Συνέντευξη

Δημήτρης Καλοκύρης :«Ο Μπόρχες ήταν ο μόνος συνεχιστής του Καβάφη»

Σε συνέντευξη του ο ποιητής και δοκιμιογράφος Δημήτρης Καλοκύρης αναγνωρίζει τον ποιητή Χόρχε Λούις Μπόρχες ως τον μοναδικό συνεχιστή του Καβάφη, μιλάει για τον τρόπο με τον οποίο ο Αργεντινός συγγραφέας επηρέασε την ποιητική του δουλειά και ανακαλεί καθημερινές σκηνές από τη ζωή του Ανδρέα Εμπειρίκου και του Οδυσσέα Ελύτη.

Ποιητής, δοκιμιογράφος, μεταφραστής, εκδότης λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών περιοδικών και γραφίστας, ο Δημήτρης Καλοκύρης ετοιμάζει μια καινούργια έκδοση των ποιημάτων του Μπόρχες που έχει μεταφράσει ενώ πριν από λίγο καιρό κυκλοφόρησε ένα βιβλίο του για τη γνωριμία του και τη σχέση του με τον Ανδρέα Εμπειρίκο.

Σε συνέντευξη που παραχώρησε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ο Δημήτρης Καλοκύρης λέει πως ο Μπόρχες αποτελεί τον μοναδικό πραγματικό συνεχιστή του Καβάφη, μιλάει για τον τρόπο με τον οποίο ο Αργεντινός ποιητής  επηρέασε την ποιητική του δουλειά, ανακαλεί καθημερινές σκηνές από τη ζωή του Εμπειρίκου και του Οδυσσέα Ελύτη και εξηγεί πώς λειτουργούν τα ηλεκτρονικά περιοδικά.

Σε λίγο καιρό θα κυκλοφορήσει εκ νέου, από τις εκδόσεις Πατάκη, μια εκτενής ανθολογία ποιημάτων του Χόρχε Λούις Μπόρχες σε μετάφρασή σας. Πώς θα αποτιμούσατε τον Μπόρχες ως ποιητή στις ημέρες μας; Ποια θέση νομίζετε ότι έχει καταλάβει στη διεθνή λογοτεχνική κονίστρα τριάντα σχεδόν χρόνια μετά τον θάνατό του;

Πράγματι, θα κυκλοφορήσουν εκ νέου τα ποιήματα του Μπόρχες που έχω μεταφράσει. Η διαφορά της έκδοσης αυτής με τις προηγούμενες είναι ότι τα περισσότερα ποιήματα (και ιδίως τα έμμετρα) έχουν ξαναδουλευτεί και έχουν επιχρωματιστεί με την εμπειρία του χρόνου που μεσολάβησε. Ο Μπόρχες, όπως ξέρουμε, δεν είναι μόνο (ή κυρίως) ποιητής, αν και αυτή του την ιδιότητα επιδίωκε συνήθως να τονίζει. Είναι ένα πολύμορφο και ιδιόμορφο λογοτεχνικό γεγονός, που περιλαμβάνει όλες τις μορφές της γραπτής έκφρασης (εκτός, σκοπίμως, του μυθιστορήματος και του θεατρικού λόγου) εξίσου δραστικά. Δηλαδή τα διηγήματα που έγραψε διαβάζονται κάποτε και ως δοκίμια ή και ως ποιήματα, τα δοκίμια συχνά ως διηγήματα και τα ποιήματά του κρύβουν πολλές αναπλάσεις ιδεών και τεχνικών ανάγνωσης που προϋποθέτουν την αφηγηματική του τεχνική. Στην ποιητική του συχνά προσεγγίζει τις στρατηγικές του Καβάφη του οποίου ίσως αποτελεί και τον μοναδικό πραγματικό «συνεχιστή» (θεματολογία, ειρωνεία, ψυχρότητα καταγραφής, παρωδία κ.ά.) παρόλες τις προφανείς διαφορές και αποκλίσεις τους. Το θέμα είναι μεγάλο, έχει τεθεί πολλές φορές και δεν θα επεκταθώ εδώ. Πάντως, το γεγονός ότι τόσο το διαδίκτυο όσο και τα βιβλιοπωλεία όλου του κόσμου εξακολουθούν να βρίθουν έργων του, το γεγονός επίσης ότι πολλοί συγγραφείς (ιδίως νέοι), διαφόρων εθνικοτήτων, κάθε τόσο διακηρύσσουν τις οφειλές τους σε αυτόν, δείχνουν νομίζω ότι εξακολουθεί να φωτίζει τις διαδρομές μας.

