PROTOTHEMA

Πολιτισμός

Προδημοσίευση από το υποψήφιο για Booker μυθιστόρημα του Τζωρτζ Σόντερς

Προδημοσίευση από το υποψήφιο για Booker μυθιστόρημα του Τζωρτζ Σόντερς

Το «Λήθη και Λίνκολν» θα κυκλοφορήσει εντός των ημερών από τις εκδόσεις Ίκαρος σε μετάφραση Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη

Το μυθιστόρημα του Τεξανού Τζωρτζ Σόντερς «Λήθη και Λίνκολν» ("Lincoln in the Bardo") είναι ανάμεσα στα έξι βιβλία που έχουν φτάσει στην τελική λίστα των υποψηφίων για το φετινό Booker (ο νικητής θα ανακοινωθεί στις 17 Οκτωβρίου).


Το ΑΠΕ-ΜΠΕ προδημοσιεύει σήμερα ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Σόντερς, που θα κυκλοφορήσει εντός των ημερών από τις εκδόσεις Ίκαρος σε μετάφραση Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη.

Το «Λήθη και Λίνκολν» αποτελεί το πρώτο μυθιστόρημα του Σόντερς ο οποίος έχει κάνει στις ΗΠΑ πορεία καταξιωμένου συγγραφέα διηγημάτων. Το θέμα που τον απασχολεί είναι ο θάνατος ενός από τους γιους του Λίνκολν, του Γουίλι, που πέθανε σε ηλικία έντεκα ετών, όταν ο πατέρας ήταν ήδη πρόεδρος της Αμερικής. Ο Λίνκολν πενθεί για τον Γουίλι κι αυτό προκαλεί γενική αναστάτωση στα πνεύματα του νεκροταφείου, όπου είναι θαμμένος. Ο Σόντερς χρησιμοποιεί, όπως φαίνεται και από το απόσπασμα που προδημοσιεύουμε, μιαν εξαιρετικά περίπλοκη αφηγηματική τεχνική. Όπως έχει δηλώσει στο δίκτυο NPR, η ιδέα του γι' αυτό το μυθιστόρημα προέρχεται από τη βουδιστική παράδοση, που εδώ συνδυάζεται με τη μεταφυσική πίστη του χριστιανισμού: «Εκείνο που πάνω απ' όλα με ενδιέφερε να διερευνήσω ήταν ο αγώνας που έδωσε ο Λίνκολν για να καταπολεμήσει την κατάθλιψή του».



Οι άλλοι πέντε της τελικής λίστας για το Booker είναι ο Αμερικανός Πολ Οστερ με το «4321», η Βρετανίδα 'Αλι Σμιθ με το «Φθινόπωρο» (''Autumn''), ο Βρετανοπακιστανός Μοχσίν Χαμίντ με το «Exit West», η Βρετανίδα Φιόνα Μόζλεϊ με το «Elmet» και η Αμερικανίδα Έμιλι Φρίντλουντ με το «History of Wolves».

Κείμενο προδημοσίευσης


George Saunders

Λήθη και Λίνκολν

Μετάφραση: Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

Κι έτσι ο Πρόεδρος άφησε το αγόρι του σ’ έναν νοικιασμένο τάφο και γύρισε στη δουλειά του για τη χώρα.

Εις «Ο Λίνκολν: μια ιστορία για παιδιά», 

του Μάξγουελ Φλαγκ. 

Τίποτα δεν θα μπορούσε να είναι πιο γαλήνιο και πιο όμορφο από την τοποθεσία αυτού του μνήματος και δεν μπορούσε να το βρει ποτέ ο τυχαίος επισκέπτης του κοιμητήριου, καθώς ήταν το τελευταίο μνήμα στα αριστερά της πιο μακρινής άκρης, στην κορυφή μιας σχεδόν κατακόρυφης λοφοπλαγιάς που κατηφόριζε ίσαμε το Ρέμα. Τα νερά που κυλούσαν γοργά έκαναν έναν ευχάριστο κελαρυστό ήχο και τα δέντρα στέκονταν ψηλά και γυμνά στο φόντο του ουρανού.

Κούνχαρτ και Κούνχαρτ, ό.π.

Από νωρίς στη νιότη μου, συνειδητοποίησα ότι είχα μιαν ορισμένη ροπή που εμένα μου φαινόταν πολύ φυσιολογική, ακόμα και θαυμάσια, αλλά στους άλλους —στον πατέρα μου, τη μητέρα μου, τους φίλους, τους δασκάλους, τους παπάδες, τους παππούδες— η ροπή μου δεν φαινόταν καθόλου φυσιολογική και καθόλου θαυμάσια, αλλά διεστραμμένη και επονείδιστη, κι έτσι υπέφερα: θα πρέπει να την αρνηθώ τη ροπή μου, και να παντρευτώ, και να καταδικάσω τον εαυτό μου σε μιαν ανεπάρκεια, ας πούμε, σε μια κατάσταση ανεκπλήρωτου; Λαχταρούσα να είμαι ευτυχισμένος (όπως όλοι μας, πιστεύω), κι έτσι έπιασα μιαν αθώα —μάλλον αθώα, πρέπει να πω— φιλία μ’ έναν τύπο στο σχολείο μου. Αλλά σύντομα διαπιστώσαμε ότι δεν υπήρχε καμία ελπίδα για μας, κι έτσι (για να περάσω εν τάχει μερικές λεπτομέρειες, και σταματήματα και ξεκινήματα και ξαναρχινίσματα, και ανυπόκριτες αποφάσεις, και προδοσίες αυτών των αποφάσεων, εκεί, στη γωνία του, ε, του αμαξοστάσιου, και πάει λέγοντας), ένα απομεσήμερο, κάνα δυο μέρες ύστερα από μιαν ιδιαίτερα ειλικρινή συζήτηση, όπου ο Γκίλμπερτ δήλωσε την πρόθεσή του να «ζήσει σωστά» πια, πήρα ένα χασαπομάχαιρο και πήγα στο δωμάτιό μου και, αφού έγραψα ένα σημείωμα στους γονείς μου (Λυπάμαι, ήταν η ουσία), κι ένα άλλο στον Γκίλμπερτ (Έχω αγαπήσει, έτσι αναχωρώ πλήρης), έκοψα τους καρπούς μου πολύ άγρια και αδέξια πάνω από μια πορσελάνινη μπανιέρα. 

Καθώς μ’ έπιασε ναυτία σαν είδα το αίμα και την άξαφνη κρουστική του κοκκινίλα στη λευκότητα της μπανιέρας, κάθισα ζαβλακωμένος στο δάπεδο, κι εκείνη τη στιγμή — ναι, ντρέπομαι λίγο, αλλά πρέπει να σ’ το πω: άλλαξα γνώμη. Μονάχα τότε (σχεδόν στο κατώφλι της εξόδου, ας πούμε) συνειδητοποίησα πόσο ανείπωτα όμορφος είναι ο κόσμος, με τι ακρίβεια καμωμένος για την απόλαυσή μας, και κατάλαβα ότι ήμουν στα πρόθυρα να χαραμίσω ένα θεσπέσιο δώρο, το δώρο του να μου επιτρέπεται κάθε μέρα να περιπλανιέμαι σ’ αυτόν τον αχανή αισθησιακό παράδεισο, σ’ αυτό το μεγαλειώδες παζάρι που είναι όμορφα κατάφορτο με κάθε εξαίσιο πράγμα: σμήνη εντόμων να χορεύουν στις πλαγιαστές ηλιαχτίδες του Αυγούστου· τρία μαύρα άτια να στέκουν με τα κεφάλια ενωμένα και με τους ταρσούς βυθισμένους σ’ ένα χιονισμένο χωράφι· η ευωδιά βοδινού ζωμού που τη φέρνει το αεράκι από ένα πορτοκαλένιο περβάζι μες στο δροσερό φθινόπωρο. 

ρότζερ μπέβινς iii

Κύριε. Φίλε.

χανς βόλμαν

Το κάνω — το κάνω πάλι;

ρότζερ μπέβινς iii

Το κάνεις. 

Πάρε μια ανάσα. Όλα καλά.

Πιστεύω ότι αναστατώνεις κάπως τον νεοφερμένο μας.

χανς βόλμαν

Χίλια συγγνώμη, νεαρέ κύριε. Αυτό που ήθελα ήταν να σε καλωσορίσω, με τον τρόπο μου.

ρότζερ μπέβινς iii

Ένιωθες λοιπόν «ναυτία από το αίμα» και κάθισες «ζαβλακωμένος στο δάπεδο» και «άλλαξες γνώμη».

χανς βόλμαν

Ναι.

Καθώς μ’ έπιασε ναυτία σαν είδα το αίμα και την άξαφνη κρουστική του κοκκινίλα στη λευκότητα της μπανιέρας, κάθισα ζαβλακωμένος στο δάπεδο, κι εκείνη τη στιγμή — ναι, ντρέπομαι λίγο, αλλά πρέπει να σ’ το πω: άλλαξα γνώμη.

