Το «κακό παιδί» της ελληνικής μουσικής σκηνής...

Το «κακό παιδί» της ελληνικής μουσικής σκηνής...

Στα 27 του χρόνια ο ράπερ Χρήστος Τούσης έχει καταφέρει να αποκτήσει χιλιάδες θαυμαστές και άλλους τόσους φανατικούς εχθρούς. Είναι ένας καλλιτέχνης που δεν μασάει τα λόγια του, λέγοντας τα πράγματα όπως είναι και όχι όπως πρέπει. Ακόμα κι αν χρειαστεί να τα χώσει στον Αγιο Βασίλη...  

Λίγο πριν από τις γιορτές των Χριστουγέννων και ο Χρήστος Τούσης, ή Tus όπως είναι γνωστός στο ευρύ κοινό, κυκλοφορεί ένα τραγούδι σχετικά με τον Αϊ-Βασίλη. Το κομμάτι γίνεται σε χρόνο-ρεκόρ ένα από τα πιο δημοφιλή στο YouTube, αλλά και στα ραδιόφωνα της χώρας, με τον ράπερ να βρίσκεται και πάλι στο προσκήνιο μέσα από τους καυστικούς στίχους του.

Αλλωστε για τον ίδιο το να περιγράφει το καθετί που συμβαίνει στην ελληνική πραγματικότητα μέσα από τα τραγούδια που γράφει και ερμηνεύει του έχει δώσει τον τίτλο του «κακού παιδιού» της ελληνικής μουσικής σκηνής. Ο ίδιος ωστόσο δείχνει να το απολαμβάνει, ακόμα και αν υπάρχουν αρκετοί που κάθε τόσο τον επικρίνουν ή προσπαθούν να αμαυρώσουν την εικόνα του κάνοντας σχόλια μέχρι και για την καταγωγή του, με κάποιους να τον αποκαλούν υποτιμητικά «Αλβανό», αν και ο ίδιος δηλώνει Ηπειρώτης. «Γελάω με αυτά που γράφουν. Να σου πω όμως και κάτι; Μου αρέσει να ενοχλώ! Μου αρέσει να βγει κάποιος και να πει κάτι που δεν είναι αλήθεια και να βγω μετά εγώ να του απαντήσω. Μου αρέσει αυτή η ίντριγκα. Κάθε αρνητικό σχόλιο είναι ένα βήμα για την επιτυχία. Θεωρώ ότι ο κόσμος είχε συνηθίσει σ’ αυτούς που του ωραιοποιούσε πράγματα και καταστάσεις. Σε κάποιους τους χαλάω τη βιτρίνα και τον καθωσπρεπισμό», λέει, και ξεκινάμε την πολύ ενδιαφέρουσα συζήτησή μας από την εποχή που ήταν ένας ανήσυχος νέος στην Πάργα. «Ημουν ένα παιδί άτακτο, με σκουλαρίκια και τατουάζ, σε μια μικρή κοινωνία. Ημουν κάπως σαν “ο σημαδεμένος” της περιοχής. Οποτε γινόταν κάτι πίστευαν πως το έχω κάνει εγώ, ενώ ούτε κάπνιζα, ούτε έπινα, ούτε ξενυχτούσα πολύ. Κάτι που το κάνω ακόμα και τώρα. Είμαι πολύ μαζεμένος ως άνθρωπος κι ας μη φαίνεται κάτι τέτοιο», εξομολογείται, ενώ συμπληρώνει πως το σχολείο δεν ήταν και το καλύτερό του, παρά το γεγονός ότι έχει σπουδάσει Οικονομία και Διοίκηση. «Ημουν παιδί του τελευταίου θρανίου, με τις κοπάνες μου, τις φασαρίες μου, τους καβγάδες μου, τα μηχανάκια μου. Οπως έπαιρνα την πρώτη μέρα τα βιβλία μου έτσι τα έβρισκα και την τελευταία, κάτω από το θρανίο», θυμάται σήμερα. Την ώρα που οι συμμαθητές και οι φίλοι του ξόδευαν το χαρτζιλίκι τους σε ρούχα, διακοπές και ξενύχτια, ο Χρήστος προτιμούσε να τα επενδύει σε ό,τι είχε να κάνει με τη μουσική, καθώς μεγάλωσε μέσα σε αυτή κάνοντας ταυτόχρονα και διάφορες δουλειές. «Μεγάλωσα με μουσική καθώς η μητέρα μου άκουγε τα πάντα. Αλλά εγώ άκουγα πιο πολύ ξένα. Είμαι ένας άνθρωπος που από μικρός δεν είχαν πάρει ποτέ τα μυαλά μου αέρα. Εχω δουλέψει στα χωράφια του πατέρα μου, σερβιτόρος, μπάρμαν, ό,τι μπορείς να φανταστείς. Ο,τι λεφτά έβγαζα τα έδινα στη μουσική».