Τι ρόλο έπαιξε στο λογοτεχνικό σας έργο (ποιητικό, πεζογραφικό και δοκιμιακό) η επαφή με τον Μπόρχες;
Έχω πει άλλοτε ότι την επιρροή, γενικότερα, ενός συγγραφέα προς έναν άλλο, την αντιλαμβάνομαι σαν μια μελωδία που ακούς τυχαία στο ραδιόφωνο και για ένα διάστημα σου γίνεται εμμονή. Ύστερα ξεχνιέται, σου κολλάει μια άλλη, αλλά πάντα κάτι μένει κι από τις παλιές. Όπως και με τις ανθρώπινες σχέσεις, πάνω κάτω, δηλαδή. Ο Μπόρχες εμπότισε τις αναζητήσεις μου όχι τόσο ιδεολογικά ή μόνο υφολογικά αλλά, κυρίως, τεχνικά. Θέλω να πω ότι η διαρκής συναναστροφή με το έργο του, τόσο ως αναγνώστης, αλλά ιδίως ως μεταφραστής, με οδήγησε στο να απορροφήσω ένα μέρος τής μοναδικά συναρπαστικής του ιδιότητας να μετατρέπει το ασήμαντο περιστατικό σε ενδιαφέρουσα πρόταση και, παράλληλα, να διαχειρίζεται τα ιστορικά ή τα επιστημονικά δεδομένα με το αθώο βλέμμα ενός έκθαμβου παιδιού. Αυτήν τη δημιουργική πάθηση νομίζω ότι τη μετέδωσε σε όλους όσοι εντρυφήσαμε στο έργο του (και θα συμπεριλάβω εδώ, από τους ημέτερους, τόσο τον Αχιλλέα Κυριακίδη όσο και τον Τάσο Δενέγρη, σε κάποιο βαθμό).  

Η θεμελιώδης έννοια της βιβλιοθήκης στον Μπόρχες παίρνει μοναδικές διαστάσεις για τον μεταφραστή του, ο οποίος καλείται να ανατρέξει στις ίδιες πηγές για να διερευνήσει τις αποχρώσεις και την πιστότητα των παραθεμάτων, τα οποία πολύ συχνά ο συγγραφέας σκοπίμως αλλοιώνει.

Τον τρόπο προσέγγισης προς το πρόσωπο αλλά, κυρίως, προς το έργο του περιγράφει το βιβλίο μου «Μπεθ, ένα αρχείο για τον Μπόρχες», όπου συγκεντρώνονται ποικίλες εκδοχές της πορείας του φιλέρευνου χρυσοθήρα προς το πολυδαίδαλο λογοτεχνικό Ελδοράδο.

Δημιουργήσατε από πολύ νέος φιλικές σχέσεις με τον Οδυσσέα Ελύτη και τον Ανδρέα Εμπειρίκο. Πριν από λίγο καιρό κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Άγρα ένα βιβλίο σας για τους δεσμούς σας με τον Εμπειρίκο: τα «Σύνεργα της πλοιαρχίας». Πάνω σε ποιες βάσεις χτίστηκε και διαμορφώθηκε η φιλία σας με τους δύο ποιητές και κατά πόσο επηρεαστήκατε από την προπολεμική παράδοση του ελληνικού υπερρεαλισμού;
Πριν δύο χρόνια κυκλοφόρησε από το Ιστορικό Μουσείο Κρήτης ένα βιβλίο μου που έχει τον τίτλο «Ή με χρώμα ή χωρίς» και υπότιτλο «Ένα συναισθηματικό δοκίμιο για τον Οδυσσέα Ελύτη». Εκεί προσπαθώ να περιγράψω την προσέγγισή μου προς τον Ελύτη δια της οδού της μαθητείας, με άρσεις και θέσεις, αντιδράσεις και διαφοροποιήσεις, που κινητοποιούσαν, συχνά, οι διαδρομές προς το τυπογραφείο, δηλαδή τις οδηγίες και τις υποδείξεις του για τη διαχείριση όσων βιβλίων του μου είχε αναθέσει να επιμεληθώ, αλλά και τις φιλολογικές διαστάσεις που έπαιρνε σταδιακά μια φιλική αλληλογραφία στη διαμόρφωση ενός ερευνητικού ιδιόλεκτου. Το βιβλίο αυτό εκδόθηκε με αφορμή μια μεγάλη έκθεση που διοργάνωσε το μουσείο για τα εκατό χρόνια από τη γέννηση του ποιητή, έκθεση η οποία στηρίχθηκε κυρίως στα υλικά του προσωπικού μου αρχείου (επιστολές, φωτογραφίες, ζωγραφική, κολάζ) τα οποία και χάρισα στο μουσείο. Μαθητής ακόμη, του είχα στείλει κάποια πρωτόλεια ποιήματα, και από κει ξεκίνησε μια αλληλογραφία και μια σειρά συνεργασιών που διήρκεσε αρκετά χρόνια.

