Τα συν και τα πλην του σχεδίου τιτλοποίησης κόκκινων δανείων

Το σχέδιο διάσωσης των τραπεζών από το πρόβλημα των κόκκινων δανείων, που έχει ονομαστεί «Ηρακλής», εγκρίθηκε από την Κομισιόν, ανοίγοντας μια νέα εποχή στο ακανθώδες αυτό ζήτημα.

Η εξέλιξη είναι θετική σε γενικές γραμμές για τις τράπεζες, στον βαθμό που θα τις απελευθερώσει από ένα σημαντικό κομμάτι μη εξυπηρετούμενων δανείων, τα οποία εμποδίζουν τη λειτουργία τους, αλλά οι ειδικότερες συνέπειες στην κερδοφορία και ενδεχομένως στα ίδια κεφάλαιά τους θα φανούν σε δεύτερη φάση, αφού προσδιοριστούν οι λεπτομέρειες της νομοθετικής ρύθμισης και ξεκινήσει η εφαρμογή.

Το σίγουρο είναι όμως ότι τα επόμενα χρόνια το «ξεκαθάρισμα» των κόκκινων δανείων από ειδικευμένες εισπρακτικές εταιρείες που θα αναλάβουν τις ρυθμίσεις και τους πλειστηριασμούς θα επιταχυνθεί και θα ενταθεί.

Το σχέδιο «Ηρακλής» προβλέπει ότι ένα κομμάτι κόκκινων δανείων, αξίας μέχρι 30 δισ. ευρώ, θα μεταφερθεί από τις τράπεζες σε μια εταιρεία ειδικού σκοπού, η οποία θα κάνει δύο πράγματα. Αφενός θα εκδώσει ομόλογα τα οποία θα αποπληρώνονται με τα έσοδα από την εξυπηρέτηση των δανείων και αφετέρου θα προσλάβει εταιρείες που ειδικεύονται στη διαχείριση πτωχεύσεων και την είσπραξη δανείων, για να εισπράξουν όσα περισσότερα μπορούν από τα κόκκινα δάνεια. Οι εταιρείες αυτές θα προτείνουν ρυθμίσεις, αναδιαρθρώσεις, κουρέματα δανείων και βέβαια θα κάνουν κατασχέσεις και πλειστηριασμούς.

Ο ρόλος τους είναι να επιταχύνουν το «ξεκαθάρισμα», ένα ξεκαθάρισμα το οποίο ασφαλώς θα είναι βίαιο και επώδυνο σε κοινωνικό επίπεδο, καθώς μέχρι σήμερα το πρόβλημα των κόκκινων δανείων σερνόταν, αλλά δεν είχαμε δει μαζικούς πλειστηριασμούς. Οι τράπεζες είτε επειδή τους απέφυγαν, είτε επειδή δεν είχαν τη δυνατότητα να τους διεκπεραιώσουν, δεν προχώρησαν εντατικά.

Υποτίθεται πως οι εισπρακτικές εταιρείες που θα αναλάβουν τη διαχείριση είναι πιο ευέλικτες. Δεν έχουν τους νομικούς περιορισμούς που έχουν οι τραπεζοϋπάλληλοι για να κάνουν μια ρύθμιση ή ένα κούρεμα, ενώ -και αυτό ίσως είναι το κυριότερο- δεν αντιμετωπίζουν την πίεση που έχουν οι τράπεζες από τις εποπτικές αρχές να μην κάνουν κινήσεις που θα τους κοστίσουν ακριβά σε κεφάλαια.

Με αυτά τα δεδομένα, οι ειδικοί εκτιμούν ότι η ενεργοποίηση των εισπρακτικών θα οδηγήσει σε πιο ευέλικτες ρυθμίσεις για τους δανειολήπτες εκείνους που πραγματικά δεν έχουν δυνατότητες αποπληρωμής. Από την άλλη πλευρά, όμως, θα αυξηθεί η πίεση σε εκείνους τους δανειολήπτες που ανήκουν στις μεσαίες και υψηλές εισοδηματικές κατηγορίες, καθώς θα ενεργοποιηθούν δραστικά μέτρα για να ανακτηθεί όσο το δυνατόν μεγαλύτερο ποσό από το δάνειο.

Αυτή είναι άλλωστε και η λογική του συστήματος: Οσο πιο πολλά εισπραχθούν, τόσο πιο μεγάλη θα είναι η αξία των ομολόγων και επομένως τόσο λιγότερες οι ζημίες των τραπεζών και μεγαλύτερα τα κέρδη των επενδυτών αλλά και των εισπρακτικών.

Και όλα θα πρέπει να γίνουν γρήγορα για να μην ανέβουν τα κόστη που θα έχουν οι τράπεζες, οι οποίες θα πληρώνουν προμήθεια για την κρατική εγγύηση που θα συνοδεύει κάποια από ομόλογα που θα εκδοθούν.
Με αυτά τα δεδομένα, είναι σαφές ότι έρχεται μια δοκιμασία τόσο για τις τράπεζες όσο και για την αγορά και την κοινωνία που θα βρεθούν μπροστά σε νέες, πρωτόγνωρες καταστάσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr