Η οργή των νέων και ο κίνδυνος της απονομιμοποίησης του πολιτικού συστήματος
dimitris_p_swtiropoulos

Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος

Η οργή των νέων και ο κίνδυνος της απονομιμοποίησης του πολιτικού συστήματος

'Οσο περνούν οι μέρες από την τραγωδία των Τεμπών και αρχίζουμε να έχουμε μια πρώτη αίσθηση των πολιτικών και κοινωνικών συνεπειών της, μοιάζουν να αναδεικνύονται μερικά καινοφανή συμπεράσματα που ακριβώς γι' αυτό το λόγο αξίζει να συζητηθούν σε μεγαλύτερο βάθος. Δύο είναι τα σημαντικότερα

Πρώτον ότι η τραγωδία έχει πλήξει καίρια την εμπιστοσύνη των πολιτών προς το κράτος και το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα, συνολικά και χωρίς εξαιρέσεις. Και δεύτερον ότι η οργή και η απογοήτευση εντοπίζεται πολύ περισσότερο στις νεαρές ηλικίες, δηλαδή κυρίως σε όσους είτε δεν έχουν ακόμη εισέλθει στον επαγγελματικό στίβο (μαθητές, φοιτητές) είτε σε όσους βρίσκονται στο περιθώριο της αγοράς εργασίας (άνεγοι, εργαζόμενοι της επισφάλειας, πρεκαριάτο κλπ).

Πράγματι οι πρώτες δημοσκοπήσεις που είδαν το φως της δημοσιότητας κατατείνουν όλες στο ίδιο συμπέρασμα για την ώρα, παρότι θα πρέπει οπωσδήποτε να κρατήσουμε αρκετές επιφυλάξεις για το πως θα διαμορφωθεί η εικόνα αυτή μέχρι τις εκλογές. Όλα τα σενάρια μοιάζουν ανοικτά, και το που τελικά θα ισορροπήσει αυτή η ασταθής παλάτζα θα εξαρτηθεί από πιο προβλέψιμους αλλά και πιο απρόβλεπτους παράγοντες. Πάντως, η ΝΔ είναι εκείνη που ως κυβερνών κόμμα πλήττεται, όπως ήταν αναμενόμενο, περισσότερο από την απογοήτευση αυτή των πολιτών αλλά χωρίς να εισπράττει κανένα άλλο από τα μεγαλύτερα κόμματα τις απώλειες αυτές.

Το βασικό πρόβλημα της ΝΔ είναι αυτή τη στιγμή μια τάση κοινωνικής κριτικής που εξαιτίας της μεγάλης συναισθηματικής φόρτισης φλερτάρει με την ισοπέδωση, με αποτέλεσμα όσα επιτυχημένα έγιναν ως προς τον εκσυγχρονισμό του κράτους επί των ημερών της να κινδυνεύουν να θαφτούν κάτω από τα συντρίμμια της μοιραίας αμαξοστοιχίας. Η πρόκληση είναι μάλιστα ευρύτερη του εκλογικού μέλλοντος της ΝΔ. Μία από τις επιτυχίες της κυβέρνησης Μητσοτάκη ήταν ακριβώς ότι κατάφερε εν μέρει να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη των πολιτών προς το κράτος μέσα από το μεγάλο έργο της ψηφιοποίησής του, από την επιτυχημένη διαχείριση της πανδημίας, του εμβολιασμού, της γρήγορης απονομής των συντάξεων κλπ.

Όμως είναι γνωστό ότι η εμπιστοσύνη είναι ένα συναίσθημα που όσο δύσκολα κερδίζεται, τόσο γρήγορα επίσης μπορεί να χαθεί. Και επειδή στο πρόσωπο του Κυριάκου Μητσοτάκη και στις δικές του ικανότητες ήταν που έγινε η μεγάλη επένδυση των ευρωπαϊστών εκσυγχρονιστών της χώρας μετά το 2016 ότι θα μπορούσε να αλλάξει τις κακοδαιμονίες αυτού του κράτους, σε εκείνον είναι που πέφτει τώρα και το μεγάλο βάρος της απόδειξης ότι μπορεί να αποκαταστήσει αυτή την εμπιστοσύνη.