Μέσω του Ελύτη γνώρισα τον Εμπειρίκο. Το βιβλίο «Τα σύνεργα της πλοιαρχίας ήτοι Η άλλη όχθη του Ανδρέα Εμπειρίκου» αποτελείται (όπως και το προηγούμενο βιβλίο για τον Ελύτη) από κείμενα γραμμένα κατά καιρούς, με διάφορες αφορμές αλλά επεξεργασμένα εκ νέου αξιοποιώντας, κατά το δυνατόν, τις νεώτερες πραγματικές ή συναισθηματικές μου πληροφορίες. Εδώ, όμως, παρόλο που δεν λείπουν οι φιλολογικές και οι τυπογραφικές ή οι εκδοτικές αφορμές, το κύριο βάρος πέφτει στη μετάβαση από το συναίσθημα στην αφήγηση της εικόνας τού πολύτροπου δημιουργού όχι μόνο όπως έφτανε στην αντίληψη του συνομιλητή του, αλλά σε μια ολόκληρη γενιά που από τη μια την έθλιβε η μιζέρια της χούντας και της πολιτικής αθλιότητας και από την άλλη τη συνέπαιρνε η εκκωφαντική δυναμική του ροκ.

Η προσωπική γνωριμία με τους κορυφαίους αυτούς δημιουργούς συνέβαλε στην κατανόηση, όσο μου ήταν δυνατόν, του τρόπου που το Σήμερα μετατρέπεται σε διαφανές Αύριο και το Αύριο σε μελλοντικό Χθες. Η καθημερινότητα, το καφεδάκι που έψηνε ο Ελύτης στην οδό Σκουφά ή οι αναπτήρες μιας χρήσεως που συνέλεγε με πάθος ο Εμπειρίκος σ᾽ένα τραπεζάκι της Νεοφύτου Βάμβα, ο τρόπος που διέσχιζαν ο Εμπειρίκος και ο Ελύτης έναν δρόμο ή ο τρόπος που απαντούσαν στο τηλέφωνο αποδεικνύονταν εξίσου αποκαλυπτικά με τα επεξεργασμένα λεκτικά τους τεχνάσματα. Ο υπερρεαλισμός μέσω των δύο αυτών (όσο και μέσω του Εγγονόπουλου, οφείλω να προσθέσω) δεν ήταν πια για μένα μια ιστορική ευρωπαϊκή κορύφωση του μεσοπολέμου, αλλά ένα πραγματικό, απτό και ελληνικότατο παρόν- τώρα.

Mε την έννοια αυτή αισθανόμουν ευεξία στο υπερρεαλιστικό κλίμα, καταβροχθίζοντας κείμενα παλαιότερων, αλλά και απλές ειδήσεις ή τυχαία μικροσυμβάντα, που μου αποκάλυπταν συχνά γοητευτικές λεπτομέρειες, οι οποίες με τα δεδομένα της δικής μου εποχής αποκτούσαν άλλες διαστάσεις. Συμβαίνει τώρα οι διαστάσεις αυτές να με ερεθίζουν περισσότερο όταν αναδεικνύεται η κωμική τους πλευρά.

Η λογοτεχνία σας μοιάζει με ένα συνεχές παιχνίδι μεταμορφώσεων: ένα ταξίδι στον ιστορικό χρόνο της τέχνης και των επιστημών με πολλαπλά χρώματα και ονόματα τόπων και ανθρώπων, όπως και με πλήθος κλειδιά αποκωδικοποίησης, που αν τα χρησιμοποιήσουμε με τον κατάλληλο τρόπο θα μας αποκαλύψουν μια διαρκή μυθοποίηση προσώπων και πραγμάτων. Πώς ακριβώς δουλεύετε προς αυτή την κατεύθυνση;
Από νέος είχα την τάση να αξιοποιώ τα ελαττώματά του. Με το να είμαι αυτοδίδακτος, κάτι που μισοάκουγα ή που ακούγοντας ή διαβάζοντάς το δεν το κατανοούσα πλήρως, επιδίωκα να το συμπληρώσω στη σφαίρα του προσωπικού μου νοητού ή να δημιουργήσω τα φαντασιακά συμφραζόμενα που θα το ολοκληρώσουν. Από ένα τραγούδι λ.χ. σε μια γλώσσα που ελάχιστα γνώριζα, έπλαθα (αξιοποιώντας τις λέξεις ή τις έννοιες που αναγνώριζα), μια δική μου εκδοχή που συχνά αποδεικνυόταν άσχετη εντέλει με την πρωτότυπη, χωρίς να παύει όμως να είναι γοητευτική. Αυτό συνέβαινε εξίσου και με κείμενα, με θεωρίες κλπ. Πρώτα επινοούσα τη φαντασιακή τους διάσταση και κατόπιν αναζητούσα τη ρεαλιστική τους προσέγγιση μέσω των καθιερωμένων διαδικασιών πρόσβασης στη γνώση. Πρώτα σκεφτόμουν τις προσωπικές ερμηνείες της λέξης και κατόπιν την αναζητούσα στο λεξικό.