Καθώς ήξερα ότι η μόνη μου ελπίδα ήταν να με βρει κάποιος απ’ τους υπηρέτες, σκουντούφλησα στις σκάλες και ρίχτηκα προς τα κάτω. Από κει κατάφερα να συρθώ στην κουζίνα—

Κι εκεί παραμένω.

Περιμένω να με βρουν (καθώς έχω πέσει στο δάπεδο, με το κεφάλι ν’ ακουμπάει στην κουζίνα, πιο κει η αναποδογυρισμένη καρέκλα, πάνω στο μάγουλό μου ένα κομμάτι από φλούδα πορτοκαλιού), κι έτσι να ξαναζήσω και να σηκωθώ, και να καθαρίσω το άθλιο χάλι που ’χω προξενήσει (στη μητέρα καθόλου δεν θα άρεσε), και να βγω έξω, στον όμορφο κόσμο, να είμαι ένας νέος και θαρραλέος άνθρωπος, και ν’ αρχίσω να ζω. Θα ακολουθήσω τη ροπή μου; Ναι! Με κέφι! Έφτασα τόσο κοντά στο να χάσω τα πάντα, κι έτσι τώρα είμαι απελευθερωμένος από κάθε φόβο, δισταγμό, και ατολμία, και αφ’ ης στιγμής θα ξαναζήσω, θα περιπλανηθώ στη γη και θα ρουφάω, θα μυρίζω, θα δοκιμάζω, θα αγαπώ όποιον θέλω· θα αγγίζω, θα γεύομαι, θα στέκομαι ασάλευτος ανάμεσα στα όμορφα πράγματα του κόσμου, όπως, ας πούμε ένα σκυλί που κοιμάται και ονειρεύεται στην τρίγωνη σκιά ενός δέντρου· μια πυραμίδα από ζάχαρη στην επιφάνεια ενός τραπεζιού καμωμένου από ξύλο μαγκρόβιου που κόκκο με τον κόκκο αλλάζει σχήμα από ένα ανεπαίσθητο αεράκι· ένα σύννεφο που μοιάζει με καράβι πάνω από έναν στρογγυλεμένο πράσινο λόφο όπου μια μπουγάδα από χρωματιστά πουκάμισα χορεύουν στον άνεμο, ενώ κάτω στην πόλη μια ιώδης και γαλάζια μέρα ξεπροβάλλει (ενσαρκωμένη της άνοιξης η μούσα), κάθε αυλή με τα νωπά της χόρτα και τα λουλούδια της να ξετρελαίνεται ωραία από—

ρότζερ μπέβινς iii

Φίλε.

Μπέβινς. 

χανς βόλμαν

Ο «Μπέβινς» είχε πολλά ζευγάρια μάτιαΌλα κοιτούσαν δεξιά κι αριστεράΚάμποσες μύτεςΌλες να οσφραίνονταιΤα χέρια του (είχε πολλαπλά χέρια, ή τα χέρια του κινούνταν τόσο γρήγορα που έμοιαζαν να είναι πολλά) πήγαιναν εδώ κι εκεί, έπιαναν πράγματα, τα σήκωναν, τα έφερναν κοντά στο πρόσωπό του με τον πιο ερευνητικό 

Λίγο φοβιστικό

Καθώς έλεγε την ιστορία του είχε βγάλει τόσα παραπάνω μάτια και μύτες και χέρια που το σώμα του είχε σχεδόν εξαφανιστείΜάτια σαν τσαμπιά σ’ ένα αμπέλιΧέρια να αγγίζουν τα μάτιαΜύτες να οσφραίνονται τα χέρια

Ουλές και στους δύο καρπούς.

γουίλι λίνκολν

Ο νεοφερμένος κάθισε στη σκεπή του ξύλινου αρρωστόκουτού του, κοιτάζοντας με απορία τον κύριο Μπέβινς.

χανς βόλμαν

Ενίοτε ξεκλέβω μια ματιά, κύριε. Στην αξιοσημείωτη— 

ρότζερ μπέβινς iii

Έλα τώρα, δεν είναι ανάγκη, δεν είναι ώρα να μιλάμε για—

χανς βόλμαν

Ο άλλος άνδρας (αυτός που τον χτύπησε το δοκάρι)ΓυμνόςΤο μέλος του πρησμένο στο μέγεθος τουΔεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από 

Το μέλος του αναπηδούσε καθώς αυτός 

Κορμί σαν ζύμηΜεγάλη πλακουτσωτή μύτη σαν του πρόβατου

Ολόγυμνoς πράγματι 

Απαίσιο βαθούλωμα στο κεφάλιΠώς μπορούσε να βαδίζει και να μιλάει με τέτοιο σιχαμερό—

γουίλι λίνκολν

Σε λίγο ήρθε κοντά μας ο αιδεσιμότατος Έβερλι Τόμας.