Κλείσιμο
Ο ΣΥΡΙΖΑ ως “παλαιό συστημικό” κόμμα

Από την άλλη, ο ΣΥΡΙΖΑ παραμένει εξουδετερωμένος, στα βαλτωμένα εδώ και καιρό ποσοστά του ή και χάνει λίγο, όπως επίσης το ίδιο ισχύει και για το ΠΑΣΟΚ. Αν ενισχύονται κάποιοι -πάντοτε περιορισμένα- είναι τα μικρότερα κόμματα, όσα μπορεί να θεωρούνται φορείς του αντισυστημισμού όπως πχ το ΜΕΡΑ25, αλλά ο βασικός κερδισμένος της θολής αυτής κατάστασης είναι οι αναποφάσιστοι και γενικώς η έκδηλη αμηχανία σημαντικού μέρους του εκλογικού σώματος ως προς τις κομματικές του επιλογές. Το τοπίο αυτό δεν μπορούμε να πούμε για την ώρα ότι θυμίζει το 2012 και τις “εκλογές-σεισμό” εκείνης της χρονιάς που οδήγησαν το κομματικό σύστημα της μεταπολίτευσης σε σημαντικές ανακατατάξεις, με το ΠΑΣΟΚ ως βασικό χαμένο της νέας κατάστασης που παγιώθηκε έκτοτε.

Μάλλον απέχουμε σημαντικά από κάτι τέτοιο διότι οι οικονομικό-κοινωνικές συνθήκες είναι πολύ διαφορετικές, όσο και αν το πολιτικό κλίμα την προηγούμενη περίοδο είχε στοιχεία έντονης τοξικότητας όπως και τότε. Ωστόσο, η χώρα δεν βιώνει μια χρεοκοπία ούτε και μια ξένη επιτροπεία, τα προβλήματα λιτότητας και χρέους έχουν αντιμετωπιστεί επιτυχημένα, ο τουρισμός, οι εξαγωγές και οι επενδύσεις έχουν πολλαπλασιαστεί, οι μισθοί βελτιώνονται, ο πληθωρισμός πέφτει, οι τραπεζικές καταθέσεις αυξάνονται και η ανεργία έχει περιοριστεί δραματικά. Με άλλα λόγια, το οικονομικό περιβάλλον ευνοεί τη σταθερότητα παρά την αστάθεια.

Πολύ περισσότερο όμως από την οικονομική συνθήκη, εκείνο που αποδυναμώνει τις αντισυστημικές πολιτικές τάσεις είναι το γεγονός ότι το σημερινό κόμμα της μείζονος αντιπολίτευσης που πάσχισε και απορρόφησε κάποτε το μεγαλύτερο μέρος της ανανάκτησης των πλατειών, δεν μπορεί πλέον, μετά από 4,5 χρόνια διακυβέρνησης, να εμφανιστεί ως πολιτική παράταξη της διαμαρτυρίας.

Ο συστημικός αντισυστημισμός του ΣΥΡΙΖΑ που τον έφερε κάποτε στην εξουσία, σήμερα δεν μπορεί εξ αντικειμένου να πείσει, μετά την φθορά μιας πολύ προβληματικής αλλά και αντιφατικής διακυβέρνησης που σε ελάχιστα σημεία θύμιζε “Αριστερά”, πόσο μάλλον αν κανείς συμπεριλάβει στην κριτική του και τη συγκατοίκηση με ένα κόμμα της λαϊκιστικής δεξιάς όπως αυτό του Π. Καμμένου.