Έτσι, όπως ψάχνουμε στο λεξικό για το λιοντάρι λ.χ. και πέφτουμε πάνω στον Λέοντα τον Σοφό ή τον Ριχάρδο τον Λεοντόκαρδο και δια της ζωολογίας μάς ανοίγονται δρόμοι προς το Βυζάντιο, την αστρολογία ή τις σταυροφορίες, με ανάλογες τεχνικές, πιο επεξεργασμένες και λιγότερο τυχαίες, ασφαλώς, εξακολουθώ να διερευνώ τις αντοχές των εννοιών που μπορεί να φωτίσουν μια «ιστορία» ή ένα περιστατικό που εμπίπτει στην αντίληψή μου. Άλλωστε, ολόκληρη η Ιστορία αποτελείται από αλυσσίδες τέτοιων «λαθών». Παρανοήσεις, παραφθορές κλπ δημιούργησαν ωκεανούς ιδεών και σελίδων που πολλαπλασίαζαν την αρχική παρέκκλιση από γλώσσα σε γλώσσα. Έτσι κάπως χτίστηκαν οι θρησκείες, οι πολιτισμοί και, φυσικά, η ίδια η λογοτεχνία. Κάτι τέτοιο, σε μορφή βιοτεχνικής μικροτεχνίας επιδιώκω συχνά και εγώ.

Κατά τη διάρκεια των δεκαετιών του 1970 και του 1980 εκδώσατε και διευθύνατε σημαντικά λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά περιοδικά. Ανάμεσά τους το «Τραμ», ο «Χάρτης» και το «Τέταρτο», το οποίο ίδρυσε ο Μάνος Χατζιδάκις. Πώς βλέπετε τον σημερινό λογοτεχνικό Τύπο σε σχέση με την περίοδο της δικής σας έντυπης δραστηριότητας;
Τα περιοδικά είχαν τότε το νόημα της οργάνωσης των ιδεών ή των προτιμήσεων ενός κύκλου, μιας παρέας, ενός μικρού τέλος πάντων συνόλου, που επιδίωκε να προβάλει τις δημιουργίες του σ' ένα εξ ορισμού περιορισμένο κοινό. Το κοστολόγιο και η διαδικασία διανομής ήταν τα πρωτεύοντα ζητήματα που έπρεπε να επιλυθούν μόλις τελείωνε ο μαραθώνιος της συγκέντρωσης και επιλογής της ύλης. Η απόσταση από τα γεγονότα, λόγω της αραιής συνήθως περιοδικότητας έκδοσης, ήταν ένα άλλο σημαντικό ζήτημα (τουλάχιστον ως προς την επαφή με τη φιλολογική ή ιστορική επικαιρότητα).

Σήμερα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Όλα γίνονται γρήγορα και καταιγιστικά ενώ η οργάνωση των επιλογών γίνεται, ως επί το πλείστον, από λιγότερα άτομα με πολυφωνικές όμως τάσεις. Αναφέρομαι, βέβαια, στα ηλεκτρονικά κυρίως περιοδικά που αυξάνονται καθημερινά με εύκολα αναγνωρίσιμες ποιοτικές και αισθητικές διαφορές (όπως και τα παραδοσιακά έντυπα του χώρου) αλλά με κύριο πλεονέκτημα την απέραντη χωρητικότητα, την άπλετη διασπορά χρωμάτων, ήχων και κινούμενων εικόνων και, ασφαλώς, τον θεωρητικά τουλάχιστον άπειρο αριθμό παραληπτών παγκοσμίως.

Άρα, αν εξαιρέσουμε κάποιες δομικές ή καταστατικές ομοιότητες, το μέλλον θα γεμίζει με ασύνδετες εικόνες.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