Λάτρης της μουσικής, όπως λέει ο Τus, τελικά η ραπ σκηνή ήταν αυτή που τον κέρδισε και τον καθιέρωσε ακόμα και στη μικρή κοινωνία όπου ζούσε τότε. «Επειδή δεν έχω φωνητικές ικανότητες, είδα ότι με αυτό το είδος μουσικής που ακολούθησα μπορούσα να εκφραστώ πιο εύκολα. Αν μπορούσα να τραγουδάω δεν θα ράπαρα. Δεν είμαι τραγουδιστής, δεν έχω δουλέψει τη φωνή μου, οπότε το ραπ είναι αυτό που με εκφράζει καλύτερα. Μου βγαίνει αβίαστα και είμαι πολύ καλός σ’ αυτό που κάνω. Είμαι της άποψης πως αν δεν είσαι καλός σ’ αυτό που κάνεις, άσε να το κάνουν οι καλοί», λέει, ενώ σε καμία περίπτωση δεν περίμενε ότι αυτό που ξεκίνησε ως χόμπι θα έπαιρνε τη μορφή που έχει σήμερα. «Δεν είχα όνειρα να γίνω μεγάλος και τρανός. Πάντα πίστευα ότι θα κάνω μια απλή δουλειά. Να φανταστείς πως τελείωσα Οικονομία και Διοίκηση, αλλά ούτε αυτό πίστευα πως θα κάνω. Πήγα απλώς για να πάρω το πτυχίο. Το θέμα με τη μουσική ξεκίνησε από πλάκα και τα τραγούδια μου τα άκουγαν μόνο οι φίλοι μου. Αποτέλεσμα ήταν να μαθευτεί στο χωριό ότι κάνω αυτό το είδος μουσικής. Μετά πήγαινα σε διάφορα clubs της περιοχής και επειδή έχω την ικανότητα να αυτοσχεδιάζω με τους στίχους με φώναζαν και έλεγα ό,τι μου κατέβαινε στο κεφάλι εκείνη τη στιγμή. Και τους άρεσε. Σιγά-σιγά -και μέσω των φίλων μου που σπούδαζαν σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας- άρχισε ο ένας να το λέει στον άλλον και έτσι ξεκίνησε να με μαθαίνει ο κόσμος. Εφτιαξα και ένα site με τα κομμάτια μου και άρχισαν να με παίρνουν κάποια συγκροτήματα τηλέφωνο παρακινώντας με να έρθω στην Αθήνα γιατί ήμουν, λέει, μεγάλο ταλέντο. Μόλις τελείωσα τον Στρατό λέω στη μάνα μου: “Μάνα, πάω στην Αθήνα να κάνω καριέρα” και εκείνη μου απαντά: “Πας καλά; Θα κάνεις καριέρα μ’ αυτά που λες;”. Πίστευε πως είχα μαζέψει λεφτά στην άκρη για να έρθω στην Αθήνα και σε μια βδομάδα θα γύρναγα πίσω. Είμαι 27 χρονών και ακόμα με περιμένει να γυρίσω».

Ποια ήταν όμως η ανταπόκριση που βρήκε από την οικογένεια της μουσικής; «Στην αρχή είχα μεγάλο πρόβλημα, καθώς μέσα από τα τραγούδια μου ήμουν πολύ καυστικός και για κάποιους αντιεμπορικός. Για να φτάσω στο σημείο να τα κάνω πιο mainstream και να γίνουν γνωστά πέρασα τα πάνδεινα. Την εποχή που ήρθα στην Αθήνα, με 5 μόνο ευρώ στην τσέπη, με είχαν αποδεχτεί όλοι. Μου έλεγαν “είσαι ο καλύτερος”, “έλα μαζί μας και μην πας με τους άλλους” και διάφορα άλλα τέτοια. Με το που έκανα επιτυχία, υπέγραψα στη Spice και έγινε όλος αυτός ο ντόρος στο YouTube εξαφανίστηκαν όλοι. Τότε κατάλαβα πως όταν αρχίζεις να ανεβαίνεις και να ξεχωρίζεις κανείς δεν κάθεται δίπλα σου. Ετσι είναι η νοοτροπία της Ελλάδας. Αυτό που αγαπάει δεν θέλει να το βλέπει ψηλά», λέει ο ίδιος. Η αλήθεια βέβαια είναι ότι ο Tus όσο έχει φανατικούς θαυμαστές άλλο τόσο έχει και εχθρούς, οι οποίοι δεν μπορούν ούτε να τον ακούν, ούτε και να τον βλέπουν. Η απάντησή του είναι άμεση: «Δεν έχω αδιάφορο κοινό. Ή θα με αγαπούν ή θα με μισούν». Το σίγουρο είναι ότι ο ραπ καλλιτέχνης έχει ήδη γνωρίσει την επιτυχία και δεν σκοπεύει να την εξαργυρώσει στα μπουζούκια. «Είχα πάρα πολλές προτάσεις να εμφανιστώ σε μπουζούκια αλλά τις απέρριψα. Δεν με εκφράζει να τραγουδάω, να μου ρίχνουν λουλούδια και να ανοίγω ένα πρόγραμμα. Γιατί, κακά τα ψέματα, ποτέ δεν θα είναι πρώτο όνομα ένας ράπερ στα μπουζούκια. Δεν κολλάω σε τέτοιους χώρους. Δεν είμαι προϊόν για μπουζούκια. Είμαι από τους καλύτερους στο είδος μου. Δεν θα βάλω τη μουσική που εκπροσωπώ σε δεύτερη μοίρα για να είμαι τελευταίος στα μπουζούκια», λέει κατηγορηματικά.