Είναι σίγουρο ότι ο Αλέξης Τσίπρας θα συνεχίσει να πατά σε δύο βάρκες, τόσο του συστημισμού όσο και του αντισυστημισμού, προκειμένου να προσφέρει στέγη σε όσο περισσότερα εκλογικά ακροατήρια τείνουν προς αυτό το είδος της λαϊκιστικής πολιτικής εκπροσώπησης. Αλλά είναι εξίσου δεδομένο ότι δεν μπορεί να στεγάσει πλέον τη νέα οργή και απογοήτευση.

Θεωρείται, και σωστά, ως μέρος του προβλήματος και όχι ως φορέας της ελπίδας σαν το 2015. Για να το πούμε διαφορετικά, περισσότερο και από την παρωδία του δημοψηφίσματος ή την τραγωδία στο Μάτι εκείνο που βαραίνει τούτη τη στιγμή πάνω στο ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι δεν έχουμε να θυμόμαστε από την κυβερνητική του θητεία τίποτε πραγματικά σημαντικό ως προς τον εκσυγχρονισμό του κράτους. Αν σήμερα η κυβέρνηση μπορεί πχ να επαίρεται, και δικαίως, για την εντυπωσιακή ψηφιοποίηση του κράτους, ποιο είναι το αντίστοιχο μεγάλο επίτευγμα που έχει να επιδείξει ο ΣΥΡΙΖΑ;

Όσο για το ΠΑΣΟΚ, οι όποιες φαντασιακές επενδύσεις μπορεί να έγιναν από κάποιους στην αναβίωσή του μετά την αλλαγή ηγεσίας και την άνοδο του Νίκου Ανδρουλάκη, εκείνο που επιβεβαιώνεται ακόμη μια φορά είναι ότι το κόμμα αυτό δεν μπορεί να επιστρέψει στον παλιό του θώκο, παρά τις εξωτερικές και εσωτερικές κρίσεις που μπορεί να αποπροσανατολίζουν το εκλογικό σώμα.

Υπήρξε ο ηγεμονικός πολιτικός εκφραστής μιας άλλης εποχής που όταν αυτή πέρασε, συμπαρέσυρε αναγκαστικά μαζί της και τους παλιούς κυρίαρχους. Παρ' όλ' αυτά, το ΠΑΣΟΚ εξακολουθεί να έχει κρίσιμο ρόλο να παίξει, ακόμη κι αν αυτός δεν είναι ίσως του πρώτου πρωταγωνιστή. Γι' αυτό και θα πρέπει να επεξεργαστεί περισσότερο, προγραμματικά και στρατηγικά, πως αντιλαμβάνεται τον εαυτό του την επόμενη μέρα, ανάλογα με τις προκλήσεις και τα ιστορικά καθήκοντα στα οποία θα πρέπει να ανταποκριθεί.

Το πρώτο γενικό συμπέρασμα συνεπώς είναι ότι συνολικά το πολιτικό σύστημα μετά τα Τέμπη γνωρίζει για την ώρα ένα βαθμό αμφισβήτησης -που πάντως δεν έχει ακόμη εξελιχθεί σε ευρεία απονομιμοποίηση- κυρίως για το λόγο ότι οι πολίτες νιώθουν να χάνουν την εμπιστοσύνη τους στο κράτος το οποίο υπήρξε πάντοτε ο μεγάλος ασθενής της χώρας. Και αυτό πρέπει να αποτελέσει ένα σημαντικό καμπανάκι εγρήγορσης για το πολιτικό σύστημα ως προς την βούλησή του να επιλύει προβλήματα, αν δεν θέλει να ξεπεραστεί από τις εξελίξεις.

