Nikolopoulos

Μας έφαγαν οι διαπραγματεύσεις

Γρ. Νικολόπουλος

Kαθώς ο πολιτικός χρόνος της κυβέρνησης εξαντλείται, κλείνουν, ας πούμε, μερικά σημαντικά ζητήματα. Ή τουλάχιστον έτσι το παρουσιάζει η κυβέρνηση η οποία έχει αρχίσει να κάνει τον απολογισμό του έργου της. 

 Υποστηρίζει ο πρωθυπουργός ότι φεύγουμε επιτυχώς από τα μνημόνια και βγαίνουμε στις αγορές. Υποστηρίζει, επίσης, ότι έλυσε το Μακεδονικό. Ας μείνουμε σε αυτά τα δύο σημαντικά ζητήματα και ας αναρωτηθούμε τι πέτυχε η κυβέρνηση διαπραγματευόμενη με τη διεθνή κοινότητα, τι κερδίσαμε και τι χάσαμε από αυτές τις διαπραγματεύσεις. Δυστυχώς -και το λέω με απόλυτη ειλικρίνεια το δυστυχώς-, δεν μπορώ να δω τι κερδίσαμε από τις περίφημες συνεχείς διαπραγματεύσεις της κυβέρνησης Τσίπρα - Καμμένου. 

Μπορώ φυσικά να δω τι χάσαμε και γι’ αυτό υπάρχουν μετρήσεις από διάφορους οργανισμούς και υπηρεσίες, αλλά το γνωρίζει και ο καθένας μας από το άδειασμα της τσέπης του αλλά και από την κατάθλιψη που νιώθουν όλοι σε ατομικό επίπεδο, μια κατάθλιψη που τείνει να γίνει εθνική αν δεν είναι ήδη.

Ξεκίνησε λοιπόν η παρέα αυτή να κυβερνά με τρελά όνειρα και ακόμη πιο τρελές υποσχέσεις και αφού εξάντλησε κάθε περιθώριο που υπήρχε με τον ανεκδιήγητο Βαρουφάκη, άρχισε τις κωλοτούμπες και υπέγραφε κάθε χρόνο και ένα νέο ουσιαστικά μνημόνιο.  Κανείς δεν κατάλαβε τι διαπραγματευόταν όλα αυτά τα χρόνια διότι δεν κερδίσαμε τίποτα. 

 Σε πολιτικό - κομματικό επίπεδο η κυβέρνηση θεωρεί ότι κάτι κέρδισε. Παρέμεινε στην εξουσία χωρίς να καταρρεύσει στα τρία -σε λίγο τέσσερα- χρόνια διακυβέρνησης και απέφυγε τις μεταρρυθμίσεις.  Κατάφερε επίσης να μεταθέσει στο μέλλον -για την επόμενη κυβέρνηση δηλαδή- την εφαρμογή και τις επιπτώσεις πολλών δυσάρεστων οικονομικών μέτρων, τα οποία συμφώνησε η ίδια μεν, αλλά θα κληθεί να τα εφαρμόσει και να υποστεί το πολιτικό κόστος τους η επόμενη ή, μάλλον, οι επόμενες.
 Δέσμευσε και υποθήκευσε με τις συμφωνίες αυτές τις επόμενες κυβερνήσεις σε μια αδιέξοδη πολιτική που απαιτεί τη συνεχή παραγωγή υπερπλεονασμάτων, τα οποία παράγονται αποκλειστικά και μόνο από το στέγνωμα της οικονομίας μέσω των φόρων. Πέτυχε λοιπόν πράγματι σε έναν βαθμό και μόνο για τους εξαιρετικά αφελείς ψηφοφόρους να μεταφέρει το πολιτικό κόστος στους επόμενους. 

 Αυτό βεβαίως δεν το κέρδισε η χώρα ή ο λαός. Η χώρα και ο λαός μόνο έχασαν από τις ανεπιτυχείς διαπραγματεύσεις της κυβέρνησης.  Και πάμε στο Σκοπιανό. Εχουμε κι εδώ το ίδιο «κόλπο». Δηλαδή ποιο;

Ο Τσίπρας συμφώνησε προφορικά και μόνο με τον Ζάεφ ότι αν η γειτονική χώρα αλλάξει το Σύνταγμά της και εφαρμόσει ένα πλήθος όρων της συμφωνίας, τότε η Ελλάδα θα αναγνωρίσει επισήμως τη γειτονική χώρα ως Βόρεια Μακεδονία. Αν δεν ολοκληρώσουν οι γείτονες όσα συμφωνήθηκαν, η Ελλάδα θα ακυρώσει τη συμφωνία. Αυτά όμως δεν θα γίνουν τώρα, αλλά θα πάρουν πολύ χρόνο.