«Μου αρέσει να ενοχλώ! Μου αρέσει να βγει κάποιος και να πει κάτι που δεν είναι αλήθεια και
να βγω μετά εγώ να του απαντήσω. Μου αρέσει αυτή η ίντριγκα. Κάθε αρνητικό σχόλιο είναι
ένα βήμα για την επιτυχία. Μου αρέσει να τους χαλάω τον καθωσπρεπισμό»


Και η αλήθεια είναι ότι η ωμότητα των στίχων του δεν ταιριάζει τόσο σε μουσικές σκηνές που έχουν να κάνουν με γαρίφαλα και καψουροτράγουδα. «Ως άνθρωπος είμαι πολύ ευγενικός, δεν μιλάω άσχημα. Απλώς όταν τραγουδάω δεν μου αρέσει να λέω αδιάφορα τραγούδια. Ο Tus είναι απλώς ένα μέρος του εαυτού μου και δεν ταυτίζομαι με αυτόν. Είναι μόνο ένα εργαλείο που το χρησιμοποιώ για να πει πράγματα που ο Χρήστος δεν θα έλεγε», επισημαίνει. Ποιο είναι όμως τελικά το κίνητρο για κάποιον σαν τον Tus που μπλέκεται στα γρανάζια της μουσικής βιομηχανίας; Η δόξα ή το χρήμα; Η απάντησή του είναι αποστομωτική: «Αδερφέ, αφού με ρωτάς, θα σου πω: το χρήμα. Γιατί όπως έχει πει και ο Νίκος Καζαντζάκης: “Η δόξα δεν μου αρέσει γιατί με κάνει να κινούμαι στα πλαίσια που εκείνη θέλει”». Respect.

ΣΧΟΛΙΑ (1)

Judge

 Ελληνας ραπερ- Κρεοπωλης vegeterian- Οικολογος βενζινας... κλπ. Τι κοινο εχουν? Στο hood της Ψωροκωσταινας οτι δηλωσεις εισαι. Yo!

ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
Απομένουν χαρακτήρες
* Υποχρεωτικά πεδία

Δείτε Επίσης

gotti_arthro

Η συναρπαστική ζωή του διαβόητου «Σακαφλιά» που διοικούσε την ελληνική μαφία στη Νέα Υόρκη και ήταν στενός φίλος με τον αρχηγό των αρχηγών. Σήμερα, στα 83 του, εκτίει ποινή ισόβιας κάθειρξης για έναν φόνο που αρνείται ότι διέπραξε - Δεν δέχθηκε ποτέ να γίνει «καρφί» της Αστυνομίας και του FBI

32
battle-kosovo_1389

Γιατί το Κοσσυφοπέδιο θεωρείται ιερή περιοχή για τους Σέρβους- Οι μάχες του Κοσσυφοπεδίου- Το Κόσοβο στο πλαίσιο της ενωμένης Γιουγκοσλαβίας- Πώς έφτασαν οι Αλβανοί να αποτελούν την πλειοψηφία του πληθυσμού του Κοσσυφοπεδίου;

28
sitaras_for_8_dec_2018_photo_3

¨Ένας από τους πρώτους Μεγαλοπαντοπώλες που χρησιμοποίησαν γυναίκες σαν ταμίες ήταν και ο Παντελής Θανόπουλος, της γνωστής και σήμερα μεγάλης αλυσίδας της περιοχής της Κηφισιάς, στις αρχές του 20ου αιώνα. Και επειδή βέβαια εθεωρείτο πρότυπο επιτυχημένου επιχειρηματία δεν άργησαν σταδιακά και άλλοι συνάδελφοί του να τον ακολουθήσουν.

1