Οι νέοι ενάντια στα κόμματα, το σχολείο, την οικογένεια

Αν κάπως έτσι έχει το παρόν πολιτικό σκηνικό, το ερώτημα είναι τι θα γίνει με την οργή των νεότερων που μέσα από την τραγωδία αναδύονται ως ένα κρίσιμης σημασίας πολιτικό υποκείμενο, έστω κι αν ακόμη αυτό και η διαμαρτυρία του δεν έχει ούτε αποκτήσει σαφή ατζέντα, ούτε διοχετεύεται πολιτικά κάπου ξεκάθαρα. Είναι μάλιστα ένα ερώτημα κατά πόσο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί καν αντισυστημικό, καθώς δεν έχει ριζοσπαστικά-ανατρεπτικά χαρακτηριστικά ούτε ως προς τα αιτήματα ούτε ως προς τα μέσα για την επίτευξή τους (οι διαδηλώσεις είναι ειρηνικές, αν εξαιρεθούν τα επεισόδια των επαγγελματιών μπαχαλάκηδων). Γιατί όμως οι νέοι άνθρωποι βγήκαν μαζικά στους δρόμους;

Έχω την εντύπωση ότι το πολύνεκρο δυστύχημα, του οποίου τα περισσότερα θύματα ήταν όντως νέοι, υπήρξε απλώς η αφορμή για κάτι που σιγοβράζει καιρό κι έχει να κάνει με την αίσθηση της νεότερης γενιάς ότι αντιμετωπίζονται ως παρίες του συστήματος. Από δύο πηγές, έχω τη βάσιμη υποψία ότι πηγάζει αυτό το συναίσθημα: πρώτον από την χαμηλή ποιότητα εκπαίδευσης που τους παρέχεται, τόσο στη δευτεροβάθμια όσο και στην τριτοβάθμια, που είναι και το κρισιμότερο για έναν 20χρονο που θέλει να επενδύσει στο μέλλον του.

Και δεύτερον, από τις λίγες ευκαιρίες που τους προσφέρονται στην αγορά εργασίας για καλές δουλειές με προοπτικές, χωρίς να πρέπει να περιμένουν πρώτα να πενηνταρίσουν για να εξασφαλίσουν καλύτερες αμοιβές και συνθήκες ζωής. Αυτό λοιπόν το αίσθημα αβεβαιότητας για ένα έτσι κι αλλιώς ρευστό μέλλον όπως αυτό που διαμορφώνεται στις σημερινές κοινωνίες της διακινδύνευσης και του φόβου, είναι που οδηγεί την γενιά αυτή των μιλλένιαλς σε ένα ξέσπασμα που μένει να αποδειχτεί τι σημαίνει, τι θα αφήσει και σε ποια πολιτική κατεύθυνση.

Αλλά νομίζω ότι υπάρχει κάτι βαθύτερο εδώ που υπερβαίνει και την ίδια την απογοήτευσή τους από το πολιτικό σύστημα. Και είναι η υπόγεια οργή ενάντια στους ίδιους τους γονείς τους που απλώς δυσκολεύεται να ρηματοποιηθεί λόγω της φύσης της ελληνικής οικογένειας η οποία έχει μια ροπή όλα να τα συμβιβάζει και όλα να τα κρύβει βαθιά στην ντουλάπα. Διότι όταν ένας 55χρονος υπάλληλος μιας ΔΕΚΟ αμοίβεται ακόμη και σήμερα με 3.500 ευρώ μηνιαίως, είναι απολύτως φυσικό το παιδί του να μην μπορεί να κερδίσει ούτε 500 ευρώ “μαύρα” ως σερβιτόρα/ος. Διότι όλα είναι αλίμονο αλληλένδετα σε μια οικονομία.

Αυτό είναι δυστυχώς το παραγωγικό μοντέλο που στήσαμε, με την ευρύτατη συναίνεση πολιτικής και κοινωνίας, τα χρόνια της μεταπολίτευσης, και που δώσαμε μεγάλες μάχες οπισθοφυλακής για να το διατηρήσουμε ζωντανό παρά την χρεοκοπία μας. Και όσο και αν θέλουμε να το θάβουμε, θα έρχεται κάθε τόσο μέσα από τέτοιες πανωλεθρίες όπως των Τεμπών να θυμίσει σε μας και κυρίως στους νεότερους την στρεβλή του ύπαρξη.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Ειδήσεις Δημοφιλή Σχολιασμένα
ΔΕΙΤΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Best of Network