χανς βόλμαν 

Που έφτασε σβέλτα, όπως φτάνει πάντα, με φρύδια ανασηκωμένα, κοιτάζοντας με αγωνία πίσω του, με τα μαλλιά να πετάνε προς τα πάνω, με το στόμα να σχηματίζει ένα Ο τρόμου. Και μολαυταύτα μιλάει, όπως πάντα, με την πιο μεγάλη ηρεμία και λογική.

ρότζερ μπέβινς iii

Νεοφερμένος; είπε ο αιδεσιμότατος.

Θαρρώ ότι έχουμε την τιμή να απευθυνόμαστε σε κάποιον κύριο Κάρολ, είπε ο κύριος Μπέβινς. 

Το μικρό αγόρι μας κοίταζε με κενό βλέμμα.

χανς βόλμαν

Ο νεοφερμένος ήταν ένα αγόρι κάπου δέκα, έντεκα χρονών. Ένας ωραίος νεαρός, που ανοιγόκλεινε τα μάτια και κοιτούσε επιφυλακτικά γύρω του.

αιδεσιμότατος έβερλι τόμας

Με ψάρι έμοιαζε, που σαν ξεβράστηκε στη στεριά μένει ασάλευτο και σε εγρήγορση, με πλήρη επίγνωση του πόσο ευάλωτο είναι. 

χανς βόλμαν

Μου έφερε στον νου έναν ανιψιό μου που είχε πέσει σε μια ρωγμή ενός παγωμένου ποταμού και είχε γυρίσει σπίτι τρέμοντας ως το κόκαλο. Καθώς φοβόταν μην τον τιμωρήσουν, δεν τολμούσε να μπει μέσα· τον βρήκα γερμένο στην πόρτα για όση ζέστη μπορούσε να κερδίσει μ’ αυτόν τον τρόπο, αποσβολωμένο, ένοχο, σχεδόν αναίσθητο από το κρύο.

ρότζερ μπέβινς iii

Το δίχως άλλο, θα νιώθεις μια κάποια διάθεση; είπε ο κύριος Βόλμαν. Μια παρόρμηση; Να φύγεις; Για κάπου αλλού; Που να ’ναι πιο άνετα; 

Νιώθω ότι πρέπει να περιμένω, είπε το αγόρι. 

Μιλάει! είπε ο κύριος Μπέβινς.

αιδεσιμότατος έβερλι τόμας

Να περιμένεις τι; είπε ο κύριος Προβατοζύμης.

Τη μητέρα μου, είπα. Τον πατέρα μου. Δεν θ’ αργήσουν να έρθουν. Να με πάρουν. Ο κύριος Προβατοζύμης κούνησε λυπημένα το κεφάλι τουΤο μέλος του κουνήθηκε κι αυτό Λυπημένα

Μπορεί και να έρθουν, είναι ο πολυμάτιας. Αλλά αμφιβάλλω αν θα σε πάρουν.

Γέλασαν και οι τρεις τότεΜε πολλά χτυπήματα των πολλών χεριών του πολυμάτιαΚαι πολλά λικνίσματα του πρησμένου μέλους του κυρίου ΠροβατοζύμηΑκόμα και ο αιδεσιμότατος γέλασεΚι όμως, παρά τα γέλια του, έμοιαζε φοβισμένος

Όπως και να ’χει, δεν θα μείνουν πολύ, είπε ο κύριος Προβατοζύμης.

Κι όσο είναι εδώ θα εύχονται να ήταν αλλού, είπε ο πολυμάτιας.

Θα σκέφτονται μόνο το γεύμα, είπε ο αιδεσιμότατος.

Θα έρθει η άνοιξη σε λίγοΔεν παίζω και πολύ με τα χριστουγεννιάτικα παιχνίδιαΈχω ένα γυάλινο στρατιωτάκι που μπορεί και γυρίζει το κεφάλι τουΜε επωμίδες που μπορείς να τις αλλάξειςΣε λίγο θ’ ανθίσουν τα λουλούδιαΟ Λώρενς από το παράπηγμα του κήπου θα δώσει στον καθένα μας μια κούπα με σπόρους

Πρέπει να περιμένωείπα

γουίλι λίνκολν



Συμπληρώστε το email σας για να λαμβάνετε όλη την έκτακτη επικαιρότητα πρώτοι!
Ακολουθήστε μας στα

Προσθέστε το δικό σας σχόλιο

2500  χαρακτήρες απομένουν

* Υποχρεωτικά πεδία