά της κυβέρνησης της δύσκολης πραγματικότητας στην αγορά της ενέργειας. Για παράδειγμα θα διαμόρφωνε άλλες προσδοκίες ο διαγωνισμός για την πώληση των λιγνιτικών μονάδων αν μαζί τους πήγαιναν και κάποια υδροηλεκτρικές μονάδες.

Αλλά, ας παραθέσω ένα απόσπασμα από το εβδομαδιαίο δελτίο του ΣΕΒ και επανέρχομαι στα του διαγωνισμού (κυρίως από την πλευρά της συμβολής του στο αναπτυξιακό ζητούμενο). Γράφεται στο δελτίο: «Το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Προσαρμογής, 2019-2022, ανοίγει τον δημόσιο διάλογο για το δημοσιονομικό τοπίο που διαμορφώνεται στη μετα-μνημονιακή εποχή. Βασική παράμετρος δημοσιονομικών εξελίξεων παραμένει η στόχευση του πρωτογενούς πλεονάσματος στο 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2022, και η μείωση του κοντά σε 2% του ΑΕΠ από το 2023 και μετά.

Οι στόχοι αυτοί κρατούν σε χαμηλό επίπεδο τους ρυθμούς ανάπτυξης της οικονομίας, κοντά στο 2% μεσοσταθμικά, ενώ όλοι μας, και πρωτίστως οι δανειστές και η κυβέρνηση θα έπρεπε να στοχεύουμε σε μια αλματώδη ανάπτυξη της τάξης τουλάχιστον του 4% ετησίως. Η ανάγκη για “τετραγωνισμό του κύκλου”, που προκύπτει από την απροθυμία των εταίρων μας να προχωρήσουν σε μια πιο γενναία ελάφρυνση του χρέους και της κυβέρνησης να υιοθετήσει μια πιο φιλοεπιχειρηματική πολιτική, δημιουργεί ένα δημοσιονομικό και φορολογικό παράδοξο που κρατά ψηλά τους φόρους και εν τέλει αποτρέπει τη δυναμική αύξηση του ΑΕΠ».

Αν διαβάσουμε αυτό το σχόλιο αλλά και το περιεχόμενο του διαγωνισμού καταλαβαίνουμε πολύ καλά γιατί η ανάπτυξη είναι ένα όνειρο θερινής νυκτός. Μια σύγχρονη κυβέρνηση σε μια κανονική χώρα θα ήξερε από πριν προκηρύξει ένα διαγωνισμό γιατί θα ερχόταν ένας επιχειρηματίας να βάλει λεφτά και να εξαγοράσει ένα περιουσιακό στοιχείο και αυτό γιατί ανοικτά και δημόσια – διαβούλευση λέγεται η διαδικασία- οι ενδιαφερόμενοι θα είχαν διατυπώσει τις προτάσεις και τις διαθέσεις τους.
Η κυβέρνηση προτίμησε τον άλλο δρόμο … Να πουλήσει κάτι που εν τέλει μπορεί να παραμείνει και στα αζήτητα λόγω κόστους λειτουργίας!

ΣΧΟΛΙΑ (2)

Μπάμπης Μπαμπίδης

Για παράδειγμα θα διαμόρφωνε άλλες προσδοκίες ο διαγωνισμός για την πώληση των λιγνιτικών μονάδων αν μαζί τους πήγαιναν και κάποια υδροηλεκτρικές μονάδες. Για ποιο λόγο να πωληθούν οι υδροηλεκτρικές μονάδες? Είναι το μόνο που θα έχει η κρατική ΔΕΗ.

εχει ομως και μεγαλα ελλείμματα

αυτά πώς θα τα καλύψει;Ο ιδιώτης δεν δίνει επιδομα σάντουιτς εφάπαξ 500.000 ευρώ και σύνταξη χιλιαδες ευρώ σε αποφοίτους δημοτικού και βγαίνει ,οι κρατικες εταιρίες μπορεί να είναι φτηνες τώρα αλλά μαζεύουν τα ελλείμματα τα κάτω απ' το χαλί και μεταθέτουν το πρόβλημα στις επόμενες γενιές.

ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
Απομένουν χαρακτήρες
* Υποχρεωτικά πεδία