 Πρόκειται λοιπόν ξανά για μια μελλοντική συμφωνία την οποία διαπραγματεύτηκε και έκλεισε ο Τσίπρας και αναγκάζει την επόμενη κυβέρνηση να τηρήσει.  Η παγίδα είναι φοβερή. Αν τηρήσουν τη συμφωνία οι γείτονες, ο Μητσοτάκης ή, εν πάση περιπτώσει, κάποιος επόμενος πρωθυπουργός θα πρέπει να την υπογράψει. Αν δεν τηρήσουν αυτά που υποσχέθηκαν οι γείτονες, πάλι κάποιος άλλος και όχι ο Τσίπρας θα πρέπει να την ακυρώσει. Ωστόσο, πώς θα την ακυρώσει αφού ήδη θα έχει μπει η γειτονική χώρα στο ΝΑΤΟ και θα έχουν αρχίσει οι διαπραγματεύσεις ένταξής της στην Ευρωπαϊκή Ενωση; Αν θελήσει ο όποιος μελλοντικός μας ηγέτης να ακυρώσει τη συμφωνία επειδή δεν τηρήθηκαν οι όροι, η χώρα θα εκτεθεί ανεπανόρθωτα στους ξένους, οι οποίοι επί δεκαετίες πιέζουν για λύση.  Τι πέτυχε λοιπόν αυτή η κυβέρνηση στη διαπραγμάτευση για το Σκοπιανό; Τίποτα απολύτως. 

Υποχρέωσε τις μελλοντικές ελληνικές κυβερνήσεις να εφαρμόσουν μια συμφωνία με την οποία διαφωνούν, χωρίς σε καμία περίπτωση να δεσμεύει τους γείτονες να εφαρμόσουν εκείνοι τη δική τους πλευρά της συμφωνίας. Και στα δύο καυτά ζητήματα, την οικονομία και το Μακεδονικό, η κυβέρνηση διαπραγματεύτηκε, δέχθηκε όλους τους εις βάρος μας όρους και μετέφερε την υλοποίηση των συμφωνιών στο μέλλον ώστε να πετύχει δύο στόχους.

Πρώτον, να μην επιβαρυνθεί σήμερα με το πολιτικό κόστος των συμφωνιών της και, δεύτερον, να επιβαρύνει με το πολιτικό κόστος τους πολιτικούς της αντιπάλους όταν γίνουν κυβέρνηση. Ετσι ώστε όταν θα κάθεται στα έδρανα της αντιπολίτευσης να μπορεί να τους βρίζει επειδή εφαρμόζουν αντιλαϊκά μέτρα. Αυτά που η ίδια έχει ήδη συμφωνήσει και ψηφίσει στη Βουλή.

Από τις διαπραγματεύσεις λοιπόν του ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορούμε σε κανέναν τομέα να δούμε τι κερδίσαμε, ενώ είναι πολύ εύκολο να δούμε τι χάσαμε σε όλα τα επίπεδα. Και υπάρχει και μια έκπληξη στο τέλος: τα επόμενα χρόνια θα συνεχίσουμε να χάνουμε από τις διαπραγματεύσεις αυτές, αλλά ακόμη δεν έχουμε πάρει χαμπάρι τι ακριβώς συμφώνησαν διαπραγματευόμενοι.

ΣΧΟΛΙΑ (3)

Ελένη Λ.

Πολιτικοί τυχοδιώκτες και ένας λαός που νοιάζεται για το ατομικό του συμφέρον, επιβραβεύει λαϊκιστές, ψεύτες.

sxg

ΠΟΛΥ ΩΡΑΙΟ ΑΡΘΡΟ. ΜΕ ΛΟΓΙΚΗ. ΜΠΡΑΒΟ.

sxg

ΠΟΛΥ ΩΡΑΙΟ ΑΡΘΡΟ. ΜΕ ΛΟΓΙΚΗ. ΜΠΡΑΒΟ.

ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
Απομένουν χαρακτήρες
* Υποχρεωτικά πεδία